Να μας κλαίνε οι ρέγγες


Ο Mr Post Fluxus στάθηκε στο κέντρο της σκηνής, με τα χέρια σταυρωμένα και ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη, καθώς τα μάτια του γυάλιζαν με την ένταση που αναδυόταν από τα βάθη της ύπαρξής του. Είχε πεισθεί πια ότι δεν χρειαζόταν κανένας να τον επευφημήσει ή να τον λυπηθεί, πόσο μάλλον να αναρωτηθεί για την αξία του. Κι έτσι, με μια ελαφριά ειρωνεία στη φωνή του, εκτόξευσε τη φράση: «Να μας κλαίνε οι ρέγγες».

Και καθώς οι λέξεις κύλησαν στον αέρα, άρχισε να επεξηγεί με το γνωστό, αμφισβητησιακό του ύφος. Για τον Mr Post Fluxus, οι "ρέγγες" δεν ήταν παρά μια μεταφορά για όλους εκείνους που παρακολουθούν τη ζωή μας από μακριά, χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον, χωρίς διάθεση να συνδεθούν ή να προσφέρουν. Εκείνους που στέκουν, αδρανείς παρατηρητές, στο περιθώριο – σαν άψυχες φιγούρες σε ένα έργο που δεν καταλαβαίνουν αλλά συνεχίζουν να το κρίνουν.

Η φράση αυτή, γεμάτη αποστασιοποίηση, έγινε μια κραυγή ελευθερίας. Να μας κλαίνε, λοιπόν, οι αδιάφοροι, οι άψυχοι, οι απόμακροι. Γιατί, αν έπρεπε να ανησυχεί για το τι σκέφτονταν οι "ρέγγες", θα είχε ήδη χάσει την ουσία. Να μας κλαίνε οι ρέγγες, όχι σαν ένα κάλεσμα για παρηγοριά ή επανόρθωση, αλλά σαν μια ασπίδα ενάντια στη ματαιότητα των επιδοκιμασιών τους.

Ο Mr Post Fluxus κοίταξε το κοινό του για μια τελευταία φορά, έτοιμος να κλείσει με την ίδια αποφασιστικότητα που ξεκίνησε. Δεν χρειαζόταν τις αποδοκιμασίες, τις ενοχές, ούτε την επιβεβαίωση από κανέναν τους. "Γιατί," σκέφτηκε, "στην τελική, δεν αξίζει να ζεις μέσα από την άποψη άλλων – ειδικά από τις ρέγγες." Και γύρισε να φύγει, αφήνοντας πίσω του τη φράση να αιωρείται σαν μια αντηχητική υπενθύμιση: η αλήθεια, η ελευθερία, ήταν πιο κοντά από όσο νόμιζαν.