Τρία χρόνια από την τραγωδία στα Τέμπη
Τρία χρόνια από την τραγωδία στα Τέμπη και όμως ο χρόνος δεν λειτούργησε σαν γιατρικό, λειτούργησε σαν υπενθύμιση. Υπενθύμιση μιας νύχτας που πάγωσε τα πάντα, που διέκοψε απότομα διαδρομές, σχέδια, αγκαλιές που περίμεναν σε κάποιον σταθμό. Πώς γίνεται να περνούν τα χρόνια και ο πόνος να παραμένει τόσο παρών; Πώς γίνεται μια κοινωνία να συνεχίζει κανονικά όταν για κάποιες οικογένειες ο χρόνος σταμάτησε οριστικά;Ήταν άνθρωποι που ταξίδευαν για να φτάσουν σπίτι. Ήταν νέοι με όνειρα, γονείς με αγωνίες, φίλοι με σχέδια για την επόμενη μέρα. Και ξαφνικά, η επόμενη μέρα δεν ήρθε ποτέ. Ποιος μπορεί να απαντήσει γιατί; Ποιος μπορεί να κοιτάξει στα μάτια μια μητέρα και να της εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη; Ήταν ανθρώπινο λάθος; Ήταν αλυσίδα παραλείψεων; Ήταν κάτι που θα μπορούσε να είχε αποτραπεί; Πόσες προειδοποιήσεις προηγήθηκαν; Πόσες ευκαιρίες υπήρξαν για να μη γραφτεί αυτή η τραγωδία;
Τρία χρόνια μετά, τα δωμάτια παραμένουν όπως έμειναν εκείνο το βράδυ. Ρούχα διπλωμένα, βιβλία ανοιχτά, μηνύματα που δεν διαβάστηκαν ποτέ. Πώς γεμίζει μια άδεια καρέκλα στο οικογενειακό τραπέζι; Πώς αντέχεται η σιωπή όταν ξέρεις ότι δεν θα ακουστεί ξανά εκείνη η φωνή; Πώς συνεχίζεις όταν κάθε ήχος τρένου θυμίζει αυτό που χάθηκε;
Η μνήμη δεν είναι μια τελετή που ολοκληρώνεται σε λίγα λεπτά σιγής. Είναι μια διαρκής απαίτηση για αλήθεια. Γιατί ακόμη υπάρχουν ερωτήματα που αιωρούνται. Υπάρχουν ευθύνες που ζητούν φως. Υπάρχει μια κοινωνία που δεν θέλει να ξεχάσει, γιατί αν ξεχάσει θα είναι σαν να αποδέχεται, πώς μπορεί να αποδεχτεί κανείς κάτι τόσο άδικο;
Πώς να αναπαυθούν εν ειρήνη οι αδελφές και οι αδελφοί μας, οι μανάδες και οι πατεράδες μας, οι φίλοι και οι κολλητοί μας, όταν τα «γιατί» δεν έχουν απάντηση; Πώς να γαληνέψει η μνήμη τους όταν η αλήθεια μένει θολή και οι σκιές δεν διαλύονται; Πώς να κλείσει μια πληγή όταν ακόμη αιμορραγεί από αναπάντητα ερωτήματα;
Πώς να ησυχάσει η ψυχή όταν η δικαίωση καθυστερεί; Πώς να βρουν ανάπαυση όταν η κοινωνία ακόμη ρωτά και δεν λαμβάνει απαντήσεις; Η ειρήνη δεν έρχεται με τη λήθη, έρχεται με την αλήθεια, όσο η αλήθεια δεν στέκεται καθαρή και πλήρης μπροστά σε όλους, η μνήμη τους θα μας καλεί, θα μας ταρακουνά, θα μας θυμίζει.
Ίσως η ανάπαυσή τους να περνά μέσα από τη δική μας επιμονή. Να μην ξεχάσουμε. Να μη συνηθίσουμε. Να μη δεχτούμε ότι «έτσι είναι». Γιατί οι ζωές τους άξιζαν περισσότερα. Άξιζαν ασφάλεια. Άξιζαν φροντίδα. Άξιζαν να επιστρέψουν σπίτι.
Μέχρι να απαντηθούν τα «γιατί», μέχρι να αποδοθεί όλη η ευθύνη, η προσευχή μας δεν θα είναι μόνο για ανάπαυση. Θα είναι και για φως. Για δικαιοσύνη. Για μια αλήθεια που θα επιτρέψει στις ψυχές τους να γαληνέψουν και στις δικές μας να πάψουν να ρωτούν μέσα στη νύχτα.
Mr Post Fluxus
Τσανταλίνα μανταλίνα
Πώς να μας βάλεις σε καλούπι; Πώς να χωρέσεις σε σύστημα εκείνους που μεγάλωσαν χωρίς σύστημα, με γόνατα σκισμένα και ψυχές ανοιχτές; Για εμάς η ελευθερία δεν ήταν έννοια θεωρητική, ήταν η αλάνα πίσω από το σπίτι, το πεζούλι της γειτονιάς, το φως της λάμπας του δρόμου που άναβε και γινόταν το άτυπο ρολόι της ημέρας.Στη δεκαετία του ’80 η γειτονιά ήταν ολόκληρο σύμπαν. Δύο πέτρες για δοκάρια, μια μπάλα ξεφούσκωτη και κανονισμοί που γεννιούνταν από τη στιγμή. Τσανταλίνα μανταλίνα, κρυφτό και κυνηγητό μέχρι να σκοτεινιάσει τόσο που να μη ξεχωρίζεις πρόσωπα. Κι έπειτα εκείνο το γνώριμο κάλεσμα από το μπαλκόνι, «έλα μέσα!» η μόνη εντολή που είχε πραγματική ισχύ. Τσακωνόμασταν για ένα γκολ, ορκιζόμασταν πως «ήταν μέσα», και πέντε λεπτά μετά παίζαμε ξανά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Η παρέα ήταν νόμος και η φιλία αυτονόητη.
Στις τσέπες μας δεν κουβαλούσαμε χρήματα αλλά θησαυρούς. Χαρτάκια της Panini, κάρτες ποδοσφαίρου με φθαρμένες άκρες από τις αμέτρητες ανταλλαγές. Ένα «το έχεις διπλό;» μπορούσε να ανοίξει διαπραγματεύσεις ολόκληρες. Ένα σπάνιο χαρτάκι σε ανέβαζε στην ιεραρχία της γειτονιάς. Ήταν η δική μας οικονομία, χωρίς χρήμα, μόνο με αξία. Υπήρχαν και τα φυσοκάλαμα με τα χάρτινα χωνάκια καμωμένα από χαρτιά τηλεφωνικού καταλόγου, κίτρινα, ροζ, γαλάζια, τα αυτοσχέδια σπαθιά, τα ποδήλατα που έτριζαν στις κατηφόρες, χωρίς φρένα με κόντρες. Κάθε γρατζουνιά ήταν παράσημο, κάθε σημάδι μια ιστορία.
Δεν είχαμε πολλά, αλλά είχαμε χρόνο. Είχαμε χώμα. Είχαμε ο ένας τον άλλον.
Και ύστερα ήρθαν τα ’90s και η εφηβεία μπήκε με παραμόρφωση κιθάρας. Το δωμάτιο έγινε καταφύγιο και τα ακουστικά εξομολόγηση. Οι Metallica μάς έμαθαν την ένταση, οι Nirvana τη μελαγχολία που δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε, οι Iron Maiden μας ταξίδευαν μακριά από τα στενά της γειτονιάς και οι Sex Pistols μας θύμιζαν πως η αμφισβήτηση είναι δικαίωμα. Η μουσική δεν ήταν απλώς ήχος, ήταν ταυτότητα, δήλωση ύπαρξης, άρνηση να μικρύνουμε για να χωρέσουμε.
Μας είπαν να μεγαλώσουμε, να προσαρμοστούμε, να μπούμε σε γραμμές. Μα εμείς είχαμε μάθει αλλιώς. Είχαμε μάθει να πέφτουμε και να σηκωνόμαστε χωρίς κοινό. Να υπερασπιζόμαστε ένα παιχνίδι σαν να ήταν παγκόσμιος τελικός. Να δίνουμε αξία σε μικρά πράγματα που για άλλους ήταν ασήμαντα, σε μια κασέτα, σε ένα χαρτάκι, σε ένα βλέμμα από το απέναντι μπαλκόνι.
Οι αλάνες έγιναν πάρκινγκ και οι πολυκατοικίες σκέπασαν τα γέλια μας. Τα χαρτάκια μπήκαν σε κουτιά και οι κιθάρες σώπασαν σε κάποια ντουλάπα. Όμως εκείνα τα παιδιά δεν χάθηκαν. Ζουν μέσα μας κάθε φορά που ακούμε μια παλιά εισαγωγή κιθάρας, κάθε φορά που μυρίζουμε καλοκαίρι και θυμόμαστε το φως του δρόμου να ανάβει.
Τα σώματα μπορείς να τα περιορίσεις. Να τα κλείσεις σε τέσσερις τοίχους, σε ρόλους, σε υποχρεώσεις, σε πρέπει. Τις ψυχές όμως όχι. Γιατί όποιος γνώρισε την ελευθερία της αλάνας, όποιος έτρεξε ξυπόλυτος στο χώμα χωρίς φόβο και χωρίς σχέδιο, δεν την παραδίδει ποτέ ολοκληρωτικά. Μπορεί να τη σκεπάσει με χρόνια, με ευθύνες, με σιωπές, αλλά δεν τη χάνει. Την κουβαλά μέσα του σαν μυστικό που δεν λέγεται εύκολα. Σαν σπίθα που μοιάζει να έσβησε, μα με το πρώτο φύσημα ξαναγίνεται φωτιά. Κι ίσως να μην καίει πάντα το ίδιο δυνατά. Ίσως κάποιες μέρες να είναι μόνο μια ζεστασιά στο βάθος του στήθους. Όμως είναι εκεί. Γιατί η αληθινή ελευθερία δεν είναι τόπος, είναι μνήμη και η μνήμη, όταν ριζώσει βαθιά, γίνεται πυξίδα. Γι’ αυτό, ό,τι κι αν αλλάξει γύρω μας, όσα κι αν μας επιβληθούν, η απάντηση θα βρίσκεται πάντα μέσα μας. Στο παιδί που ήμασταν και που, κάπου βαθιά, συνεχίζει να είναι.
Mr Post Fluxus
Οι διακόσιοι στο Σκοπευτήριο της Καισαριανή
Κάποιες φωτογραφίες δεν είναι απλώς ντοκουμέντα, είναι ρωγμές στον χρόνο. Πρόσφατα, εικόνες από τους διακόσιους της Πρωτομαγιάς του ’44 ήρθαν ξανά στο φως και μαζί τους αναδύθηκε κάτι περισσότερο από ιστορική πληροφορία. Αναδύθηκε βλέμμα. Σώμα. Στάση.Οι διακόσιοι στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής δεν ήταν σύμβολα όταν οδηγήθηκαν εκεί. Ήταν Έλληνες πολιτικοί κρατούμενοι, οι περισσότεροι ήδη φυλακισμένοι από το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά και παραδομένοι κατόπιν στους ναζί κατακτητές. Εκτελέστηκαν ως αντίποινα για ενέργεια του ΕΛΑΣ. Στη μεγάλη τους πλειονότητα ανήκαν στο ΚΚΕ και στο ΕΑΜ. Είχαν όνομα, ηλικία, καταγωγή. Ήταν κομμουνιστές και ταυτόχρονα ήταν παιδιά αυτής της χώρας.
Σε κάποιες από τις εικόνες διακρίνεται η υψωμένη γροθιά. Όχι ως θεατρική χειρονομία, αλλά ως τελευταία δήλωση ύπαρξης. Σε άλλες, τα σώματα στέκονται όρθια, το στήθος προτεταμένο, σαν να επιλέγουν συνειδητά να υποδεχθούν τις σφαίρες χωρίς να λυγίσουν. Δεν είναι πρόκληση, είναι αξιοπρέπεια. Είναι η επιμονή να μη χαρίσεις στον δήμιο ούτε τον φόβο σου.
Η ιστορία γνωρίζει κι άλλες τέτοιες στιγμές. Ο Federico García Lorca έπεσε νεκρός στα χαράματα του ισπανικού εμφυλίου. Ο Víctor Jara δολοφονήθηκε στο στάδιο του Σαντιάγο επειδή τα τραγούδια του είχαν ταυτιστεί με την ελπίδα των πολλών. Η Rosa Luxemburg ρίχτηκε νεκρή σε ένα κανάλι του Βερολίνου. Ο Che Guevara εκτελέστηκε σε ένα σχολείο της Βολιβίας. Διαφορετικές πατρίδες, διαφορετικές διαδρομές, κοινή η απόφαση να μη διαχωρίσουν τις ιδέες τους από το προσωπικό κόστος.
Τι μας ταράζει, λοιπόν, όταν βλέπουμε αυτές τις μορφές; Είναι η ιδεολογία τους ή η στάση τους απέναντι στον θάνατο; Είναι το κόμμα ή το θάρρος; Ίσως αυτό που δυσκολευόμαστε να αντέξουμε δεν είναι η πολιτική τους ταυτότητα, αλλά η καθαρότητα της επιλογής τους.
Οι διακόσιοι της Καισαριανής δεν ήταν αφηρημένη «Αριστερά». Ήταν Έλληνες που εκτελέστηκαν από τις ναζιστικές δυνάμεις Κατοχής. Το ότι ήταν κομμουνιστές δεν ακυρώνει την εθνικότητά τους, όπως και το ότι ήταν Έλληνες δεν ακυρώνει την ιδεολογική τους στράτευση. Η ταυτότητα δεν είναι μονόχρωμη.
Σε μια εποχή όπου η αντίσταση μοιάζει συχνά με ανάρτηση και η αγανάκτηση εξαντλείται σε σχόλια, εκείνες οι φωτογραφίες λειτουργούν σαν σιωπηλή πρόκληση. Όχι για να εξιδανικεύσουμε τον θάνατο. Αλλά για να θυμηθούμε τι σημαίνει να στέκεσαι όρθιος όταν όλα σε θέλουν γονατιστό.
Και τότε το ερώτημα επιστρέφει, επίμονο, αν βρισκόμασταν εμείς μπροστά σε μια ιστορική στιγμή, θα είχαμε το ανάστημα να υπερασπιστούμε αυτό που πιστεύουμε;
Ή θα προτιμούσαμε την ασφάλεια της ουδετερότητας;
Mr Post Fluxus
Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω…
Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω…
Δεν κυβερνούν οι πολιτικοί. Κυβερνά η κόπωση. Η βαρεμάρα. Το «άσε μωρέ» που
απλώνεται στον καναπέ σαν γάτα στειρωμένη και χασμουριέται μπροστά στην οθόνη.
Το σύστημα δεν χρειάζεται πια τανκς, χρειάζεται wifi, λίγη ειρωνεία, λίγη λάσπη
και πολλή σιωπή από εκείνους που κάποτε φώναζαν.
Η εξουσία δεν φοβάται την οργή σου. Τη λατρεύει.
Τη θέλει τυφλή, άναρθρη, να ξεθυμαίνει σε σχόλια και stories, να γράφει «όλοι
ίδιοι είναι» και μετά να παραγγέλνει πίτσα. Ο τέλειος πολίτης δεν είναι ο
πειθαρχημένος ψηφοφόρος, είναι ο απέχων με άποψη. Αυτός που διακηρύσσει πως δεν
παίζει το παιχνίδι τους και ύστερα παρακολουθεί τον αγώνα από το κινητό, ενώ
άλλοι σηκώνουν το κύπελλο.
Το «όλοι ίδιοι είναι» δεν είναι διαπίστωση.
Είναι σύνθημα εξουσίας. Είναι το υπνωτικό χάπι που παίρνεις μόνος σου και μετά
κατηγορείς τον γιατρό για τη ζάλη. Δεν χρειάζεται να σε πείσουν για τίποτα.
Αρκεί να σε κουράσουν. Να σου κάνουν την πολιτική τόσο βρώμικη, ώστε να μη θες
να την αγγίξεις ούτε με γάντια. Κι όταν όλα σαπίζουν, να σηκώνεις τους ώμους
και να λες «έτσι είναι η χώρα».
Όχι. Έτσι δεν είναι η χώρα. Έτσι σε θέλουν. Να
μπερδεύεις την αποχή με την αξιοπρέπεια, την αδράνεια με την ανωτερότητα, την
παραίτηση με την εξυπνάδα. Να πιστεύεις ότι επειδή δεν διάλεξες, δεν ευθύνεσαι.
Μα αν δεν μπαίνεις στο παιχνίδι, παίζεις υπέρ του νικητή. Αν δεν διαλέγεις, σε
διαλέγουν. Αν δεν λερωθείς, θα σε πατήσουν καθαροί.
Και το ωραιότερο; Θα συνεχίσεις να πιστεύεις ότι αντιστέκεσαι. Ότι τους τιμωρείς. Ότι κρατάς τα χέρια σου καθαρά. Ενώ το μόνο που κρατάς είναι το άλλοθί σου. Το σύστημα σ’ αγαπάει έτσι, θυμωμένο, κυνικό, απόντα. Ένα πράγμα δεν αντέχει, τον πολίτη που εμφανίζεται.
Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω. Όχι τι να ψηφίσετε, όχι ποιον να σταυρώσετε,
όχι ποιον να κάνετε εικόνισμα ή σάκο του μποξ. Να πάτε. Στην κάλπη. Με τα νεύρα
σας, με τις αμφιβολίες σας, με τη δυσπιστία σας. Αλλά να πάτε.
Ο Mr Post Fluxus δεν μοιράζει κομματικές
οδηγίες. Μοιράζει μια ενοχλητική υπενθύμιση, η απουσία δεν είναι στάση. Είναι
δώρο. Κάθε φορά που λες «δεν συμμετέχω», κάποιος άλλος συμμετέχει διπλά. Κάθε
φορά που επιλέγεις καφέ αντί για κάλπη, κάποιος οργανωμένος, τακτοποιημένος και
αποφασισμένος επιλέγει για σένα. Και μετά απορείς γιατί οι αριθμοί δεν βγαίνουν
όπως θα ήθελες.
Αν θέλετε να ανατρέψετε την κατάσταση, ξεκινήστε
από το αυτονόητο. Εμφανιστείτε. Η εξουσία αντέχει τη γκρίνια, αντέχει τα
καυστικά posts, αντέχει τις κατάρες. Αυτό που τη δυσκολεύει είναι η μαζική,
ψύχραιμη, επίμονη συμμετοχή. Γιατί τότε οι συσχετισμοί αλλάζουν. Τότε η
αλαζονεία μετριέται. Τότε κανείς δεν νιώθει δεδομένος.
Πηγαίνετε και ψηφίστε αυτόν που θεωρείτε
λιγότερο επικίνδυνο. Πηγαίνετε και στηρίξτε εκείνον που πιστεύετε ότι μπορεί να
πιεστεί, να ελεγχθεί, να λογοδοτήσει. Πηγαίνετε και τιμωρήστε όποιον θεωρείτε
ότι σας κορόιδεψε. Η ψήφος δεν είναι γάμος αιώνιος, είναι συμβόλαιο με ρήτρα.
Σήμερα σε στηρίζω, αύριο σε αποδοκιμάζω. Αυτό είναι το νόημα.
Μην περιμένετε τον τέλειο. Δεν θα έρθει. Μην
ζητάτε άγιο σε ένα σύστημα ανθρώπινο και ελαττωματικό. Ζητήστε τον ικανότερο, τον
πιο σοβαρό, τον πιο διαφανή, ή έστω τον λιγότερο επιζήμιο και μετά, μη γυρίσετε
στον καναπέ. Παρακολουθήστε, ελέγξτε, απαιτήστε. Η συμμετοχή δεν τελειώνει στην
κάλπη, εκεί αρχίζει.
Η ανατροπή δεν είναι ξέσπασμα στιγμής ούτε
θυμωμένο σύνθημα. Είναι στρατηγική. Είναι σκέψη. Είναι η συνειδητή απόφαση να
μη χαρίσεις το πεδίο σε όσους βασίζονται στη δική σου παραίτηση. Όσο λιγότεροι
εμφανίζονται, τόσο ισχυρότεροι γίνονται οι λίγοι. Όσο περισσότεροι βαριούνται,
τόσο ευκολότερα κυβερνούν οι βολεμένοι.
Γι’ αυτό, στις επόμενες εκλογές, μη μείνετε
σπίτι για να διατηρήσετε την ηθική σας καθαρή. Η καθαρότητα χωρίς παρουσία
είναι αορατότητα. Και η αορατότητα δεν αλλάζει τίποτα.
Δεν θα σας πω τι να ρίξετε στην κάλπη. Θα σας πω να ρίξετε τον εαυτό σας μέσα στη διαδικασία. Να είστε εκεί. Να μετρηθείτε. Γιατί αν λείπετε, άλλοι θα μετρηθούν για λογαριασμό σας και μετά θα λέτε πάλι «πώς φτάσαμε ως εδώ;».
Mr Post Fluxus
Καταστασιακοί
Καταστασιακοί
Οι Καταστασιακοί δεν εμφανίστηκαν για να προτείνουν ένα ακόμη αισθητικό
πρόγραμμα ούτε για να διορθώσουν την πολιτική. Εμφανίστηκαν όταν έγινε φανερό
ότι η ζωή είχε αποσπαστεί από τους ανθρώπους της. Όχι με την ωμή βία, αλλά με
κάτι πιο ύπουλο, τη συνήθεια, την ανάθεση, την αποδοχή. Ο κόσμος συνέχιζε να
λειτουργεί, οι πόλεις να επεκτείνονται, οι εικόνες να πολλαπλασιάζονται, όμως η
εμπειρία φτώχαινε. Ζούσαμε περισσότερο ως θεατές του εαυτού μας παρά ως
παρόντες μέσα στην ίδια μας τη ζωή.
Αυτό που ονόμασαν Θέαμα δεν ήταν απλώς τα μέσα
ή η εικόνα. Ήταν μια συνολική συνθήκη, όπου κάθε τι άμεσο αντικαθίσταται από
την αναπαράστασή του και κάθε επιθυμία μεταφράζεται σε ρόλο. Ο άνθρωπος δεν
χάνει μόνο την εργασία του ή τον χρόνο του, χάνει τη δυνατότητα να βιώνει. Οι
Καταστασιακοί είδαν ότι εδώ βρισκόταν ο πραγματικός πυρήνας της αλλοτρίωσης και
γι’ αυτό αρνήθηκαν να διαχωρίσουν την τέχνη από τη ζωή ή την πολιτική από την
καθημερινότητα.
Η τέχνη, για αυτούς, είχε φτάσει σε αδιέξοδο
όχι επειδή εξαντλήθηκαν οι μορφές της, αλλά επειδή αποκόπηκε από την εμπειρία.
Όταν η δημιουργία γίνεται ειδικότητα, η ζωή μένει ακάλυπτη. Γι’ αυτό μίλησαν
για την πραγμάτωση και την υπέρβαση της τέχνης, όχι την κατάργησή της, αλλά τη
διάχυσή της μέσα στην ίδια τη ζωή. Όχι έργα για να τα κοιτάς, αλλά καταστάσεις
για να τις ζεις.
Η πόλη έγινε το κατεξοχήν πεδίο αυτής της
σύγκρουσης. Όχι ως αρχιτεκτονικό σχέδιο, αλλά ως τόπος συμπεριφορών, ρυθμών,
συναντήσεων και απωλειών. Η περιπλάνηση, η εκτροπή, η αποσταθεροποίηση των συνηθισμένων
διαδρομών δεν ήταν παιχνίδια, ήταν τρόποι να ξαναδιεκδικηθεί ο χώρος και ο
χρόνος ως βιωμένη εμπειρία. Να θυμηθούμε ότι η καθημερινότητα δεν είναι
ουδέτερη, αλλά πολιτική μέχρι το κόκκαλο.
Όταν μίλησαν για επανάσταση της καθημερινής
ζωής, δεν εννοούσαν μια βελτίωση των όρων της. Εννοούσαν τη ρήξη με τον τρόπο
που μας έμαθαν να υπάρχουμε. Να σταματήσουμε να περιμένουμε. Να πάψουμε να
αναθέτουμε. Να πάρουμε πίσω την ευθύνη της επιθυμίας, της χαράς, της απόφασης.
Η επανάσταση, γι’ αυτούς, δεν ήταν υπόσχεση του μέλλοντος, αλλά πράξη στο
παρόν.
Ο Μάης του ’68 δεν τους ανήκε, αλλά αποκάλυψε
ότι δεν ήταν μόνοι. Για μια στιγμή, η ιστορία άνοιξε και φάνηκε πως η ζωή
μπορεί να οργανωθεί αλλιώς. Μετά, το σύστημα έμαθε. Αφομοίωσε, εξουδετέρωσε,
μετέτρεψε την άρνηση σε πολιτισμικό προϊόν. Εκεί βρίσκεται ο μόνιμος κίνδυνος,
όχι η ήττα, αλλά η εξημέρωση.
Σήμερα, οι Καταστασιακοί δεν μας χρειάζονται
ως αναγνώστες ή μελετητές. Μας χρειάζονται ως παρόντες. Όχι για να τους
μιμηθούμε, αλλά για να σταθούμε στο ίδιο ερώτημα, ζούμε ή απλώς λειτουργούμε;
Αν η σκέψη τους παραμένει ζωντανή, είναι γιατί δεν προσφέρει απαντήσεις. Μόνο
μια επίμονη, ενοχλητική απαίτηση. να μην αρκεστούμε στη ζωή που μας παραδόθηκε
έτοιμη.
Κι
αυτό δεν είναι θεωρία. Είναι στάση.
Mr Post Fluxus
Eικόνα: Γραμμένο σε τοίχο από τους καταστασιακούς, γράφει. "Απαγορεύεται να απαγορεύεται!"




