Επιστροφή



Επιστροφή

Κάθε φορά που γυρίζω στο χωριό της μητέρας, ένα τόπο που πέρασα όλα τα παιδικά μου καλοκαίρια. Εκεί στέκει ο χρόνος, ανέμελος, με αναμνήσεις, ατίθασα βγαλμένες από το σεντούκι του χωροχρόνου. Μνήμες, χρώματα, χώματα, εικόνες, αρώματα. Αυτή η καθάρια αγνότητα του σημείου, που περιβάλλει εσένα, μέσα στο διηνεκές του πεταρίσματος ενός βιαστικά φευγαλέου ματιού. Ήσουν εκεί μέσα στο μυαλό σου, που στέκει υλικά και αφουγκράζει το σήμερα, μια σκέψη που πίσω σε γυρνά. Μεγάλος πλέον, με κοντά παντελόνια και πλαστικά διάφανα πέδιλα του παρελθόντος χρόνου, προσπαθείς να ρίξεις ένα καλάθι σε μπασκέτα χωρίς στεφάνι και με τρύπια μπάλα. Στοίχημα πώς δε θα μπορέσεις να το βάλεις, σου λέει η Λήθη. Μα εσύ σουτάρεις και το ρίχνεις τρίποντο. Τότε ακούς φωνές, χαρές και αναφιλητά. Είναι ο Λάκης, ο Κούρδος, ο Κούλης, ο Φανήρ, ο Μητράκ, ο Βρισίδας, ο Καρπούζας, ο Λεγεωνάριος, ο Μανώλας. Στέκουν εκεί και καμαρώνουν, μια φαντασία, φαντάσματα μνήμης θανάτου, ανάλογης του τοπίου, που σε τίποτα δε συμβαδίζει, το τότε με το τώρα. Καβαλάς νωχελικά το ποδήλατο για το δρόμο της επιστροφής, μιας δυστοπικής πραγματικότητας μέσα σε ένα ουτοπικό μέλλον. Ήμουν εκεί. Είμαι εδώ και θα είμαι.