«Πήδα, γιαγιά, θα σε πιάσω»

Ζούμε σε μια εποχή όπου η εμπιστοσύνη δοκιμάζεται καθημερινά. Οι άνθρωποι συχνά αισθάνονται μόνοι, δύσπιστοι, κουρασμένοι. Οι ειδήσεις μάς συνηθίζουν περισσότερο στην αδιαφορία παρά στη φροντίδα και η κοινότητα μοιάζει πολλές φορές να υποχωρεί μπροστά στον ατομισμό.
Σήμερα, όμως, μια στιγμή διέκοψε αυτή τη ροή, μια φωνή ακούστηκε να λέει, «Πήδα, γιαγιά, θα σε πιάσω.» Γύρο της συσπειρώθηκαν και άλλοι.
Ήταν μια πράξη εμπιστοσύνης. Κάποιοι άνθρωποι ζήτησαν από μια άγνωστη γυναίκα να τους εμπιστευτεί τη ζωή της και εκείνη, μέσα στον πανικό της, το έκανε.
Εκεί βρίσκεται ακόμη άλλη μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Λίγο πριν πηδήξει, άρπαξε στα χέρια της την ελληνική σημαία που κυμάτιζε στο μπαλκόνι. Δεν γνωρίζουμε τι σήμαινε για την ίδια εκείνη τη στιγμή και δεν έχουμε δικαίωμα να το ερμηνεύσουμε. Ξέρουμε μόνο αυτό που είδαμε. Μια γυναίκα, μια σημαία και από κάτω άνθρωποι με ανοιχτά χέρια.
Ίσως γι' αυτό η εικόνα είναι τόσο ισχυρή, ίσως επειδή δεν δίνει απαντήσεις, αλλά επειδή γεννά ερωτήματα. Τι σημαίνει τελικά μια σημαία; Είναι ένα ύφασμα, μια ιστορία, μια μνήμη, μια ταυτότητα; ποια είναι η αξία της, αν όχι η προστασία της ανθρώπινης ζωής; Εκείνη τη στιγμή, το πιο σημαντικό δεν ήταν το σύμβολο που κρατούσε, αλλά οι άνθρωποι που περίμεναν από κάτω. Η σημαία και τα χέρια συνυπήρξαν στην ίδια εικόνα, όχι ως αντίπαλα στοιχεία, αλλά ως υπενθύμιση ότι κάθε σύμβολο αποκτά περιεχόμενο μόνο μέσα από τις πράξεις των ανθρώπων.
Ίσως αυτό να είναι το μόνο συμπέρασμα που αξίζει να κρατήσουμε. Ότι μια κοινωνία δεν αποτυπώνεται στις διακηρύξεις της, αλλά στις στιγμές που κάποιος κινδυνεύει και οι υπόλοιποι αποφασίζουν να αναλάβουν την ευθύνη να τον κρατήσουν όρθιο. Εκεί, για λίγα δευτερόλεπτα, είδαμε τι μπορεί να σημαίνει συλλογικότητα, χωρίς να χρειαστεί να ειπωθεί ούτε μία μεγάλη λέξη.

Mr Post Fluxus

Κι αν με ρωτάς τι έγινε με τις ζωές μας, ρε φίλε, σου απαντώ: κατάφεραν να κάνουν τις Παρασκευές βράδυ να μοιάζουν Δευτέρα πρωί


Κι αν με ρωτάς τι έγινε με τις ζωές μας, ρε φίλε, θα σου απαντήσω χωρίς μεγάλα λόγια και χωρίς δικαιολογίες. Μας πήραν λίγο λίγο τον χρόνο, τη ξεγνοιασιά, τη νύχτα, την επιθυμία να περιμένουμε το τέλος της εβδομάδας σαν μικρή γιορτή επιβίωσης. Μας έμαθαν να ζούμε κουρασμένοι πριν καν γεράσουμε. Να κοιμόμαστε με άγχος και να ξυπνάμε με ενοχές. Οι δρόμοι γέμισαν ανθρώπους που περπατούν σαν χαλασμένα ρολόγια και οι παρέες γέμισαν σιωπές, οθόνες και μισές κουβέντες. Κάποτε η Παρασκευή το βράδυ μύριζε ελευθερία, μουσική, ιδρώτα, έρωτα και φυγή. Τώρα μυρίζει υπερωρία, καμένο καφέ και φόβο για το αύριο. Κατάφεραν το αδιανόητο: να κάνουν τις Παρασκευές βράδυ να μοιάζουν με Δευτέρα πρωί. Κι όμως, κάπου βαθιά κάτω από τη σκόνη αυτής της εποχής, υπάρχει ακόμη μια σπίθα που αρνείται να πεθάνει. Ένα παιδί που ζωγραφίζει, ένας άνθρωπος που ερωτεύεται, μια παρέα που γελάει αληθινά, ένας ποιητής που συνεχίζει να γράφει πάνω στα συντρίμμια. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το τελευταίο μας καταφύγιο.

Mr Post Fluxus

Η ειρήνη δεν χτίζεται με απειλές


Δεν χρειάζεται να φωνάζεις για κάτι που κουβαλά αιώνες μέσα του. Το Αιγαίο δεν απέκτησε μνήμη από διπλωματικά τραπέζια, ούτε ρίζες από υπογραφές υπουργών. Πριν υπάρξουν σύνορα, υπήρχαν άνθρωποι. Πριν υπάρξουν χάρτες, υπήρχαν καΐκια, γλώσσες, τραγούδια και πέτρες που μιλούσαν ελληνικά κάτω από τον ίδιο ήλιο. Στα νησιά του Αιγαίου δεν κατοικεί μόνο η γεωγραφία, κατοικεί η συνέχεια. Οι ψαράδες, οι ναυτικοί, οι γυναίκες που άναβαν καντήλια στα μικρά ξωκλήσια, οι γέροντες που κράτησαν λέξεις και μνήμες ζωντανές όταν αυτοκρατορίες γεννιούνταν και κατέρρεαν. Το Αιγαίο δεν είναι απλή θαλάσσια ζώνη, είναι ένα αρχείο ανθρώπων. Κάποιοι που μιλούν για «γαλάζιες πατρίδες» σαν να σχεδιάζουν συνθήματα πάνω στο νερό, όμως η ιστορία δεν γράφεται με προπαγάνδα. Γράφεται με παρουσία, με πολιτισμό και με επιμονή μέσα στον χρόνο. Από τα αρχαία λιμάνια μέχρι τα βυζαντινά μοναστήρια και τα ξεχασμένα σχολεία των νησιών, υπάρχει μια αδιάκοπη γραμμή που δεν έσπασε ποτέ. Γλώσσα, μουσική, μνήμη και επιβίωση, αυτά είναι τα πραγματικά σύνορα των λαών. Γι’ αυτό και οι επέτειοι πονάνε ακόμη. Ο ξεριζωμός των Ποντίων δεν είναι παρελθόν κλεισμένο σε βιβλία, αλλά τραύμα που περνά από γενιά σε γενιά σαν σιωπηλή προσευχή. Όπως και η πληγή της Κύπρου που παραμένει ανοιχτή μέσα στον χρόνο, πίσω από ψυχρές ανακοινώσεις και πολιτικές ισορροπίες. Η ειρήνη δεν χτίζεται με απειλές ούτε με φαντασιώσεις επέκτασης. Χτίζεται με αλληλοσεβασμό, με συνύπαρξη και με την αποδοχή ότι οι λαοί μπορούν να μοιράζονται θάλασσες χωρίς να σβήνουν ο ένας την ιστορία του άλλου. Τα ήρεμα νερά δεν είναι αποτέλεσμα φόβου, είναι αποτέλεσμα σοβαρότητας και αυτό αφορά και τους απέναντι, αλλά και αυτούς που κρατούν σήμερα το τιμόνι αυτού του τόπου.

Mr Post Fluxus

Global Sumud Flotilla


Ο κόσμος αλλάζει όνομα στα πάντα για να μην φαίνεται η βία. Τα σύνορα έγιναν «ζώνες επιρροής», οι πόλεμοι «στρατηγικές επιχειρήσεις», η φτώχεια «δημοσιονομική προσαρμογή» και η υποταγή «συμμαχία σταθερότητας». Μόνο η πραγματικότητα μένει ίδια. Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να πληρώσει το ρεύμα του βλέπει μαχητικά αεροσκάφη να σκίζουν τον ουρανό πάνω από παρελάσεις και του ζητούν να αισθανθεί υπερηφάνεια. Ένας νέος που δουλεύει για ψίχουλα ακούει καθημερινά για γεωπολιτικές επιτυχίες, ενώ το μέλλον του μοιάζει με δωμάτιο χωρίς παράθυρα. Η Ελλάδα μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια χώρα όπου η ζωή ακριβαίνει και ο άνθρωπος φθηναίνει.


Γύρω μας υπάρχει μια κοινωνία κουρασμένη, εξαντλημένη από την ανασφάλεια, την ακρίβεια, την προπαγάνδα και τον φόβο. Σχολεία που καταρρέουν, νοσοκομεία που μοιάζουν με εγκαταλελειμμένους σταθμούς αναμονής και νέοι άνθρωποι που φεύγουν στο εξωτερικό γιατί εδώ δεν μπορούν ούτε να ονειρευτούν. Ηλικιωμένοι μετρούν κέρματα μπροστά στα ράφια των σούπερ μάρκετ και οικογένειες επιβιώνουν χάρη στις συντάξεις των παππούδων και των γιαγιάδων. Κι όμως, μέσα σε αυτή την κοινωνική διάλυση, τα δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς εμφανίζονται πάντα διαθέσιμα. Για όπλα υπάρχουν λεφτά. Για ανθρώπους όχι.

Την ίδια στιγμή, η Μεσόγειος μυρίζει θάνατο και συμφέροντα. Πολιτικοί φωτογραφίζονται χαμογελαστοί δίπλα σε ηγέτες και στρατηγούς, υπογράφουν συμφωνίες, μιλούν για ειρήνη και σταθερότητα, ενώ γύρω τους λαοί βομβαρδίζονται, παιδιά θάβονται κάτω από ερείπια και η ανθρώπινη ζωή μετατρέπεται σε παράπλευρη απώλεια. Η γενοκτονία βαφτίζεται «δικαίωμα άμυνας», οι σφαγές παρουσιάζονται σαν κανονικότητα και η σιωπή γίνεται επίσημη κρατική θέση. Οι θάλασσες γεμίζουν πολεμικά πλοία, drones και φρεγάτες, ενώ οι λαοί καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό της γεωπολιτικής παράνοιας.

Κάποτε οι δάσκαλοι μάθαιναν στα παιδιά να σκέφτονται. Σήμερα το σύστημα θέλει ανθρώπους που να συνηθίζουν. Να συνηθίζουν τη φτώχεια, την αδικία, την παρακολούθηση, την εξαθλίωση, την ιδέα ότι τίποτα δεν αλλάζει. Να θεωρούν φυσιολογικό να δουλεύουν μια ζωή και να μην μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς. Να αποδέχονται ότι το σπίτι είναι πολυτέλεια, η υγεία εμπόρευμα και η ελευθερία προνόμιο.

Η κοινωνία έμαθε να φοβάται και να σωπαίνει. Συχνά πουλά την αξιοπρέπειά της για λίγη ασφάλεια, μια θεσούλα, ένα μικρό προσωπικό συμφέρον. Οι άνθρωποι θυμώνουν μεταξύ τους αλλά σπάνια με εκείνους που πραγματικά ευθύνονται. Τα τηλεοπτικά πάνελ γεμίζουν με «ειδικούς» που μιλούν σαν πωλητές πολέμου και αναπαράγουν έναν πατριωτισμό φτηνό, τηλεοπτικό, χωρίς άνθρωπο μέσα του. Έναν πατριωτισμό που αγαπά τις σημαίες αλλά όχι την κοινωνία.

Και όμως, μέσα σε αυτή τη σκοτεινή εικόνα, υπάρχει ακόμα κάτι ζωντανό. Υπάρχει στον διασώστη που τρέχει μέσα στη φωτιά χωρίς να ρωτήσει ποιος είσαι. Υπάρχει στον δάσκαλο που επιμένει να μιλά στα παιδιά για ανθρωπιά και ελευθερία. Υπάρχει στον καλλιτέχνη που συνεχίζει να δημιουργεί χωρίς να υπηρετεί κανένα κόμμα και κανέναν χορηγό. Υπάρχει στους ανθρώπους που αρνούνται να συνηθίσουν τον θάνατο, την αδικία και την απανθρωπιά.

Γιατί η πραγματική πατρίδα δεν είναι οι πύραυλοι, ούτε οι στρατιωτικές συμφωνίες, ούτε οι φωτογραφίες δίπλα σε ηγέτες. Πατρίδα είναι να μπορεί ένας άνθρωπος να ζει με αξιοπρέπεια, χωρίς φόβο, χωρίς εξευτελισμό, χωρίς να αισθάνεται πως το μέλλον του ανήκει σε εταιρείες, κυβερνήσεις και πολεμικές βιομηχανίες. Και ίσως η τελευταία πράξη αντίστασης σήμερα να είναι το να παραμένεις άνθρωπος μέσα σε έναν κόσμο που προσπαθεί καθημερινά να σε μετατρέψει σε υπάκουο θεατή.

Mr Post Fluxus

Η πόλη δεν κοιμόταν ποτέ


Η πόλη δεν κοιμόταν ποτέ, απλώς άλλαζε πλευρό μέσα στον πυρετό της. Από τα ανοιχτά παράθυρα έβγαιναν τηλεοράσεις, μυρωδιές καμένου λαδιού και κουβέντες κομμένες στα δύο. Οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να μιλούν σαν να κρατούσαν σπασμένο γυαλί πίσω από τα δόντια τους. Κάθε πρόταση έκρυβε μια μικρή απειλή. Κάθε βλέμμα ζητούσε διαβατήριο. Δεν χρειάστηκαν σειρήνες ούτε στρατιώτες. Ο διαχωρισμός ήρθε αθόρυβα, σαν υγρασία που ανεβαίνει στους τοίχους. Πρώτα άλλαξαν οι λέξεις. Η λέξη «γείτονας» ξέβαψε, η λέξη «άνθρωπος» απέκτησε υποσημειώσεις και η λέξη «ξένος» άρχισε να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα με σκουριασμένη μεταλλική γεύση.

Ο άνθρωπος το κατάλαβε μέσα σε ένα λεωφορείο που μύριζε βρεγμένα ρούχα και φθηνό αποσμητικό. Μια γυναίκα κρατούσε στην αγκαλιά της ένα παιδί που κοιμόταν με το στόμα ανοιχτό, σαν να εμπιστευόταν ακόμη τον κόσμο. Δύο καθίσματα πιο πίσω, ένας αρσενικός με καλοσιδερωμένο πουκάμισο και βλέμμα υπαλλήλου λογιστηρίου χαμογέλασε στραβά.

— Αυτοί πληθαίνουν, είπε.
Όχι, δεν είπε «πεινάνε», Δεν είπε «τρέχουν να σωθούν», όχι, δεν είπε «ζουν». Πληθαίνουν είπε. Πληθαίνουν, σαν υγρασία, σαν έντομα, σαν κάτι που πρέπει να ψεκαστεί πριν απλωθεί. Η λέξη έπεσε στο βαγόνι και κόλλησε πάνω στα ανδροειδή σαν βρώμικος καπνός. Κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν αντέδρασε. Μονάχα το παιδί συνέχισε να κοιμάται. Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό σημείο της σκηνής.
Ο άνθρωπος κατέβηκε τρεις στάσεις νωρίτερα. Ένιωθε πως το λεωφορείο δεν κυλούσε πάνω σε άσφαλτο αλλά πάνω σε πρόσωπα. Η πόλη έξω έμοιαζε με τεράστιο στόμα που μασούσε νευρικά τον εαυτό του. Στην κεντρική πλατεία, οι γιγαντοοθόνες έσταζαν αριθμούς. Δείκτες, ποσοστά, καμπύλες, οικονομικά δελτία. Υπάνθρωποι με ακριβά ρολόγια και φωνές χωρίς θερμοκρασία μιλούσαν για «σταθερότητα», «ανάπτυξη», «εθνική ασφάλεια». Οι λέξεις τους δεν έμοιαζαν με λόγο, έμοιαζαν με έπιπλα γραφείου, γυαλισμένα, βαριά, αεικίνητα.

Ο άνθρωπος το ήξερε πια. Οι υπάνθρωποι που άναβαν τη φωτιά δεν κρατούσαν ποτέ δάδες, δεν φώναζαν σε πλατείες, ούτε έσφιγγαν μαχαίρια μέσα σε στενά. Κυκλοφορούσαν καθαροί, καλοντυμένοι, με γραβάτες δεμένες σαν θηλιές μικρής πολυτέλειας γύρο από το σβέρκο τους.
Δεν είχαν πατρίδα, δεν είχαν Θεό, δεν είχαν μνήμη, μόνο αριθμούς. Ο δικός τους Θεός χωρούσε μέσα σε χρηματιστηριακούς πίνακες, η πίστη τους μετρούσε κέρδη ανά τρίμηνο και η σημαία τους ανέμιζε πάνω από ουρανοξύστες με φιμέ τζάμια.

Κάτω από αυτούς, στους δρόμους, άλλοι υπάνθρωποι έσφιγγαν γροθιές, τρέφονταν με θυμό δεύτερης διαλογής, πεταμένο σαν αποφάγια από τα ίδια χέρια που υπέγραφαν συμβόλαια και μιλούσαν για ειρήνη στα δελτία ειδήσεων. Τους είχαν μάθει να κοιτούν ο ένας τον άλλο σε σπασμένο καθρέφτη.
Όταν η οργή ξεχείλιζε, έβγαιναν τα μαχαίρια της υπανθρώπινης κενοδοξίας. Πρόσωπα άσβερκα, παραμορφωμένα από μίσος όρμαγαν πάνω στο διαφορετικό με την πείνα άγριων όρνεων που έχουν ξεχάσει πως κάποτε ήταν κι αυτά ζωντανά πλάσματα και όχι μηχανές κατασπαραγμού.
Ο άνθρωπος στάθηκε μπροστά σε μια σκοτεινή βιτρίνα, μέσα στο τζάμι έβλεπε το πρόσωπό του μπλεγμένο με αντανακλάσεις από συρματοπλέγματα, διαφημίσεις και κόκκινα φανάρια. Για μια στιγμή δεν ήξερε αν κοιτούσε άνθρωπο ή απομεινάρι εποχής. Τότε του πέρασε μια σκέψη τόσο ψυχρή που σχεδόν τον ανακούφισε: Ίσως το τέλος να μη φτάνει με εκρήξεις και σειρήνες. Ίσως να έρχεται αργά, όταν ο άνθρωπος συνηθίζει τον εξευτελισμό του άλλου και συνεχίζει να πίνει τον καφέ του χωρίς να του πέφτει πια πικρός. Κοίταξε γύρω του την πόλη, αναρωτήθηκε: Άραγε πόσους ανθρώπους χωρά ένα κενοτάφιο πριν αρχίσει να ονομάζεται κανονικότητα;

Mr Post Fluxus

εικόνα αλιευμένη από το διαδίκτυο

Αρχές της δεκαετίας του ’80


 Αρχές της δεκαετίας του ’80

Ο δρόμος στενός, επαρχιακός, με στροφές που άνοιγαν μέσα σε χωράφια και χαμηλή βλάστηση. Ο ήλιος έγερνε αργά προς το απόγευμα και η ζέστη είχε αρχίσει να πέφτει πάνω στην άσφαλτο σαν κουρασμένη ανάσα. Ένα κόκκινο Seat 127 προχωρούσε με σταθερό ρυθμό, αφήνοντας πίσω του μικρά σύννεφα σκόνης κάθε φορά που οι ρόδες πατούσαν στην άκρη του δρόμου. Μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχε εκείνη η γνώριμη οικογενειακή σιωπή των ταξιδιών. Ο πατέρας οδηγούσε με τα δυο χέρια σφιχτά στο τιμόνι, τα μάτια καρφωμένα μπροστά. Η μητέρα κοιτούσε έξω από το παράθυρο τα χωράφια που περνούσαν σαν ξεθωριασμένες εικόνες κινηματογράφου. Στο πίσω κάθισμα δύο παιδιά παρατηρούσαν τον κόσμο χωρίς να μιλούν πολύ, με εκείνη τη σιωπηλή περιέργεια που έχουν τα παιδιά όταν προσπαθούν να καταλάβουν τους μεγάλους.
Και τότε τον είδαν.
Έναν άντρα πεσμένο στην άκρη του δρόμου. Ξαπλωμένος πάνω στα χόρτα, σχεδόν ακίνητος. Το ένα του χέρι βρισκόταν απλωμένο προς την άσφαλτο, σαν να είχε προσπαθήσει να κρατηθεί από κάπου πριν σωριαστεί κάτω.
Το αυτοκίνητο τον προσπέρασε.
Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε. Μονάχα ο ήχος της μηχανής ακουγόταν μέσα στην καμπίνα.
Ύστερα η μητέρα γύρισε απότομα.
— Ένας άνθρωπος στο δρόμο… Σταμάτα!
Ο πατέρας έριξε μια γρήγορη ματιά από τον καθρέφτη.
— Τι να κάνω; είπε χαμηλόφωνα. Έχουμε τα παιδιά μαζί… Μπορεί να είναι επικίνδυνος.
Το αυτοκίνητο άρχισε να κόβει ταχύτητα. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου, αλλά το χέρι του πατέρα έμεινε πάνω στο λεβιέ, έτοιμο να ξαναβάλει ταχύτητα και να φύγει.
Η μητέρα τον κοίταξε με μάτια βουρκωμένα.
— Μα είναι άνθρωπος… είπε σχεδόν ψιθυριστά. Είναι πεσμένος κάτω. Χρειάζεται βοήθεια.
Μέσα στο αυτοκίνητο απλώθηκε μια βαριά σιωπή.
Τα δύο παιδιά στο πίσω κάθισμα κοιτούσαν μια τον πατέρα και μια τον δρόμο πίσω τους. Δεν καταλάβαιναν πλήρως τον φόβο των μεγάλων, αλλά ένιωθαν την αγωνία να γεμίζει τον χώρο σαν αόρατος καπνός.
Ο πατέρας έσβησε τη μηχανή.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Τα παιδιά γύρισαν τα κεφάλια τους προς το πίσω παράθυρο και τον παρακολουθούσαν βουβά καθώς απομακρυνόταν. Η φιγούρα του μίκραινε πάνω στην άσφαλτο, ώσπου στάθηκε δίπλα στον πεσμένο άντρα.
Γονάτισε.
Τον άγγιξε προσεκτικά στον ώμο.
Ο άντρας αναστέναξε και κουνήθηκε ελαφρά.
Ήταν ζωντανός.
Ο πατέρας κοίταξε γύρω του και άρχισε να κάνει νόημα στα διερχόμενα οχήματα. Ένα φορτηγό σταμάτησε λίγα μέτρα πιο πέρα. Ο οδηγός κατέβηκε χωρίς πολλές κουβέντες. Εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι συνεννοούνταν συχνά με τα μάτια.
Οι δυο άντρες έσκυψαν μαζί, έπιασαν τον μεθυσμένο από τις μασχάλες και προσπάθησαν να τον σηκώσουν. Εκείνος παραπατούσε, μύριζε έντονα αλκοόλ και ψέλλιζε ακατανόητες λέξεις.
Με κόπο τον ανέβασαν στην καρότσα του φορτηγού.
Ο οδηγός συμφώνησε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο της κοντινής πόλης.
Το φορτηγό χάθηκε αργά στον δρόμο.
Ο πατέρας στάθηκε για λίγο ακίνητος κοιτώντας το να απομακρύνεται. Ύστερα γύρισε στο αυτοκίνητο και κάθισε ξανά στη θέση του οδηγού.
Έβαλε μπροστά τη μηχανή.
— Ήταν πιωμένος, είπε τελικά.
Κανείς δεν απάντησε.
Το Seat 127 συνέχισε τον δρόμο του μέσα στο απογευματινό φως, όμως τίποτα δεν ήταν ακριβώς ίδιο πια μέσα σε εκείνο το αυτοκίνητο.
Τα παιδιά στο πίσω κάθισμα είχαν μόλις δει κάτι που δεν διδασκόταν σε σχολεία.
Είχαν δει τον φόβο.
Την αμφιβολία.
Την ευθύνη και τελικά την απόφαση να μη γυρίσεις το βλέμμα αλλού.
Χρόνια αργότερα, το ένα από εκείνα τα παιδιά θα φορούσε στολή εθελοντή διασώστη. Θα έσκυβε πάνω από ανθρώπους άγνωστους, τραυματισμένους, χαμένους, φοβισμένους. Και ίσως, κάθε φορά που θα πλησίαζε κάποιον πεσμένο στην άκρη ενός δρόμου, να υπήρχε βαθιά μέσα του εκείνη η παλιά εικόνα:
Ένας επαρχιακός δρόμος.
Ένα κόκκινο Seat 127.
Μια μητέρα που έκλαιγε για έναν άγνωστο άνθρωπο.
Κι ένας πατέρας που, παρά τον φόβο του, αποφάσισε να σταματήσει.

Στη μνήμη των γονιών μου Γιάννης Σταμενίτης

Μια ωραία μέρα δηλαδή...


Μια ωραία μέρα δηλαδή...

Σαν σήμερα, 30 Απριλίου 1945.
Στο Βερολίνο τα τανκς του Ζούκοφ έχουν ήδη κυκλώσει την πόλη, ο κλοιός σφίγγει, και μέσα σε ένα υπόγειο bunker κάποιος καταλαβαίνει επιτέλους ότι το παιχνίδι τελείωσε. Ο Αδόλφος Χίτλερ, ο άνθρωπος που έβαλε φωτιά στην Ευρώπη και τον κόσμο όλο, που έστειλε εκατομμύρια σε κρεματόρια, που ονειρεύτηκε αιώνια κυριαρχία, φεύγει από τη ζωή με τον πιο ταπεινωτικό τρόπο για τον ίδιο, σαν να ήξερε πως δεν άξιζε καν να τον συλλάβουν.
Λίγες ώρες αργότερα, δύο Σοβιετικοί στρατιώτες, ο Μιχαήλ Εγκόροφ και ο Μελιτόν Καντάρια, υψώνουν την κόκκινη σημαία στην οροφή του Ράιχσταγκ. Εκεί που κάποτε ορκίζονταν να κυβερνήσουν τον κόσμο. Πίσω από εκείνη τη σημαία ήταν 27 εκατομμύρια νεκροί, ολόκληρες πόλεις στάχτη, παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς πατέρες. Αλλά η σημαία υψώθηκε. Ναι, μια ωραία μέρα δηλαδή!

Η ιστορία που δεν βολεύει

Υπάρχουν αποφάσεις που δεν ξεχνιούνται εύκολα. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Σεπτεμβρίου 2019 είναι μία από αυτές, δεν είναι τολμηρή, αλλά είναι βολική. Η ιστορική αλήθεια δεν κάνει εκπτώσεις στη βολικότητα.
Ναι, το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ του 1939 ήταν πραγματικό. Ναι, η Σοβιετική Ένωση συνεργάστηκε διπλωματικά και οικονομικά με τη ναζιστική Γερμανία για δύο χρόνια. Αυτό είναι ιστορικό γεγονός που δεν αμφισβητείται. Αλλά να τελειώνει εκεί η συζήτηση και να τεθεί η ΕΣΣΔ στην ίδια κατηγορία με τον επιτιθέμενο, αυτό δεν είναι ιστορική ανάλυση, είναι πολιτική επιλογή ντυμένη με ακαδημαϊκό περίβλημα.
Γιατί βολική; Επειδή η εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού, ή η απεικόνιση της ΕΣΣΔ ως «συνεργάτη» του Χίτλερ, εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη αφήγηση, αυτή που θέλει τη Δύση ως αποκλειστικό πρωταγωνιστή της νίκης κατά του φασισμού. Αλλά οι αριθμοί μιλούν διαφορετικά. 27 εκατομμύρια νεκροί. 80% των γερμανικών απωλειών σε αρμάτων και ανδρών έπεσαν στο ανατολικό μέτωπο, όχι στο δυτικό. Το Στάλινγκραντ, το Κουρσκ, το Βερολίνο, αυτές οι μάχες ήταν που έσπασαν τη ραχοκοκαλιά του Τρίτου Ράιχ.
Υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στη νηφάλια ιστορική κριτική και στην αναθεωρητική στρέβλωση. Η πρώτη θέτει ερωτήματα, εξετάζει αντιφάσεις, αναγνωρίζει σκιές. Η δεύτερη ανακατεύει χρονολογίες και ρόλους για να εξυπηρετήσει το παρόν. Ένα ψήφισμα που εξισώνει θύτη και θύμα, ή χειρότερα, που χαρακτηρίζει «συνεργάτη» εκείνον που πλήρωσε το μεγαλύτερο τίμημα, δεν είναι ιστορική δικαίωση. Είναι πολιτική χειραγώγηση.
Δεν χρειάζεται κανείς να είναι φιλοσοβιετικός ή να αγνοεί τα εγκλήματα του Στάλιν για να διαβλέπει αυτή την αντίφαση. Χρειάζεται μόνο να θυμάται ποιος κάρφωσε τη σημαία στο Ράιχσταγκ.
Η Ιστορία έχει μνήμη μακρύτερη από οποιαδήποτε κοινοβουλευτική θητεία.

Mr Post Fluxus

«Θα την πάρω όμως, αύριο να δεις τι θα κάνω. Θα με δεις σε όλα τα κανάλια»


«Θα την πάρω όμως, αύριο να δεις τι θα κάνω. Θα με δεις σε όλα τα κανάλια»

Δεν απειλούσε, έγραψε το τελευταίο του σύνθημα. Ο 89χρονος δεν είχε πια χρόνο για διαπραγματεύσεις με χαρτιά, ουρές και αριθμούς προτεραιότητας. Είχε μόνο φωνή και μια φράση που έσπαγε σαν γυαλί μέσα σε ένα ταξί που μύριζε καθημερινότητα. «Θα με δεις σε όλα τα κανάλια», είπε. Όχι από ματαιοδοξία, αλλά από απόγνωση. Είκοσι χρόνια να ζητάς το αυτονόητο και να σου επιστρέφουν απαξίωση. Είκοσι χρόνια να σε τελειώνουν λίγο-λίγο, μέχρι να μείνεις μια σκιά που διεκδικεί το δίκαιο. Ο οδηγός έκανε το σωστό, το σύστημα έκανε το γνωστό, κι ανάμεσα τους, ένας 89 ετών  άνθρωπος που δεν χωρούσε πια σε καμία αίτηση του κράτους.

Δεν ήταν απειλή, ήταν εξάντληση. Διαβάζω τα λόγια αυτού του ανθρώπου και δεν μπορώ να τα δω σαν «είδηση», τα βλέπω σαν αποτέλεσμα, σαν το τέλος μιας μακράς διαδρομής όπου κάποιος χτυπά πόρτες και βρίσκει μόνο τοίχους κόλασης. Είκοσι χρόνια να περιμένεις κάτι που δικαιούσαι, είκοσι χρόνια να σου λένε «όχι τώρα», «περίμενε», «δεν γίνεται», κάποια στιγμή δεν θυμώνεις απλά, σπας μέσα σου.

Όταν σπας, δεν μιλάς με όρους λογικής, μιλάς για να ακουστείς, έστω και με τον πιο λάθος και ακραίο τρόπο. Αυτό που με ανησυχεί δεν είναι η φράση του, είναι ότι την καταλαβαίνω. Γιατί ζούμε σε μια πραγματικότητα όπου, αν δεν φτάσεις στο όριο, δεν σε προσέχει κανείς. Όπου η αξιοπρέπεια γίνεται αίτηση και η ανάγκη σου αριθμός πρωτοκόλλου.

Δεν δικαιολογώ καμία πράξη βίας, αλλά αρνούμαι και να κάνω ότι δεν βλέπω πώς γεννιέται. Αντί να ψάχνουμε μόνο τον «επικίνδυνο», ίσως πρέπει να κοιτάξουμε και το περιβάλλον που τον διαμόρφωσε. Γιατί αν αυτό δεν αλλάξει, θα συνεχίσουμε να ακούμε τέτοιες φράσεις, μέχρι να πάψουν να μας κάνουν εντύπωση.

Γιατί εκεί, στο κενό ανάμεσα στη σύνταξη που δεν ήρθε ποτέ και στην πράξη που όλοι φοβήθηκαν ότι θα έρθει, γεννιέται κάτι πιο επικίνδυνο από μια απειλή. Η βεβαιότητα ότι δεν σε βλέπει κανείς αν δεν σπάσεις κάτι με θόρυβο, κι όχι απαραίτητα μόνο μέσα σου.

Τότε ο κόσμος σε μαθαίνει, αλλά είναι ήδη αργά, κι εσύ κρατά σημειώσεις σήμερα, όχι για το τι ειπώθηκε, αλλά για το γιατί φτάσαμε να το ακούμε σαν προειδοποίηση κι όχι σαν κραυγή βοήθειας.

Mr Post Fluxus

Ύβρις και Μνήμη: Η Φωνή των Αρχαίων σε Έναν Σύγχρονο Πόλεμο


Ύβρις και Μνήμη: Η Φωνή των Αρχαίων σε Έναν Σύγχρονο Πόλεμο

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που ο κόσμος μοιάζει να κρατά την ανάσα του. Στιγμές που οι λέξεις «ανθρωπιά», «δίκαιο» και «πολιτισμός» δοκιμάζονται όχι στα βιβλία, αλλά μέσα στη φωτιά της πραγματικότητας. Στις εικόνες που φτάνουν από τη Gaza Strip, τη Beirut και την Tehran, δεν βλέπει κανείς μόνο γεωπολιτικές συγκρούσεις. Βλέπει την ανθρώπινη συνείδηση να στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη. Τότε γεννιέται ένα ερώτημα, τι θα έλεγαν οι παλιοί φιλόσοφοι, εκείνοι που πρώτοι προσπάθησαν να κατανοήσουν το δίκαιο, την εξουσία και την ανθρώπινη φύση;

Ίσως ο Σωκράτης να στεκόταν στην αγορά και να ρωτούσε με τη γνώριμη επιμονή του: «Τι είναι δίκαιο; Και για ποιον ισχύει; Για όλους ή μόνο για τους ισχυρούς;» Γιατί σήμερα, μέσα στα ερείπια και στις φλόγες, πολλοί νιώθουν ότι κάτι ακόμη έχει πεθάνει. Όχι μόνο άνθρωποι και πόλεις, αλλά και ένας μύθος, ο μύθος μιας Δύσης που μιλούσε για καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα και διεθνές δίκαιο. Για χρόνια ακούγαμε ότι οι αξίες αυτές είναι ο πυρήνας του σύγχρονου πολιτισμού. Ότι ισχύουν για κάθε άνθρωπο, σε κάθε γωνιά του κόσμου. Κι όμως, η πραγματικότητα συχνά μοιάζει να δείχνει πως τα ανθρώπινα δικαιώματα αρχίζουν και τελειώνουν εκεί όπου τελειώνουν και τα γεωπολιτικά συμφέροντα. Νοσοκομεία καίγονται. Σχολεία γίνονται στόχοι. Παιδιά θάβονται κάτω από τα ερείπια. Την ίδια στιγμή οι ισχυροί του κόσμου μιλούν για ισορροπίες, στρατηγικές και «αναγκαίες επιλογές». Λέξεις ψυχρές, σχεδόν άψυχες, μπροστά στο βάρος της ανθρώπινης απώλειας.

Ίσως τότε ο Πλάτων να έλεγε ότι οι κοινωνίες που κυβερνώνται από το συμφέρον και όχι από τη σοφία μοιάζουν με πλοία χωρίς αληθινό κυβερνήτη. Η δύναμη καθορίζει την πορεία, όχι η δικαιοσύνη. Κάπου ανάμεσα στους ισχυρούς του κόσμου, ο Διογένης ο Κυνικός ίσως να περπατούσε κρατώντας το φανάρι του μέσα στο φως της ημέρας, λέγοντας ειρωνικά: «Ψάχνω άνθρωπο… αλλά βλέπω μόνο συμφέροντα.»

Ο Επίκουρος, που πίστευε ότι ο σκοπός της ζωής είναι η αταραξία, η ειρήνη της ψυχής και η απουσία του φόβου, ίσως να κοιτούσε τον κόσμο με βαθιά λύπη. Θα έλεγε ότι οι άνθρωποι κυνηγούν την εξουσία, τον πλούτο και την κυριαρχία, νομίζοντας πως έτσι θα βρουν ασφάλεια. Στην πραγματικότητα όμως δημιουργούν περισσότερο φόβο, περισσότερο πόνο και περισσότερη δυστυχία. Για τον Επίκουρο, μια κοινωνία που ζει μέσα στον πόλεμο και στον τρόμο είναι μια κοινωνία που έχει χάσει τον δρόμο προς την ευτυχία. Θα θύμιζε ίσως κάτι απλό αλλά θεμελιώδες, ότι η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στη γαλήνη, στη φιλία και στην απουσία της βίας.

Ο Ηράκλειτος, από την άλλη, ο σκοτεινός φιλόσοφος της Εφέσου, ίσως να έβλεπε σε όλα αυτά μια ακόμη έκφραση του αιώνιου νόμου της σύγκρουσης. Έγραψε ότι «πόλεμος πατήρ πάντων», εννοώντας ότι η σύγκρουση είναι δύναμη που γεννά μεταβολή στον κόσμο. Όμως ο Ηράκλειτος δεν εξυμνούσε την καταστροφή, μιλούσε για τον λόγο, τον βαθύτερο νόμο που διέπει την αρμονία του κόσμου. Ίσως λοιπόν να έλεγε ότι οι άνθρωποι βλέπουν μόνο τη φωτιά της σύγκρουσης, αλλά δεν κατανοούν τον λόγο που θα μπορούσε να φέρει ισορροπία.

Αν οι αρχαίοι ποιητές και μυθοπλάστες έβλεπαν τον κόσμο σήμερα, ίσως δεν θα έγραφαν πολιτικά κείμενα. Θα έγραφαν τραγωδίες και μύθους, γιατί εκεί μπορούσαν να μιλήσουν για την αλαζονεία της δύναμης, για τον πόνο των ανθρώπων και για τα όρια που ξεχνά ο άνθρωπος. Οι μεγάλοι τραγικοί, όπως ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης, ίσως να έστηναν μια σκηνή όπου οι ισχυροί αποφασίζουν για πόλεμο και οι λαοί πληρώνουν το τίμημα.

Ο Αισχύλος θα μιλούσε για ύβρη. Για την αλαζονεία της εξουσίας που πιστεύει πως είναι πάνω από τον νόμο. Και στο τέλος της τραγωδίας θα ερχόταν η Νέμεση, γιατί στην αρχαία σκέψη καμία ύβρις δεν μένει χωρίς συνέπειες.

Ο Σοφοκλής ίσως θα έβαζε στο κέντρο έναν άνθρωπο που προσπαθεί να κρατήσει το δίκαιο μέσα σε έναν κόσμο εξουσίας. Όπως στην Αντιγόνη, όπου ο ανθρώπινος νόμος συγκρούεται με τον νόμο της συνείδησης.

Ο Ευριπίδης, πιο ανθρώπινος και πιο σκληρός με την πραγματικότητα, θα έδινε φωνή στους αδύναμους, στις μάνες, στα παιδιά, στους ανθρώπους που χάνουν τα σπίτια και τη ζωή τους μέσα στον πόλεμο. Γιατί για τον Ευριπίδη η τραγωδία δεν ήταν η δόξα των ηρώων, αλλά ο πόνος των ανθρώπων.

Και ο Αίσωπος; Αν ο Αίσωπος έβλεπε τον σημερινό κόσμο, δεν θα έγραφε ίσως μεγάλες ομιλίες. Θα έγραφε έναν μύθο.
Ίσως κάτι σαν αυτό. Μια μέρα, τα λιοντάρια αποφάσισαν να πολεμήσουν για το ποιο είναι το πιο δυνατό. Τα βουβάλια, οι λύκοι και οι αετοί πήραν θέση γύρω τους. Η μάχη κράτησε μέρες. Όταν τελείωσε, τα λιοντάρια ακόμη συζητούσαν ποιο κέρδισε. Όμως στο λιβάδι γύρω τους τα μικρά ζώα είχαν χαθεί, τα νερά είχαν θολώσει και η γη είχε καεί. Τότε μια μικρή αλεπού είπε: «Οι δυνατοί πολέμησαν για τη δύναμή τους. Αλλά ο κόσμος χάθηκε για όλους.»

Θα μας έδιναν το τελικό δίδαγμα: Όταν οι ισχυροί πολεμούν για τη δόξα τους, το τίμημα το πληρώνουν πάντα οι αδύναμοι. Ίσως λοιπόν οι τραγικοί και ο Αίσωπος να έλεγαν το ίδιο πράγμα με διαφορετικό τρόπο, ότι ο άνθρωπος ξεχνά εύκολα το μέτρο. Όταν το μέτρο χαθεί, τότε η ιστορία, όπως και οι τραγωδίες, αρχίζουν να επαναλαμβάνεται. Γιατί για τους αρχαίους Έλληνες η δύναμη χωρίς δικαιοσύνη δεν ήταν αρετή, ήταν ύβρις και η ύβρις, όπως δίδαξαν οι τραγωδίες και η φιλοσοφία τους, αργά ή γρήγορα καλεί τη νέμεση. Ίσως λοιπόν το βαθύτερο ερώτημα της εποχής μας να μην είναι ποιος θα νικήσει σε έναν πόλεμο. Αλλά αν ο κόσμος θα μπορέσει να θυμηθεί ξανά κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο μαζί, ότι η αξία μιας ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να μετριέται με σύνορα, συμφέροντα ή συμμαχίες. Γιατί όταν καίγονται νοσοκομεία και σχολεία, δεν καταστρέφονται μόνο πόλεις. Καταρρέουν και οι μύθοι πάνω στους οποίους στηρίχθηκε ο σύγχρονος κόσμος και τότε η ανθρωπότητα μένει ξανά μπροστά στην ίδια παλιά φιλοσοφική ερώτηση, θα επιλέξει τη δύναμη ή τη δικαιοσύνη;

Mr Post Fluxus

8 Μαρτίου / Ημέρα Μνήμης αγώνα και αξιοπρέπειας







8 Μαρτίου / Ημέρα Μνήμης αγώνα και αξιοπρέπειας

Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας είναι μια ημέρα μνήμης για τους αγώνες των γυναικών για δικαιώματα, εργασία, αξιοπρέπεια και ισότητα. Στην Ελλάδα, ένας από τους πρώτους αυτούς αγώνες καταγράφηκε στον Πειραιά, στις 13 Απριλίου 1892.
Εκείνη την εποχή, στη συνοικία της Λεύκας, λειτουργούσε το μεγάλο υφαντουργείο των Αδελφοί Ρετσίνα, μια από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της χώρας. Στα εργοστάσια αυτά εργάζονταν κυρίως γυναίκες και παιδιά από φτωχές οικογένειες. Πολλά κορίτσια ξεκινούσαν να δουλεύουν από οκτώ ή δέκα ετών, δουλεύοντας 10 έως 14 ώρες την ημέρα για ελάχιστα χρήματα.
Οι γυναίκες πληρώνονταν πολύ λιγότερο από τους άνδρες και συχνά ολόκληρες οικογένειες ζούσαν από το πενιχρό μεροκάματο μιας εργάτριας. Την άνοιξη του 1892 η διοίκηση του εργοστασίου ανακοίνωσε μια νέα μείωση μισθών, για κάθε τόπι υφάσματος η αμοιβή θα έπεφτε από 80 σε 65 λεπτά. Τότε συνέβη κάτι πρωτοφανές για την Ελλάδα της εποχής. Το πρωί της 13ης Απριλίου, περίπου εξήντα εργάτριες αρνήθηκαν να μπουν στο εργοστάσιο. Συγκεντρώθηκαν όλες μαζί κοντά στη Λάκκα Βάβουλα και αποφάσισαν να κάνουν κάτι που μέχρι τότε έμοιαζε αδιανόητο, να απεργήσουν. Δεν είχαν σωματεία, δεν είχαν οργανωμένη υποστήριξη. Ήταν γυναίκες που πάλευαν καθημερινά για τον επιούσιο. Παρ’ όλα αυτά, στάθηκαν όλες μαζί απέναντι στη διοίκηση και ζήτησαν να ακυρωθεί η μείωση του μισθού τους. Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν πως οι εργάτριες «εργάζονται όλη την ημέρα για να κερδίσουν τον άρτον τους, ενώ οι εργοστασιάρχες πλουτίζουν από τον ιδρώτα τους». Έτσι καταγράφηκε η πρώτη απεργία γυναικών στην Ελλάδα.
Λίγα χρόνια αργότερα, οι αγώνες των γυναικών θα αποκτούσαν διεθνή διάσταση. Το 1910, η Γερμανίδα επαναστάτρια Clara Zetkin πρότεινε στη Διεθνή Διάσκεψη Γυναικών την καθιέρωση μιας παγκόσμιας ημέρας αφιερωμένης στους αγώνες των γυναικών. Δίπλα της στάθηκε και η σπουδαία μαρξίστρια επαναστάτρια Rosa Luxemburg. Λίγα χρόνια μετά, στις 8 Μαρτίου 1917, οι γυναίκες της Πετρούπολη βγήκαν στους δρόμους ζητώντας «ψωμί και ειρήνη», μια διαδήλωση που έγινε σπίθα για την Ρωσική Επανάσταση του 1917. Από τις εργάτριες των εργοστασίων του Πειραιά μέχρι τις διαδηλώτριες της Ρωσίας και τις Σουφραζέτες της Ευρώπης, η ιστορία της 8ης Μαρτίου γράφτηκε από γυναίκες που αρνήθηκαν να σιωπήσουν.
Η ημέρα αυτή αναγνωρίστηκε επίσημα το 1975 από τον Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ως διεθνής ημέρα μνήμης και αγώνα. Γιατί η ιστορία έχει δείξει κάτι απλό αλλά βαθιά αληθινό, ότι ακόμη και οι άνθρωποι που φαίνονται πιο αδύναμοι, όταν υψώνουν τη φωνή τους μαζί, μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο.

εικόνες:
13 Απρίλη 1892 - Η πρώτη απεργία γυναικών στην Ελλάδα. Έργο του εικαστικού Γιάννη Σταμενίτη για την Ρόζα Λούξεμπουργκ. Διαδήλωση των γυναικών για ψωμί και ειρήνη - 8 Μαρτίου 1917, Πετρούπολη, Ρωσία. Γερμανική αφίσα της 8ης Μαρτίου 1914 για την απαίτηση του δικαιώματος των γυναικών να ψηφίζουν. Η αφίσα απαγορεύθηκε στη Γερμανική Αυτοκρατορία. Η Άννυ Κένυ και η Κρίσταμπελ Πάνκχερστ κάνοντας εκστρατεία για τις Σουφραζέτες. Η Κλάρα Τσέτκιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ τον Ιανουάριο του 1910.

Mr Post Fluxus

Ο αόρατος εκφοβισμός στο σχολείο και ο ρόλος του εκπαιδευτικού σε μια κοινωνία χωρίς χρόνο


Ο αόρατος εκφοβισμός στο σχολείο και ο ρόλος του εκπαιδευτικού 
σε μια κοινωνία χωρίς χρόνο

Στις συζητήσεις για τον εκφοβισμό στο σχολείο, η προσοχή στρέφεται συνήθως στους μαθητές. Μιλάμε για παιδιά που υφίστανται ειρωνείες, αποκλεισμό ή πίεση από συνομηλίκους τους και προσπαθούμε να βρούμε τρόπους προστασίας και στήριξης. Ωστόσο, το σχολείο δεν λειτουργεί απομονωμένο από την κοινωνία. Είναι ένας καθρέφτης της. Και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, ο εκφοβισμός δεν εμφανίζεται μόνο στις σχέσεις μεταξύ μαθητών, αλλά συχνά αγγίζει και τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς.

Στην ελληνική κοινωνία των τελευταίων χρόνων, ο χρόνος της οικογένειας με τα παιδιά μοιάζει να συρρικνώνεται. Οι απαιτήσεις της εργασίας, οι οικονομικές δυσκολίες και ο γρήγορος ρυθμός της καθημερινότητας αφήνουν όλο και λιγότερο χώρο για ουσιαστική επικοινωνία μέσα στο σπίτι. Ο ποιοτικός χρόνος, εκείνος ο χρόνος της συζήτησης, της προσοχής και της συναισθηματικής παρουσίας, γίνεται όλο και πιο περιορισμένος. Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου οι ενήλικες γύρω τους συχνά προσπαθούν απλώς να προλάβουν τις υποχρεώσεις της ημέρας.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το σχολείο αποκτά έναν ρόλο που ξεπερνά την απλή μετάδοση γνώσεων. Για πολλά παιδιά, γίνεται ένας χώρος όπου αναζητούν προσοχή, κατανόηση ή ακόμη και όρια που δεν βρίσκουν πάντα αλλού. Ο εκπαιδευτικός βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο αυτής της πραγματικότητας. Καλείται να διδάξει, να διαχειριστεί συμπεριφορές, να ακούσει, να καθοδηγήσει και να κρατήσει ισορροπίες μέσα σε μια τάξη που αντανακλά τις δυσκολίες της κοινωνίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η πίεση προς τον εκπαιδευτικό μπορεί να εμφανιστεί με πολλούς τρόπους. Μερικές φορές εκδηλώνεται μέσα από τη συμπεριφορά των μαθητών που δοκιμάζουν τα όρια. Άλλες φορές μέσα από την αμφισβήτηση της παιδαγωγικής του κρίσης ή μέσα από απαιτήσεις γύρω από τη βαθμολογία και τη διαχείριση της τάξης. Δεν είναι πάντα μια ανοιχτή σύγκρουση. Συχνά παίρνει τη μορφή συνεχών πιέσεων, ειρωνικών σχολίων ή υποτίμησης του ρόλου του.

Παράλληλα, ο ίδιος ο εκπαιδευτικός λειτουργεί μέσα σε ένα σύστημα αυξημένων διοικητικών απαιτήσεων και ευθυνών. Προγράμματα, αξιολογήσεις, γραφειοκρατικές διαδικασίες και συνεχείς υποχρεώσεις δημιουργούν ένα πλαίσιο όπου η εργασία του γίνεται ακόμη πιο απαιτητική. Έτσι, ο εκπαιδευτικός καλείται να ανταποκριθεί ταυτόχρονα σε παιδαγωγικές, κοινωνικές και διοικητικές προσδοκίες.

Ο εκφοβισμός στο σχολείο, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως ένα πρόβλημα ανάμεσα στους μαθητές. Είναι ένα φαινόμενο που συνδέεται με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και τις πιέσεις που βιώνουν όλοι όσοι συμμετέχουν στη σχολική κοινότητα. Όταν η κοινωνία αφήνει όλο και λιγότερο χώρο για τα παιδιά και τις σχέσεις γύρω τους, τότε οι εντάσεις και οι δυσκολίες μεταφέρονται αναπόφευκτα και στο σχολείο.

Η αντιμετώπιση του εκφοβισμού απαιτεί, επομένως, μια πιο συνολική ματιά. Ένα σχολείο που επιδιώκει να προστατεύσει τα παιδιά οφείλει ταυτόχρονα να στηρίζει και τον εκπαιδευτικό. Γιατί ένας εκπαιδευτικός που εργάζεται σε περιβάλλον σεβασμού και εμπιστοσύνης μπορεί να δημιουργήσει σχέσεις ουσιαστικές με τους μαθητές του.

Ίσως τότε το σχολείο να γίνει όχι μόνο ένας χώρος μάθησης, αλλά και ένας χώρος όπου τα παιδιά θα βρίσκουν αυτό που πολλές φορές λείπει από την καθημερινότητα της κοινωνίας, χρόνο, προσοχή και σεβασμό. Γιατί ο εκφοβισμός δεν αντιμετωπίζεται μόνο με κανόνες, αντιμετωπίζεται κυρίως με ανθρώπινες σχέσεις που χτίζονται με φροντίδα και παρουσία.

Γιάννης Σταμενίτης: Kαθηγητής Eικαστικών / Aισθητικής Aγωγής 

war / no more trouble


war / no more trouble

Η ανθρωπότητα στέκεται ξανά μπροστά στον ίδιο καθρέφτη, έναν καθρέφτη γεμάτο καπνό, ερείπια και ψέματα. Κάπου πέφτουν βόμβες, κάπου καίγονται σπίτια, κάπου άνθρωποι τρέχουν να σωθούν. Και την ίδια στιγμή, σε άλλα σπίτια, σε άλλες πόλεις, οι οθόνες φωτίζουν σαλόνια. Τα δελτία ειδήσεων μετατρέπουν τον πόλεμο σε θέαμα και οι εικόνες περνούν γρήγορα, σαν να είναι απλώς άλλο ένα επεισόδιο μιας σειράς. Κι εμείς, καθηλωμένοι στους καναπέδες μας, τρώμε ποπ κορν και πίνουμε πορτοκαλάδα, λέγοντας στον εαυτό μας ότι όλα αυτά συμβαίνουν κάπου μακριά. Μακριά… μέχρι να πλησιάσουν.

Γιατί κάθε πόλεμος ξεκινά πάντα με το ίδιο μεγάλο ψέμα. Τον ονομάζουν «άμυνα», τον ονομάζουν «ασφάλεια», τον ονομάζουν ακόμη και «ειρήνη». Πόλεμος στο όνομα της ειρήνης, η πιο παλιά και πιο βρώμικη απάτη της ιστορίας. Πίσω από τις λέξεις στέκονται τα ίδια πρόσωπα, κυβερνήσεις, στρατηγοί, εταιρείες όπλων, συμφέροντα που μυρίζουν κέρδος μέσα στον καπνό των εκρήξεων. Για αυτούς ο πόλεμος είναι επένδυση, είναι συμβόλαια, αγορές, γεωπολιτικά παιχνίδια. Για τους λαούς όμως είναι τάφοι.

Τα σκυλιά του πολέμου γρυλίζουν ξανά, δείχνοντας τα δόντια τους λυσσασμένα για εξουσία, για έλεγχο, για κέρδος. Δεν πολεμούν οι ίδιοι, στέλνουν άλλους να πεθάνουν. Και την ίδια στιγμή περιμένουν από τους λαούς να παρακολουθούν σιωπηλοί, από τους καναπέδες τους, σαν να πρόκειται για μια μακρινή ιστορία που δεν τους αφορά. Όμως η ιστορία έχει δείξει κάτι απλό και σκληρό, κανένας πόλεμος δεν σταματά από μόνος του. Σταματά μόνο όταν οι λαοί αρνηθούν να τον υπηρετήσουν.

Οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτα να μοιράσουν μεταξύ τους. Δεν έχουν λόγο να σκοτωθούν. Οι μόνοι που έχουν λόγο είναι εκείνοι που μετρούν κέρδη πάνω από τα πτώματα. Γι’ αυτό η απάντηση δεν μπορεί να είναι η αδιαφορία. Η απάντηση πρέπει να είναι καθαρή και αδιαπραγμάτευτη: καμία δικαιολογία για τον πόλεμο, καμία ανοχή στα ψέματά του. Μόνο ειρήνη, γιατί κάθε άλλη επιλογή δεν είναι τίποτα περισσότερο από έναν ακόμη τάφο για την ανθρωπότητα.

Mr Post Fluxus

Τρία χρόνια από την τραγωδία στα Τέμπη


Τρία χρόνια από την τραγωδία στα Τέμπη και όμως ο χρόνος δεν λειτούργησε σαν γιατρικό, λειτούργησε σαν υπενθύμιση. Υπενθύμιση μιας νύχτας που πάγωσε τα πάντα, που διέκοψε απότομα διαδρομές, σχέδια, αγκαλιές που περίμεναν σε κάποιον σταθμό. Πώς γίνεται να περνούν τα χρόνια και ο πόνος να παραμένει τόσο παρών; Πώς γίνεται μια κοινωνία να συνεχίζει κανονικά όταν για κάποιες οικογένειες ο χρόνος σταμάτησε οριστικά;

Ήταν άνθρωποι που ταξίδευαν για να φτάσουν σπίτι. Ήταν νέοι με όνειρα, γονείς με αγωνίες, φίλοι με σχέδια για την επόμενη μέρα. Και ξαφνικά, η επόμενη μέρα δεν ήρθε ποτέ. Ποιος μπορεί να απαντήσει γιατί; Ποιος μπορεί να κοιτάξει στα μάτια μια μητέρα και να της εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη; Ήταν ανθρώπινο λάθος; Ήταν αλυσίδα παραλείψεων; Ήταν κάτι που θα μπορούσε να είχε αποτραπεί; Πόσες προειδοποιήσεις προηγήθηκαν; Πόσες ευκαιρίες υπήρξαν για να μη γραφτεί αυτή η τραγωδία;

Τρία χρόνια μετά, τα δωμάτια παραμένουν όπως έμειναν εκείνο το βράδυ. Ρούχα διπλωμένα, βιβλία ανοιχτά, μηνύματα που δεν διαβάστηκαν ποτέ. Πώς γεμίζει μια άδεια καρέκλα στο οικογενειακό τραπέζι; Πώς αντέχεται η σιωπή όταν ξέρεις ότι δεν θα ακουστεί ξανά εκείνη η φωνή; Πώς συνεχίζεις όταν κάθε ήχος τρένου θυμίζει αυτό που χάθηκε;

Η μνήμη δεν είναι μια τελετή που ολοκληρώνεται σε λίγα λεπτά σιγής. Είναι μια διαρκής απαίτηση για αλήθεια. Γιατί ακόμη υπάρχουν ερωτήματα που αιωρούνται. Υπάρχουν ευθύνες που ζητούν φως. Υπάρχει μια κοινωνία που δεν θέλει να ξεχάσει, γιατί αν ξεχάσει θα είναι σαν να αποδέχεται, πώς μπορεί να αποδεχτεί κανείς κάτι τόσο άδικο;

Πώς να αναπαυθούν εν ειρήνη οι αδελφές και οι αδελφοί μας, οι μανάδες και οι πατεράδες μας, οι φίλοι και οι κολλητοί μας, όταν τα «γιατί» δεν έχουν απάντηση; Πώς να γαληνέψει η μνήμη τους όταν η αλήθεια μένει θολή και οι σκιές δεν διαλύονται; Πώς να κλείσει μια πληγή όταν ακόμη αιμορραγεί από αναπάντητα ερωτήματα;

Πώς να ησυχάσει η ψυχή όταν η δικαίωση καθυστερεί; Πώς να βρουν ανάπαυση όταν η κοινωνία ακόμη ρωτά και δεν λαμβάνει απαντήσεις; Η ειρήνη δεν έρχεται με τη λήθη, έρχεται με την αλήθεια, όσο η αλήθεια δεν στέκεται καθαρή και πλήρης μπροστά σε όλους, η μνήμη τους θα μας καλεί, θα μας ταρακουνά, θα μας θυμίζει.

Ίσως η ανάπαυσή τους να περνά μέσα από τη δική μας επιμονή. Να μην ξεχάσουμε. Να μη συνηθίσουμε. Να μη δεχτούμε ότι «έτσι είναι». Γιατί οι ζωές τους άξιζαν περισσότερα. Άξιζαν ασφάλεια. Άξιζαν φροντίδα. Άξιζαν να επιστρέψουν σπίτι.

Μέχρι να απαντηθούν τα «γιατί», μέχρι να αποδοθεί όλη η ευθύνη, η προσευχή μας δεν θα είναι μόνο για ανάπαυση. Θα είναι και για φως. Για δικαιοσύνη. Για μια αλήθεια που θα επιτρέψει στις ψυχές τους να γαληνέψουν και στις δικές μας να πάψουν να ρωτούν μέσα στη νύχτα.

Mr Post Fluxus

Τσανταλίνα μανταλίνα


Πώς να μας βάλεις σε καλούπι; Πώς να χωρέσεις σε σύστημα εκείνους που μεγάλωσαν χωρίς σύστημα, με γόνατα σκισμένα και ψυχές ανοιχτές; Για εμάς η ελευθερία δεν ήταν έννοια θεωρητική, ήταν η αλάνα πίσω από το σπίτι, το πεζούλι της γειτονιάς, το φως της λάμπας του δρόμου που άναβε και γινόταν το άτυπο ρολόι της ημέρας.

Στη δεκαετία του ’80 η γειτονιά ήταν ολόκληρο σύμπαν. Δύο πέτρες για δοκάρια, μια μπάλα ξεφούσκωτη και κανονισμοί που γεννιούνταν από τη στιγμή. Τσανταλίνα μανταλίνα, κρυφτό και κυνηγητό μέχρι να σκοτεινιάσει τόσο που να μη ξεχωρίζεις πρόσωπα. Κι έπειτα εκείνο το γνώριμο κάλεσμα από το μπαλκόνι, «έλα μέσα!» η μόνη εντολή που είχε πραγματική ισχύ. Τσακωνόμασταν για ένα γκολ, ορκιζόμασταν πως «ήταν μέσα», και πέντε λεπτά μετά παίζαμε ξανά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Η παρέα ήταν νόμος και η φιλία αυτονόητη.
Στις τσέπες μας δεν κουβαλούσαμε χρήματα αλλά θησαυρούς. Χαρτάκια της Panini, κάρτες ποδοσφαίρου με φθαρμένες άκρες από τις αμέτρητες ανταλλαγές. Ένα «το έχεις διπλό;» μπορούσε να ανοίξει διαπραγματεύσεις ολόκληρες. Ένα σπάνιο χαρτάκι σε ανέβαζε στην ιεραρχία της γειτονιάς. Ήταν η δική μας οικονομία, χωρίς χρήμα, μόνο με αξία. Υπήρχαν και τα φυσοκάλαμα με τα χάρτινα χωνάκια καμωμένα από χαρτιά τηλεφωνικού καταλόγου, κίτρινα, ροζ, γαλάζια, τα αυτοσχέδια σπαθιά, τα ποδήλατα που έτριζαν στις κατηφόρες, χωρίς φρένα με κόντρες. Κάθε γρατζουνιά ήταν παράσημο, κάθε σημάδι μια ιστορία.
Δεν είχαμε πολλά, αλλά είχαμε χρόνο. Είχαμε χώμα. Είχαμε ο ένας τον άλλον.
Και ύστερα ήρθαν τα ’90s και η εφηβεία μπήκε με παραμόρφωση κιθάρας. Το δωμάτιο έγινε καταφύγιο και τα ακουστικά εξομολόγηση. Οι Metallica μάς έμαθαν την ένταση, οι Nirvana τη μελαγχολία που δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε, οι Iron Maiden μας ταξίδευαν μακριά από τα στενά της γειτονιάς και οι Sex Pistols μας θύμιζαν πως η αμφισβήτηση είναι δικαίωμα. Η μουσική δεν ήταν απλώς ήχος, ήταν ταυτότητα, δήλωση ύπαρξης, άρνηση να μικρύνουμε για να χωρέσουμε.
Μας είπαν να μεγαλώσουμε, να προσαρμοστούμε, να μπούμε σε γραμμές. Μα εμείς είχαμε μάθει αλλιώς. Είχαμε μάθει να πέφτουμε και να σηκωνόμαστε χωρίς κοινό. Να υπερασπιζόμαστε ένα παιχνίδι σαν να ήταν παγκόσμιος τελικός. Να δίνουμε αξία σε μικρά πράγματα που για άλλους ήταν ασήμαντα, σε μια κασέτα, σε ένα χαρτάκι, σε ένα βλέμμα από το απέναντι μπαλκόνι.
Οι αλάνες έγιναν πάρκινγκ και οι πολυκατοικίες σκέπασαν τα γέλια μας. Τα χαρτάκια μπήκαν σε κουτιά και οι κιθάρες σώπασαν σε κάποια ντουλάπα. Όμως εκείνα τα παιδιά δεν χάθηκαν. Ζουν μέσα μας κάθε φορά που ακούμε μια παλιά εισαγωγή κιθάρας, κάθε φορά που μυρίζουμε καλοκαίρι και θυμόμαστε το φως του δρόμου να ανάβει.
Τα σώματα μπορείς να τα περιορίσεις. Να τα κλείσεις σε τέσσερις τοίχους, σε ρόλους, σε υποχρεώσεις, σε πρέπει. Τις ψυχές όμως όχι. Γιατί όποιος γνώρισε την ελευθερία της αλάνας, όποιος έτρεξε ξυπόλυτος στο χώμα χωρίς φόβο και χωρίς σχέδιο, δεν την παραδίδει ποτέ ολοκληρωτικά. Μπορεί να τη σκεπάσει με χρόνια, με ευθύνες, με σιωπές, αλλά δεν τη χάνει. Την κουβαλά μέσα του σαν μυστικό που δεν λέγεται εύκολα. Σαν σπίθα που μοιάζει να έσβησε, μα με το πρώτο φύσημα ξαναγίνεται φωτιά. Κι ίσως να μην καίει πάντα το ίδιο δυνατά. Ίσως κάποιες μέρες να είναι μόνο μια ζεστασιά στο βάθος του στήθους. Όμως είναι εκεί. Γιατί η αληθινή ελευθερία δεν είναι τόπος, είναι μνήμη και η μνήμη, όταν ριζώσει βαθιά, γίνεται πυξίδα. Γι’ αυτό, ό,τι κι αν αλλάξει γύρω μας, όσα κι αν μας επιβληθούν, η απάντηση θα βρίσκεται πάντα μέσα μας. Στο παιδί που ήμασταν και που, κάπου βαθιά, συνεχίζει να είναι.

Mr Post Fluxus

Οι διακόσιοι στο Σκοπευτήριο της Καισαριανή


Κάποιες φωτογραφίες δεν είναι απλώς ντοκουμέντα, είναι ρωγμές στον χρόνο. Πρόσφατα, εικόνες από τους διακόσιους της Πρωτομαγιάς του ’44 ήρθαν ξανά στο φως και μαζί τους αναδύθηκε κάτι περισσότερο από ιστορική πληροφορία. Αναδύθηκε βλέμμα. Σώμα. Στάση.

Οι διακόσιοι στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής δεν ήταν σύμβολα όταν οδηγήθηκαν εκεί. Ήταν Έλληνες πολιτικοί κρατούμενοι, οι περισσότεροι ήδη φυλακισμένοι από το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά και παραδομένοι κατόπιν στους ναζί κατακτητές. Εκτελέστηκαν ως αντίποινα για ενέργεια του ΕΛΑΣ. Στη μεγάλη τους πλειονότητα ανήκαν στο ΚΚΕ και στο ΕΑΜ. Είχαν όνομα, ηλικία, καταγωγή. Ήταν κομμουνιστές και ταυτόχρονα ήταν παιδιά αυτής της χώρας.
Σε κάποιες από τις εικόνες διακρίνεται η υψωμένη γροθιά. Όχι ως θεατρική χειρονομία, αλλά ως τελευταία δήλωση ύπαρξης. Σε άλλες, τα σώματα στέκονται όρθια, το στήθος προτεταμένο, σαν να επιλέγουν συνειδητά να υποδεχθούν τις σφαίρες χωρίς να λυγίσουν. Δεν είναι πρόκληση, είναι αξιοπρέπεια. Είναι η επιμονή να μη χαρίσεις στον δήμιο ούτε τον φόβο σου.
Η ιστορία γνωρίζει κι άλλες τέτοιες στιγμές. Ο Federico García Lorca έπεσε νεκρός στα χαράματα του ισπανικού εμφυλίου. Ο Víctor Jara δολοφονήθηκε στο στάδιο του Σαντιάγο επειδή τα τραγούδια του είχαν ταυτιστεί με την ελπίδα των πολλών. Η Rosa Luxemburg ρίχτηκε νεκρή σε ένα κανάλι του Βερολίνου. Ο Che Guevara εκτελέστηκε σε ένα σχολείο της Βολιβίας. Διαφορετικές πατρίδες, διαφορετικές διαδρομές, κοινή η απόφαση να μη διαχωρίσουν τις ιδέες τους από το προσωπικό κόστος.
Τι μας ταράζει, λοιπόν, όταν βλέπουμε αυτές τις μορφές; Είναι η ιδεολογία τους ή η στάση τους απέναντι στον θάνατο; Είναι το κόμμα ή το θάρρος; Ίσως αυτό που δυσκολευόμαστε να αντέξουμε δεν είναι η πολιτική τους ταυτότητα, αλλά η καθαρότητα της επιλογής τους.
Οι διακόσιοι της Καισαριανής δεν ήταν αφηρημένη «Αριστερά». Ήταν Έλληνες που εκτελέστηκαν από τις ναζιστικές δυνάμεις Κατοχής. Το ότι ήταν κομμουνιστές δεν ακυρώνει την εθνικότητά τους, όπως και το ότι ήταν Έλληνες δεν ακυρώνει την ιδεολογική τους στράτευση. Η ταυτότητα δεν είναι μονόχρωμη.
Σε μια εποχή όπου η αντίσταση μοιάζει συχνά με ανάρτηση και η αγανάκτηση εξαντλείται σε σχόλια, εκείνες οι φωτογραφίες λειτουργούν σαν σιωπηλή πρόκληση. Όχι για να εξιδανικεύσουμε τον θάνατο. Αλλά για να θυμηθούμε τι σημαίνει να στέκεσαι όρθιος όταν όλα σε θέλουν γονατιστό.
Και τότε το ερώτημα επιστρέφει, επίμονο, αν βρισκόμασταν εμείς μπροστά σε μια ιστορική στιγμή, θα είχαμε το ανάστημα να υπερασπιστούμε αυτό που πιστεύουμε;
Ή θα προτιμούσαμε την ασφάλεια της ουδετερότητας;

Mr Post Fluxus

Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω…


Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω…

Δεν κυβερνούν οι πολιτικοί. Κυβερνά η κόπωση. Η βαρεμάρα. Το «άσε μωρέ» που απλώνεται στον καναπέ σαν γάτα στειρωμένη και χασμουριέται μπροστά στην οθόνη. Το σύστημα δεν χρειάζεται πια τανκς, χρειάζεται wifi, λίγη ειρωνεία, λίγη λάσπη και πολλή σιωπή από εκείνους που κάποτε φώναζαν.

Η εξουσία δεν φοβάται την οργή σου. Τη λατρεύει. Τη θέλει τυφλή, άναρθρη, να ξεθυμαίνει σε σχόλια και stories, να γράφει «όλοι ίδιοι είναι» και μετά να παραγγέλνει πίτσα. Ο τέλειος πολίτης δεν είναι ο πειθαρχημένος ψηφοφόρος, είναι ο απέχων με άποψη. Αυτός που διακηρύσσει πως δεν παίζει το παιχνίδι τους και ύστερα παρακολουθεί τον αγώνα από το κινητό, ενώ άλλοι σηκώνουν το κύπελλο.

Το «όλοι ίδιοι είναι» δεν είναι διαπίστωση. Είναι σύνθημα εξουσίας. Είναι το υπνωτικό χάπι που παίρνεις μόνος σου και μετά κατηγορείς τον γιατρό για τη ζάλη. Δεν χρειάζεται να σε πείσουν για τίποτα. Αρκεί να σε κουράσουν. Να σου κάνουν την πολιτική τόσο βρώμικη, ώστε να μη θες να την αγγίξεις ούτε με γάντια. Κι όταν όλα σαπίζουν, να σηκώνεις τους ώμους και να λες «έτσι είναι η χώρα».

Όχι. Έτσι δεν είναι η χώρα. Έτσι σε θέλουν. Να μπερδεύεις την αποχή με την αξιοπρέπεια, την αδράνεια με την ανωτερότητα, την παραίτηση με την εξυπνάδα. Να πιστεύεις ότι επειδή δεν διάλεξες, δεν ευθύνεσαι. Μα αν δεν μπαίνεις στο παιχνίδι, παίζεις υπέρ του νικητή. Αν δεν διαλέγεις, σε διαλέγουν. Αν δεν λερωθείς, θα σε πατήσουν καθαροί.

Και το ωραιότερο; Θα συνεχίσεις να πιστεύεις ότι αντιστέκεσαι. Ότι τους τιμωρείς. Ότι κρατάς τα χέρια σου καθαρά. Ενώ το μόνο που κρατάς είναι το άλλοθί σου. Το σύστημα σ’ αγαπάει έτσι, θυμωμένο, κυνικό, απόντα. Ένα πράγμα δεν αντέχει, τον πολίτη που εμφανίζεται.

Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω. Όχι τι να ψηφίσετε, όχι ποιον να σταυρώσετε, όχι ποιον να κάνετε εικόνισμα ή σάκο του μποξ. Να πάτε. Στην κάλπη. Με τα νεύρα σας, με τις αμφιβολίες σας, με τη δυσπιστία σας. Αλλά να πάτε.

Ο Mr Post Fluxus δεν μοιράζει κομματικές οδηγίες. Μοιράζει μια ενοχλητική υπενθύμιση, η απουσία δεν είναι στάση. Είναι δώρο. Κάθε φορά που λες «δεν συμμετέχω», κάποιος άλλος συμμετέχει διπλά. Κάθε φορά που επιλέγεις καφέ αντί για κάλπη, κάποιος οργανωμένος, τακτοποιημένος και αποφασισμένος επιλέγει για σένα. Και μετά απορείς γιατί οι αριθμοί δεν βγαίνουν όπως θα ήθελες.

Αν θέλετε να ανατρέψετε την κατάσταση, ξεκινήστε από το αυτονόητο. Εμφανιστείτε. Η εξουσία αντέχει τη γκρίνια, αντέχει τα καυστικά posts, αντέχει τις κατάρες. Αυτό που τη δυσκολεύει είναι η μαζική, ψύχραιμη, επίμονη συμμετοχή. Γιατί τότε οι συσχετισμοί αλλάζουν. Τότε η αλαζονεία μετριέται. Τότε κανείς δεν νιώθει δεδομένος.

Πηγαίνετε και ψηφίστε αυτόν που θεωρείτε λιγότερο επικίνδυνο. Πηγαίνετε και στηρίξτε εκείνον που πιστεύετε ότι μπορεί να πιεστεί, να ελεγχθεί, να λογοδοτήσει. Πηγαίνετε και τιμωρήστε όποιον θεωρείτε ότι σας κορόιδεψε. Η ψήφος δεν είναι γάμος αιώνιος, είναι συμβόλαιο με ρήτρα. Σήμερα σε στηρίζω, αύριο σε αποδοκιμάζω. Αυτό είναι το νόημα.

Μην περιμένετε τον τέλειο. Δεν θα έρθει. Μην ζητάτε άγιο σε ένα σύστημα ανθρώπινο και ελαττωματικό. Ζητήστε τον ικανότερο, τον πιο σοβαρό, τον πιο διαφανή, ή έστω τον λιγότερο επιζήμιο και μετά, μη γυρίσετε στον καναπέ. Παρακολουθήστε, ελέγξτε, απαιτήστε. Η συμμετοχή δεν τελειώνει στην κάλπη, εκεί αρχίζει.

Η ανατροπή δεν είναι ξέσπασμα στιγμής ούτε θυμωμένο σύνθημα. Είναι στρατηγική. Είναι σκέψη. Είναι η συνειδητή απόφαση να μη χαρίσεις το πεδίο σε όσους βασίζονται στη δική σου παραίτηση. Όσο λιγότεροι εμφανίζονται, τόσο ισχυρότεροι γίνονται οι λίγοι. Όσο περισσότεροι βαριούνται, τόσο ευκολότερα κυβερνούν οι βολεμένοι.

Γι’ αυτό, στις επόμενες εκλογές, μη μείνετε σπίτι για να διατηρήσετε την ηθική σας καθαρή. Η καθαρότητα χωρίς παρουσία είναι αορατότητα. Και η αορατότητα δεν αλλάζει τίποτα.

Δεν θα σας πω τι να ρίξετε στην κάλπη. Θα σας πω να ρίξετε τον εαυτό σας μέσα στη διαδικασία. Να είστε εκεί. Να μετρηθείτε. Γιατί αν λείπετε, άλλοι θα μετρηθούν για λογαριασμό σας και μετά θα λέτε πάλι «πώς φτάσαμε ως εδώ;».

           
Mr Post Fluxus

Καταστασιακοί


Καταστασιακοί

Οι Καταστασιακοί δεν εμφανίστηκαν για να προτείνουν ένα ακόμη αισθητικό πρόγραμμα ούτε για να διορθώσουν την πολιτική. Εμφανίστηκαν όταν έγινε φανερό ότι η ζωή είχε αποσπαστεί από τους ανθρώπους της. Όχι με την ωμή βία, αλλά με κάτι πιο ύπουλο, τη συνήθεια, την ανάθεση, την αποδοχή. Ο κόσμος συνέχιζε να λειτουργεί, οι πόλεις να επεκτείνονται, οι εικόνες να πολλαπλασιάζονται, όμως η εμπειρία φτώχαινε. Ζούσαμε περισσότερο ως θεατές του εαυτού μας παρά ως παρόντες μέσα στην ίδια μας τη ζωή.

Αυτό που ονόμασαν Θέαμα δεν ήταν απλώς τα μέσα ή η εικόνα. Ήταν μια συνολική συνθήκη, όπου κάθε τι άμεσο αντικαθίσταται από την αναπαράστασή του και κάθε επιθυμία μεταφράζεται σε ρόλο. Ο άνθρωπος δεν χάνει μόνο την εργασία του ή τον χρόνο του, χάνει τη δυνατότητα να βιώνει. Οι Καταστασιακοί είδαν ότι εδώ βρισκόταν ο πραγματικός πυρήνας της αλλοτρίωσης και γι’ αυτό αρνήθηκαν να διαχωρίσουν την τέχνη από τη ζωή ή την πολιτική από την καθημερινότητα.

Η τέχνη, για αυτούς, είχε φτάσει σε αδιέξοδο όχι επειδή εξαντλήθηκαν οι μορφές της, αλλά επειδή αποκόπηκε από την εμπειρία. Όταν η δημιουργία γίνεται ειδικότητα, η ζωή μένει ακάλυπτη. Γι’ αυτό μίλησαν για την πραγμάτωση και την υπέρβαση της τέχνης, όχι την κατάργησή της, αλλά τη διάχυσή της μέσα στην ίδια τη ζωή. Όχι έργα για να τα κοιτάς, αλλά καταστάσεις για να τις ζεις.

Η πόλη έγινε το κατεξοχήν πεδίο αυτής της σύγκρουσης. Όχι ως αρχιτεκτονικό σχέδιο, αλλά ως τόπος συμπεριφορών, ρυθμών, συναντήσεων και απωλειών. Η περιπλάνηση, η εκτροπή, η αποσταθεροποίηση των συνηθισμένων διαδρομών δεν ήταν παιχνίδια, ήταν τρόποι να ξαναδιεκδικηθεί ο χώρος και ο χρόνος ως βιωμένη εμπειρία. Να θυμηθούμε ότι η καθημερινότητα δεν είναι ουδέτερη, αλλά πολιτική μέχρι το κόκκαλο.

Όταν μίλησαν για επανάσταση της καθημερινής ζωής, δεν εννοούσαν μια βελτίωση των όρων της. Εννοούσαν τη ρήξη με τον τρόπο που μας έμαθαν να υπάρχουμε. Να σταματήσουμε να περιμένουμε. Να πάψουμε να αναθέτουμε. Να πάρουμε πίσω την ευθύνη της επιθυμίας, της χαράς, της απόφασης. Η επανάσταση, γι’ αυτούς, δεν ήταν υπόσχεση του μέλλοντος, αλλά πράξη στο παρόν.

Ο Μάης του ’68 δεν τους ανήκε, αλλά αποκάλυψε ότι δεν ήταν μόνοι. Για μια στιγμή, η ιστορία άνοιξε και φάνηκε πως η ζωή μπορεί να οργανωθεί αλλιώς. Μετά, το σύστημα έμαθε. Αφομοίωσε, εξουδετέρωσε, μετέτρεψε την άρνηση σε πολιτισμικό προϊόν. Εκεί βρίσκεται ο μόνιμος κίνδυνος, όχι η ήττα, αλλά η εξημέρωση.

Σήμερα, οι Καταστασιακοί δεν μας χρειάζονται ως αναγνώστες ή μελετητές. Μας χρειάζονται ως παρόντες. Όχι για να τους μιμηθούμε, αλλά για να σταθούμε στο ίδιο ερώτημα, ζούμε ή απλώς λειτουργούμε; Αν η σκέψη τους παραμένει ζωντανή, είναι γιατί δεν προσφέρει απαντήσεις. Μόνο μια επίμονη, ενοχλητική απαίτηση. να μην αρκεστούμε στη ζωή που μας παραδόθηκε έτοιμη.

Κι αυτό δεν είναι θεωρία. Είναι στάση.

Mr Post Fluxus

Eικόνα: Γραμμένο σε τοίχο από τους καταστασιακούς, γράφει. "Απαγορεύεται να απαγορεύεται!"


Το Κύκνειο Άσμα των Τόπων που Αφουγκράζονται


Το Κύκνειο Άσμα των Τόπων που Αφουγκράζονται

Ο δρόμος δεν σταμάτησε από φόβο, σταμάτησε από ακρόαση. Κάποια πράγματα δεν τα διασχίζεις, τα αφουγκράζεσαι. Η γη μιλάει χαμηλόφωνα και όποιος βιάζεται δεν την ακούει ποτέ. Στα σύνορα δεν υπάρχουν γραμμές, μόνο ανάσες που αλλάζουν ρυθμό. Ένα λεωφορείο περνάει, ένας άνθρωπος κατεβαίνει, μια ιστορία μένει πίσω. Οι τόποι δεν ζητούν χαρτιά, ζητούν μνήμη.
Η φιλία δεν είναι συμφωνία. Είναι σύμπτωση χρόνου. Να πιεις όταν ο άλλος διψάει. Να σωπάσεις όταν το τραγούδι δεν χρειάζεται λόγια. Όχι το ίδιο ποτήρι, το ίδιο βάρος.
Κάποτε νομίζαμε πως οι πολιτισμοί πεθαίνουν θεαματικά. Με φωτιές, με πτώσεις, με τελευταίες λέξεις. Όχι. Πεθαίνουν όταν ξεχνούν να κοιτάζουν γύρω τους. Όταν η πέτρα γίνεται αξιοθέατο και όχι στήριγμα. Όταν το παρόν ζητάει άδεια από το παρελθόν για να υπάρξει.
Αν κάτι τελειώνει, δεν το λυπάσαι. Το αποχαιρετάς όρθιος. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς εθνικούς επιλόγους. Η φύση, δεν είναι μάνα, δεν είναι παρηγοριά. Είναι συνομιλητής. Σκληρός αλλά δίκαιος. Σου δίνει χώρο μόνο αν της δώσεις χρόνο.
Κάθομαι δίπλα της. Δεν της μιλάω. Αφήνω ένα ψίχουλο στο χώμα. Όχι για προσφορά. Για να θυμάμαι πως δεν είμαι ο τελευταίος που πεινάει εδώ. Δεν φεύγει με κραυγή. Φεύγει με ψίθυρο. Σαν την τελευταία ανάσα κάποιου που δεν θέλει να ξυπνήσει τους άλλους.
Η πατρίδα δεν σωριάζεται. Ξαπλώνει. Κουρασμένη από το βάρος των ονομάτων της, από τις σημαίες που έγιναν σεντόνια, από τα τραγούδια που έμειναν χωρίς φωνές. Δεν τη σκότωσαν οι εχθροί. Την άφησαν μόνη. Την έμαθαν να θυμάται αντί να ζει, να καμαρώνει αντί να φροντίζει, να δείχνει αντί να είναι.
Τα παιδιά της έφυγαν με ελαφριές βαλίτσες και βαριές σιωπές. Όχι από μίσος. Από έλλειψη χώρου να αναπνεύσουν. Η μάνα έμεινε στο κατώφλι να μετράει βήματα που δεν γύρισαν.
Τα μνημεία στέκονται ακόμη. Όχι για να θυμίζουν μεγαλείο, αλλά για να μας ρωτούν αν καταλάβαμε τίποτα. Κι αν αυτό είναι το τέλος, ας είναι καθαρό. Χωρίς παρατάσεις, χωρίς θρήνους για τα μάτια του κόσμου. Να κλείσει ο κύκλος όπως άνοιξε, με ανθρώπους, όχι με σύμβολα.
Αυτό είναι το κύκνειο άσμα. Όχι ύμνος. Όχι κατάρα. Μια χαμηλή ευχή, αν κάτι γεννηθεί από τα ερείπια, να μην μοιάζει με εμάς.

Mr Post Fluxus

Ο Πόλεμος Πριν τον Πόλεμο


Ο Πόλεμος Πριν τον Πόλεμο

Ο πόλεμος πριν τον πόλεμο είναι πάντα ο ίδιος, αλλάζει μόνο γεωγραφία και λεξιλόγιο. Σήμερα, όπως και χθες, οι συγκρούσεις που μαίνονται δεν γεννήθηκαν ξαφνικά από κάποιο αναπόφευκτο κακό, αλλά από μια μακρά περίοδο προετοιμασίας της κοινής γνώμης, από αφηγήματα που επαναλαμβάνονται μέχρι να γίνουν φυσικός νόμος. Στην Ουκρανία, πριν ακόμη πέσουν οι πρώτοι πύραυλοι, είχε προηγηθεί ένας πολυετής πόλεμος πληροφοριών, όπου η ιστορία, η ασφάλεια, οι σφαίρες επιρροής και ο φόβος παρουσιάστηκαν αποσπασματικά, ώστε κάθε πλευρά να πείθει τον λαό της πως «δεν υπήρχε άλλη επιλογή». Στη Γάζα και στη Μέση Ανατολή συνολικά, η βία ανακυκλώνεται εδώ και δεκαετίες μέσα από ένα αφήγημα αιώνιας απειλής, όπου κάθε νέα σφαγή βαφτίζεται αυτοάμυνα και κάθε αμφισβήτηση θεωρείται ύποπτη, ενώ οι άμαχοι μετατρέπονται σε στατιστικά στοιχεία που χωρούν άνετα σε έναν τίτλο ειδήσεων. Στην Υεμένη, ένας από τους πιο σιωπηλούς πολέμους της εποχής μας, η ανθρωπιστική καταστροφή σχεδόν εξαφανίστηκε από το δημόσιο βλέμμα, γιατί δεν ταίριαζε σε κάποιο ηρωικό αφήγημα, αποδεικνύοντας, ό,τι δεν προβάλλεται, δεν συγκινεί και άρα δεν «υπάρχει».

Το ίδιο έργο το έχουμε ξαναδεί. Στο Ιράκ, ένας ολόκληρος πόλεμος στηρίχθηκε σε ανύπαρκτα όπλα μαζικής καταστροφής, ένα ψέμα που επαναλήφθηκε τόσο πολύ ώστε έγινε αποδεκτό, μέχρι που κατέρρευσε, όχι όμως πριν διαλυθεί μια χώρα και γεννηθεί ένα χάος που συνεχίζει να αιμορραγεί. Στη Γιουγκοσλαβία, οι βομβαρδισμοί παρουσιάστηκαν ως αναγκαστική πράξη για την ειρήνη, ενώ στην πραγματικότητα άνοιξαν πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ στα Βαλκάνια. Στο Αφγανιστάν, ένας πόλεμος δεκαετιών ντύθηκε με τον μανδύα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της εξαγωγής δημοκρατίας, για να καταλήξει σε μια σιωπηλή αποχώρηση, αφήνοντας πίσω του ερείπια και μια κοινωνία εξαντλημένη.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το μοτίβο παραμένει ίδιο: πρώτα ο φόβος, μετά η απλοποίηση, ύστερα η ηθική ανωτερότητα και στο τέλος η βία ως αναγκαιότητα. Οι λαοί δεν ρωτήθηκαν αν θέλουν πόλεμο, τους ειπώθηκε ότι πρέπει να τον αποδεχτούν. Και όταν η αλήθεια άρχισε να ξεπροβάλλει, ήταν πια αργά, γιατί οι μηχανισμοί της άγνοιας είχαν ήδη κάνει τη δουλειά τους. Αυτός είναι ο πόλεμος που δεν φαίνεται στους χάρτες, αλλά καθορίζει όλα τα μέτωπα: ο πόλεμος της αφήγησης. Και όσο αυτός κερδίζεται από όσους ελέγχουν την πληροφορία, οι πραγματικοί πόλεμοι θα συνεχίζουν να εμφανίζονται ως φυσικά φαινόμενα και όχι ως πολιτικές επιλογές.

Κανένας πόλεμος δεν ξεκινά από την αλήθεια αλλά από μια καλά κατασκευασμένη αφήγηση που προηγείται της πρώτης βόμβας και προετοιμάζει το έδαφος στο μυαλό των ανθρώπων, γιατί οι κοινωνίες δεν γεννούν πολέμους από μόνες τους ούτε ξυπνούν με την επιθυμία να θυσιάσουν τα παιδιά τους, χρειάζεται πρώτα να καλλιεργηθεί ο φόβος, να κατασκευαστεί ένας εχθρός απλοποιημένος και απρόσωπος, να ειπωθεί μια ιστορία όπου «εμείς» είμαστε αναγκαστικά οι καλοί και «οι άλλοι» η απειλή που πρέπει να εξαφανιστεί, και τότε η βία παρουσιάζεται όχι ως επιλογή αλλά ως μονόδρομος.

Έτσι ο πόλεμος βαφτίζεται επανειλημμένα «ανθρωπιστική επέμβαση», η εισβολή γίνεται «απελευθέρωση», τα ψέματα παρουσιάζονται ως αδιαμφισβήτητα στοιχεία και ακόμα κι όταν καταρρέουν, οι νεκροί μένουν πίσω αθόρυβοι και ξεχασμένοι, χώρες διαλυμένες στο όνομα της δημοκρατίας και κοινωνίες που δεν θα ξαναβρούν ποτέ τη συνοχή τους. Οι λαοί δεν πηγαίνουν στον πόλεμο με ανοιχτά μάτια αλλά οδηγούνται μέσα από έναν μηχανισμό μισών αληθειών, επιλεκτικής πληροφόρησης και σιωπών που είναι πιο εκκωφαντικές από τις λέξεις, γιατί ό,τι δεν δείχνεται δεν υπάρχει και ό,τι δεν αμφισβητείται γίνεται κανονικότητα. Ο πραγματικός εχθρός δεν είναι ο απέναντι λαός αλλά η άγνοια που καλλιεργείται συστηματικά από οργανισμούς που βαφτίζουν το ψέμα «εθνικό συμφέρον», που μετατρέπουν την προπαγάνδα σε κοινή λογική και την κριτική σε απειλή, γιατί η ερώτηση είναι επικίνδυνη για κάθε εξουσία.

Όταν όλα τα μέσα μιλούν με μία φωνή και η αμφιβολία χαρακτηρίζεται προδοσία, ο πόλεμος έχει ήδη κερδηθεί πριν καν ξεκινήσει, όχι στα χαρακώματα αλλά στο μυαλό. Κι όμως πάντα υπάρχει άλλη επιλογή, η επιλογή της γνώσης απέναντι στην άγνοια, της μνήμης απέναντι στη λήθη, της συνειδητής αντίστασης στις έτοιμες αφηγήσεις, γιατί όσο οι κοινωνίες μαθαίνουν να βλέπουν πίσω από τις λέξεις και τις εικόνες, τόσο δυσκολότερα θα τις οδηγούν να σκοτώνονται και να σκοτώνονται στο όνομα ψεμάτων.

Mr Post Fluxus

Εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο, πόλεμος στην Ουκρανία

Από τον καναπέ στο μαντρί


Από τον καναπέ στο μαντρί

Μεγαλώσαμε ως κυρ-Παντελήδες. Σε μικρά, άβουλα ανθρωπάκια που έμαθαν πρώτα να κοιτάνε δεξιά κι αριστερά και μετά, αν ποτέ, να κοιτάνε μέσα τους. «Τι θα πουν οι άλλοι;» έγινε δόγμα. Η κοινωνική εικόνα πιο ιερή από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μας έμαθαν να περιμένουμε ποδιές. Να τις φιλάμε όχι από πίστη, αλλά από ανάγκη. Να βολευτούμε! Να χωθούμε κάπου! Να σωθούμε μόνοι μας, αθόρυβα, χωρίς να χαλάσουμε τη σειρά. Μας λέγανε. «Μην μπλέκεις». «Μην μιλάς». «Μην κατεβαίνεις στους δρόμους». «Κάτσε στα αυγά σου, δε βλέπεις τι γίνεται;»

Έτσι εκπαιδευτήκαμε. με γκλομπ, με φόβο, με απαγορεύσεις, με συμβουλές, με νόμους, με υπονοούμενα. Εγώ κι εσύ, εμείς; Δεν σηκωθήκαμε. Όχι γιατί δεν βλέπαμε τι ερχότανε. Αλλά γιατί μάθαμε να εξηγούμε τα πάντα χωρίς να κινούμαστε ούτε εκατοστό. Μάθαμε πως ο πόνος έχει γεωπολιτική ταυτότητα. Πως η καταπίεση επιτρέπεται ή απαγορεύεται ανάλογα με το ποιος είναι «δικός μας» και ποιος «των άλλων». Πως η εξέγερση δεν είναι ποτέ ανθρώπινη ανάγκη, είναι πάντα σχέδιο κάποιου τρίτου.

Η γυναίκα που καίγεται για να αναπνεύσει ελευθερία; Έγινε όργανο. Ο εργάτης που σπάει τη σιωπή του εργοστασίου; Είναι πράκτορας. Ο νέος που βγαίνει στον δρόμο με άδεια χέρια; Φυσικά και είναι υποκινούμενος. Μόνο εμείς είμαστε οι καθαροί. Καθαροί γιατί δεν λερωθήκαμε με συμμετοχή. Καθαροί γιατί δεν ρισκάραμε τίποτα. Καθαροί γιατί περιμέναμε τους άλλους να κάνουν κάτι για εμάς. Περιμέναμε τον σωστό ηγέτη, που θα μας σώσει! Τον «λιγότερο κακό». Τον κοινοβουλευτικά αποδεκτό. Τον Μεσσία με γραβάτα, που μιλάει για τον λαό χωρίς να τον συναντά ποτέ. Όσο περιμέναμε, μάθαμε να μισούμε κάθε αυθόρμητη κίνηση. Γιατί η αυθορμησία χαλάει την αφήγηση.

Σπάει βιτρίνες του καθωσπρεπισμού και των βεβαιοτήτων και αυτό είναι επικίνδυνο. Όχι για το σύστημα. Για την άνεσή μας. Σιγά, σιγά αρχίσαμε να βελάζουμε. Να τρώμε το χορτάρι του κουτού προβάτου και να το βρίσκουμε νόστιμο. Να λέμε «δεν αλλάζει τίποτα», πριν καν δοκιμάσουμε να αλλάξουμε οτιδήποτε. Κάθε γενιά παρέδιδε στην επόμενη όχι εμπειρία αγώνα, αλλά εγχειρίδιο παραίτησης. Να μη φαίνεσαι. Να μη ξεχωρίζεις. Να μη θυμώνεις πολύ. Να μη ζητάς πολλά και όταν κάποιος σήκωνε κεφάλι, δεν χρειαζόταν το κράτος να τον φιμώσει. Το κάναμε εμείς. Με το βλέμμα. Με το σχόλιο. Με το «έλα μωρέ, θα βρεις τον μπελά σου».

Έτσι όλα εξηγούνται εύκολα. Δεν υπάρχουν λαοί, υπάρχουν πόλοι. Δεν υπάρχουν τάξεις, υπάρχουν άξονες. Δεν υπάρχει Ιστορία, υπάρχουν σενάρια. Πάντα κάποια μυστική υπηρεσία για να μας γλιτώνει από την ευθύνη. Κι εμείς; Θεατές. Με άποψη αλλά χωρίς σώμα. Με θυμό αλλά χωρίς δρόμο. Με λόγια αλλά χωρίς ρωγμές. Μας έπεισαν πως η ελπίδα ήταν παιδική αρρώστια. Πως η αλληλεγγύη ήταν παλιά μόδα. Πως όσοι μιλούσαν για κοινή ανθρώπινη μοίρα ήταν αφελείς ή επικίνδυνοι. Κι έτσι ωριμάσαμε. Καθιστοί. Σοφοί. Ακίνητοι. Η Ιστορία συνεχίζει να γράφεται. Απλώς χωρίς εμάς. Δεν γεννηθήκαμε πρόβατα. Μας έμαθαν να φοβόμαστε τον λύκο περισσότερο απ’ όσο φοβόμαστε τη σφαγή.

Mr Post Fluxus

Συμφωνία Ε.Ε. / Mercosur


 Κείμενο για τη συμφωνία Ε.Ε. / Mercosur και γιατί δεν συμφωνώ

Δεν θα μιλήσω με κραυγές. Θα μιλήσω με χώμα στα χέρια. Με χώμα που έχει μνήμη. Με χώμα που ξέρει ποιος το πατά και ποιος το σέβεται. Οι αγρότες δεν είναι αριθμοί σε συμφωνίες. Δεν είναι παράρτημα αγορών, ούτε υποσημείωση σε εμπορικούς χάρτες. Είναι οι άνθρωποι που σηκώνονται πριν χαράξει, που διαβάζουν τον καιρό χωρίς εφαρμογές, που ξέρουν πότε η γη πονά και πότε αντέχει. Κάθε απόφαση που παίρνεται χωρίς αυτούς είναι απόφαση ενάντια στη ζωή. Γιατί όταν χάνεται ο πρωτογενής τομέας, δεν χάνεται μόνο η παραγωγή. Χάνεται η αυτάρκεια. Χάνεται η αξιοπρέπεια. Χάνεται η ελευθερία να σταθείς όρθιος χωρίς να ζητάς άδεια για να φας. Δεν θέλουμε τρόφιμα χωρίς πρόσωπο. Δεν θέλουμε τροφή χωρίς ιστορία. Δεν θέλουμε ένα πιάτο γεμάτο αλλά έναν τόπο άδειο. Η γη δεν είναι εμπόρευμα. Είναι σχέση. Είναι ευθύνη. Είναι κοινό σπίτι. Και όποιος ξεχνά ότι η γη ανήκει σε αυτούς που τη δουλεύουν, όποιος θυσιάζει τον μόχθο στο βωμό της «ανάπτυξης», γράφει πάνω στο χώμα με στυλό που δεν θα αντέξει στο χρόνο. Εμείς θα θυμόμαστε. Οι αγρότες θα θυμούνται. Και η γη, πάντα θυμάται.

Η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Mercosur παρουσιάζεται ως ένα ακόμη βήμα «ελεύθερου εμπορίου», ανάπτυξης και γεωπολιτικής ισορροπίας. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι μια βαθιά πολιτική επιλογή με κοινωνικές, περιβαλλοντικές και παραγωγικές συνέπειες, γι’ αυτό δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί της.
Πρώτον, γιατί πλήττει άμεσα τον πρωτογενή τομέα της Ευρώπης και ιδιαίτερα των χωρών του Νότου. Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα που παράγονται με εντελώς διαφορετικούς όρους, χαμηλότερα εργασιακά κόστη, χαλαρότερους περιβαλλοντικούς κανόνες, χρήση φυτοφαρμάκων και πρακτικών που στην Ευρώπη, ορθά απαγορεύονται. Αυτό δεν είναι ελεύθερος ανταγωνισμός, είναι θεσμοθετημένη ανισότητα.
Δεύτερον, γιατί υπονομεύει τη διατροφική κυριαρχία. Μια κοινωνία που δεν ελέγχει τι παράγει και τι τρώει, είναι μια κοινωνία ευάλωτη. Η εξάρτηση από μαζικές εισαγωγές τροφίμων αποδυναμώνει την αυτάρκεια, διαλύει την τοπική παραγωγή και μετατρέπει τη διατροφή από κοινωνικό δικαίωμα σε προϊόν παγκόσμιας κερδοσκοπίας.
Τρίτον, γιατί οι περιβαλλοντικές συνέπειες είναι τεράστιες. Η συμφωνία ενθαρρύνει την αποψίλωση δασών, την εντατική κτηνοτροφία, τη μονοκαλλιέργεια και την καταστροφή οικοσυστημάτων στη Νότια Αμερική, στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας». Η κλιματική κρίση δεν αντιμετωπίζεται με περισσότερα πλοία, περισσότερα χιλιόμετρα μεταφοράς και περισσότερη βιομηχανοποιημένη παραγωγή τροφής.
Τέταρτον, γιατί αγνοεί τον άνθρωπο του μόχθου και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Αγρότες, εργάτες γης, μικροπαραγωγοί γίνονται αναλώσιμοι. Κερδισμένοι δεν είναι οι κοινωνίες, αλλά οι μεγάλες αγροβιομηχανίες, τα λόμπι τροφίμων και οι πολυεθνικές που επιβάλλουν τους όρους τους πάνω από κυβερνήσεις και λαούς.
Τέλος, δεν συμφωνώ γιατί αυτό το μοντέλο ανάπτυξης έχει ήδη αποτύχει. Υπόσχεται φθηνά προϊόντα, αλλά παράγει ακριβές κοινωνικές πληγές. Υπόσχεται ευημερία, αλλά αφήνει πίσω του φτώχεια, εγκατάλειψη της υπαίθρου και απώλεια αξιοπρέπειας για όσους κρατούν ζωντανή τη γη. Δεν είμαι ενάντια στη συνεργασία των λαών. Είμαι ενάντια στις συμφωνίες που γίνονται χωρίς τους λαούς. Θέλω μια Ευρώπη που να προστατεύει τους αγρότες της, να σέβεται τη γη, να υπερασπίζεται την τροφή ως κοινό αγαθό και όχι ως χρηματιστηριακό προϊόν. Γιατί η γη δεν είναι αριθμός σε σύμβαση. Είναι ζωή.

Mr Post Fluxus

Διεθνές Δίκαιο



Διεθνές Δίκαιο

Η κατάσταση στη Βενεζουέλα δεν είναι απλώς μια «εσωτερική κρίση» ενός κράτους της Λατινικής Αμερικής. Είναι ένας καθρέφτης του πώς λειτουργεί σήμερα ο κόσμος όταν το διεθνές δίκαιο συγκρούεται με τα συμφέροντα, όταν η κυριαρχία ενός λαού μπαίνει σε εισαγωγικά και η δημοκρατία γίνεται εργαλείο επιλεκτικής χρήσης.


Εδώ και χρόνια, η Βενεζουέλα βρίσκεται υπό ασφυκτική οικονομική, πολιτική και θεσμική πίεση. Κυρώσεις, οικονομικός αποκλεισμός, παρεμβάσεις, απειλές και απόπειρες απονομιμοποίησης μιας εκλεγμένης κυβέρνησης συνθέτουν ένα γνώριμο μοτίβο, πρώτα στραγγαλίζεις μια κοινωνία, μετά δείχνεις τη φτώχεια της ως απόδειξη «αποτυχίας» και στο τέλος εμφανίζεσαι ως σωτήρας. Δεν είναι καινούργιο. Είναι εγχειρίδιο.

Το αφήγημα είναι πάντα το ίδιο, «ανθρωπιστική κρίση», «ανησυχία για τα ανθρώπινα δικαιώματα», «προστασία της δημοκρατίας». Όμως την ίδια στιγμή, το διεθνές δίκαιο σιωπά δεμένο χειροπόδαρα. Οι αρχές της μη επέμβασης, της εθνικής κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των λαών εφαρμόζονται à la carte. Όχι με βάση το δίκαιο, αλλά με βάση το ποιος ελέγχει την ενέργεια, τις πρώτες ύλες, τις γεωπολιτικές ισορροπίες.

Η Βενεζουέλα πληρώνει ακριβά το γεγονός ότι τόλμησε να αμφισβητήσει την κανονικότητα της παγκόσμιας αγοράς και να μιλήσει για κοινωνική δικαιοσύνη, αναδιανομή και λαϊκή κυριαρχία. Πληρώνει επίσης το ότι διαθέτει τεράστιο φυσικό πλούτο σε έναν κόσμο που δεν συγχωρεί την ανυπακοή. Οι απλοί άνθρωποι, όχι οι ελίτ, σηκώνουν το βάρος, ελλείψεις, ανασφάλεια, μετανάστευση, καθημερινή φθορά.

Το πιο επικίνδυνο όμως δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα. Είναι το προηγούμενο που δημιουργείται. Αν η ισχύς υπερισχύει του δικαίου εκεί, τότε μπορεί να συμβεί παντού. Αν ένα κράτος μπορεί να τιμωρείται συλλογικά επειδή δεν ευθυγραμμίζεται, τότε κανένας λαός δεν είναι πραγματικά ελεύθερος.

Η Βενεζουέλα δεν χρειάζεται προστάτες με όπλα και κυρώσεις. Χρειάζεται σεβασμό, διάλογο και το αυτονόητο δικαίωμα να αποφασίζει μόνη της για το μέλλον της, με τα λάθη της, τις αντιφάσεις της και τις ευθύνες της. Γιατί χωρίς αυτό, το «διεθνές δίκαιο» δεν είναι παρά μια λέξη γραμμένη σε πανό, με δεμένα χέρια, μάτια και ακουστικά στα αυτιά. Και τότε, δεν κινδυνεύει μόνο η Βενεζουέλα. Κινδυνεύουμε όλοι.

Mr Post Fluxus