Μια φανταστική ιστορία που ίσως και να είναι πραγματικότητα
«Το κλειστό παράθυρο ενός υπογείου με πρόσωπο στον δρόμο»
Το παράθυρο ενός υπογείου που κάποτε κοιτούσε στον δρόμο, σήμερα παραμένει κλειστό. Πριν από ένα μήνα, το έβλεπα ανοιχτό καθημερινά. Ήταν μια σταθερή εικόνα στις βόλτες μου. Σε μια εποχή απομόνωσης και σιωπής, πολλοί άνθρωποι ψάχνουν τρόπους να κρατήσουν μια επαφή με τον έξω κόσμο, αλλά και τον εσωτερικό τους. Οι καθημερινοί περίπατοι στην γειτονιά ήταν η δική μου διέξοδος. Και κάπως έτσι, εκείνο το ανοιχτό παράθυρο άρχισε να γίνεται σημείο αναφοράς.
Πίσω από τα κάγκελα αυτού του παραθύρου καθόταν μια γιαγιά. Με τα χέρια της να ακουμπούν στο πρεβάζι, παρατηρούσε τον δρόμο και τους περαστικούς. Κάποιες φορές, το βλέμμα της έμοιαζε να ταξιδεύει πέρα από την πραγματικότητα της γειτονιάς. Ήταν μόνη της, αλλά με μια γαλήνη που φαινόταν σαν να είχε αποδεχτεί τη ροή του χρόνου. Τη συναντούσα καθημερινά, και παρόλο που ήθελα να της μιλήσω, δίσταζα. Ήταν μια παρουσία ήσυχη, που δεν ήθελα να διαταράξω.
Μια μέρα, όμως, μάζεψα το θάρρος μου και της είπα ένα απλό «Καλησπέρα». Το πρόσωπό της φωτίστηκε αμέσως. Ένα τόσο απλό «Καλησπέρα» ήταν αρκετό για να σπάσει τον πάγο. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε φορά που περνούσα, της έλεγα «Καλημέρα» ή «Καλησπέρα», και εκείνη μου ανταπέδιδε με ένα ζεστό χαμόγελο. Εκείνες οι στιγμές έγιναν μέρος της καθημερινότητάς μου, μια μικρή συνήθεια που έδινε νόημα στην ημέρα μου. Ήταν σαν να προσφέραμε ο ένας στον άλλον μια καθημερινή κίνηση καλοσύνης, ένα κρυφό δώρο ανθρώπινης επαφής μέσα στην απρόσωπη πόλη.
Όταν επέστρεψα από τις καλοκαιρινές διακοπές, όμως, το παράθυρο ήταν κλειστό. Περίμενα μέρες να δω και πάλι τη φιγούρα της, αλλά η σιωπή συνέχισε. Η ανησυχία μεγάλωνε, ώσπου τελικά έμαθα ότι η γιαγιά είχε «φύγει». Ήταν μια ήσυχη απώλεια, όπως ήταν και η ίδια. Το παράθυρο πλέον σφραγισμένο, τα ρολά μισοκατεβασμένα, και τα κάγκελα δεν έμοιαζαν πια προστατευτικά, αλλά σαν μια φυλακή της μνήμης.
Παρότι δεν ήταν κοντινός μου άνθρωπος, η παρουσία της είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Ένιωσα ένα κενό, σαν να έχασα έναν μικρό αλλά πολύτιμο δεσμό. Όμως αυτή η απώλεια, παρά τον πόνο της, μου έδωσε ένα πολύτιμο μάθημα. Καθημερινά, προσπερνάμε ανθρώπους και στιγμές που μπορεί να φαίνονται ασήμαντες, αλλά κρύβουν τη δυνατότητα για συνδέσεις που δίνουν ζωή.
Η γιαγιά δεν είναι πια εκεί, αλλά η μνήμη της, μαζί με την καθημερινή μας «Καλημέρα», δεν θα χαθεί. Έμαθα ότι ακόμα και η πιο απλή πράξη, όπως ένας χαιρετισμός, έχει τη δύναμη να φέρει τους ανθρώπους κοντά, να τους θυμίζει ότι δεν είναι μόνοι. Σε έναν κόσμο που συχνά τείνει να απομονώνει, κάθε καλημέρα που μοιραζόμαστε είναι μια μικρή νίκη ενάντια στην αποξένωση. Και έτσι, θα συνεχίσω να χαιρετώ τους ανθρώπους γύρω μου, γιατί ποτέ δεν ξέρουμε πόση δύναμη μπορεί να κρύβει μια τόσο απλή λέξη.
Η καθημερινότητα κρύβει ευκαιρίες για σύνδεση. Αυτές οι μικρές πράξεις καλοσύνης δεν είναι ασήμαντες, αλλά κομμάτια που φέρνουν κοντά τον έναν στον άλλον. Και ίσως το κλειστό παράθυρο να μην είναι το τέλος, αλλά η αρχή για να προσφέρουμε ένα χέρι σε όσους ακόμα κοιτάζουν τον δρόμο, περιμένοντας μια «Καλημέρα».
