Όνειρα με Αντίτιμο: Ζωή για Έναν Γύρο και Μια Μπίρα, (Κοινοί Θνητοί)


Όνειρα με Αντίτιμο: Ζωή για Έναν Γύρο και Μια Μπίρα, (Κοινοί Θνητοί)

Η ιστορία του Νίκου δεν είναι μοναδική. Δούλευε σε μια καφετέρια δώδεκα ώρες τη μέρα, για να βγάζει μόλις τα βασικά. Το χαμόγελό του έσβηνε σιγά-σιγά, μαζί με τα όνειρα που κάποτε είχε για να ανοίξει το δικό του καφέ. "Τα φτερά σου τα κόβουν πριν ακόμα μάθεις να πετάς," έλεγε στους φίλους του. Οι σκέψεις της μετανάστευσης άρχισαν να τριγυρίζουν στο μυαλό του, όπως για τόσους άλλους συνομήλικους του. Η Γερμανία, η Ολλανδία, ακόμα και η μακρινή Αυστραλία, φαντάζουν σαν μονόδρομος για μια καλύτερη ζωή.

Η Μαρία, δασκάλα σε δημόσιο σχολείο, έβλεπε την ίδια δυστοπία από άλλη γωνία. Το πάθος της για την εκπαίδευση συγκρούστηκε με την πραγματικότητα των περικοπών, της έλλειψης υποδομών και της συνεχούς απαξίωσης του επαγγέλματός της. "Έχουμε στα χέρια μας τα όνειρα των παιδιών, κι όμως το σύστημα τα θρυμματίζει πριν καν προλάβουν να ανθίσουν," λέει με θλίψη. Κι εκείνη σκεφτόταν την έξοδο, αλλά η καρδιά της έμενε πίσω, για τους μαθητές της, για την οικογένειά της που δύσκολα θα άφηνε.

Ο Αντρέας, στα 45 του, πατέρας δύο παιδιών, βρέθηκε αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο φόβο κάθε γονιού: την αδυναμία να προσφέρει στην οικογένειά του τα απαραίτητα. Χρόνια σε εποχιακές δουλειές και με τον μισθό του να μην επαρκεί, ένιωθε ότι η ζωή του ξεγλιστρούσε από τα χέρια του. "Έχουμε καταντήσει να ζούμε για να πληρώνουμε λογαριασμούς και χρέη. Όνειρα; Αυτά ξεχάστηκαν μαζί με το παλιό μου εγώ."

Ο Γιάννης ήταν οικοδόμος για 35 χρόνια. Έφτιαξε σπίτια, οικογένειες, όνειρα άλλων ανθρώπων. Όμως, όταν ήρθε η ώρα της σύνταξης, διαπίστωσε πως τα χρόνια της σκληρής δουλειάς δεν του έδωσαν την ασφάλεια που προσδοκούσε. Με μια σύνταξη που μόλις έφτανε για το νοίκι και τα φάρμακά του, ένιωθε προδομένος από ένα κράτος που τον ανάγκασε να δουλεύει μέχρι τα όριά του, μόνο και μόνο για να τον ξεχάσει στην πιο ευάλωτη φάση της ζωής του. "Αν δεν βοηθούσαν τα παιδιά μου, δεν ξέρω πώς θα τα βγάζαμε πέρα. Ποιο 'ευχαριστώ' για όλα αυτά τα χρόνια;", έλεγε συχνά στις συζητήσεις του με άλλους συνταξιούχους, που ζούσαν παρόμοια αγωνία.

Η Αϊσά, πρόσφυγας από τη Συρία, είχε φτάσει στην Ελλάδα πριν από τρία χρόνια. Ξέφυγε από τον πόλεμο, αλλά η ζωή στην προσφυγική δομή ήταν ένας άλλος πόλεμος, ένας πόλεμος επιβίωσης. Με δύο μικρά παιδιά και χωρίς πόρους, πάλευε να βρει τρόπο να συνεχίσει τη ζωή της σε μια χώρα που, αν και φιλόξενη στην αρχή, δυσκολευόταν να δώσει λύσεις. "Δεν θέλουμε ελεημοσύνη. Θέλουμε μια ευκαιρία να ζήσουμε, να δουλέψουμε, να έχουμε ένα μέλλον για τα παιδιά μας," λέει η Αϊσά, κρατώντας σφιχτά τα χέρια των παιδιών της. "Η Ευρώπη είναι για εμάς ένας νέος κόσμος. Όμως η αβεβαιότητα είναι σαν τον πόλεμο. Δεν σταματάει ποτέ."

Ο Μουσταφά, από το Αφγανιστάν, κατάφερε να βρει δουλειά σε ένα εργοστάσιο κοντά στην Αθήνα, μετά από μήνες αναζήτησης και χαρτιά που έπρεπε να παλεύει να νομιμοποιήσει. Όμως, η δουλειά ήταν προσωρινή και επικίνδυνη, χωρίς καμία ασφάλεια. "Ξέρω ότι ζω σε μια χώρα που κι αυτή υποφέρει. Όμως δεν έχω άλλη επιλογή. Αν επιστρέψω πίσω, είναι σαν να υπογράφω την καταδίκη μου," λέει με μια πικρή αίσθηση ρεαλισμού. Ο Μουσταφά νιώθει ευγνωμοσύνη για τη φιλοξενία, αλλά και την απογοήτευση μιας ζωής που είναι στάσιμη. Τα όνειρα για κάτι καλύτερο φαίνονται μακρινά.

Η Χριστίνα, μια γυναίκα στα 70 της, περνάει τις ημέρες της κουρασμένη και εξαντλημένη, όχι μόνο από τα χρόνια, αλλά και από το βάρος των προβλημάτων που ποτέ δεν τελείωσαν. Με την οικονομική κρίση, είδε τις αποταμιεύσεις της να εξανεμίζονται και τη σύνταξή της να μειώνεται στο ελάχιστο. Η Χριστίνα μεγάλωσε δύο παιδιά, τα σπούδασε, τα βοήθησε να σταθούν στα πόδια τους. Σήμερα, όμως, νιώθει ότι δεν μπορεί ούτε εκείνη να σταθεί στα δικά της πόδια. "Δούλεψα μια ζωή για να μπορώ να ζήσω με αξιοπρέπεια στα γεράματά μου. Τώρα πρέπει να μετράω τα πάντα. Κάθε φορά που πάω στο σούπερ μάρκετ, σκέφτομαι τι μπορώ να κόψω."

Ο Πάνος είναι 28 χρονών και δουλεύει σε ένα μικρό ψητοπωλείο στη Εύβοια. Σερβίρει τραπέζια, μαζεύει παραγγελίες και καθαρίζει, κάνοντας κάθε μέρα την ίδια ρουτίνα για ώρες. "Δουλεύω για έναν γύρο και μια μπίρα," λέει σαρκαστικά στους φίλους του. "Κυριολεκτικά. Με τα λεφτά που παίρνω, ίσα που φτάνουν για να φάω κάτι το βράδυ και να πάω για μια μπίρα με τα παιδιά μετά τη δουλειά."
Ο Πάνος μεγάλωσε με όνειρα για σπουδές, δουλειά στο αντικείμενο του και κάποια στιγμή να κάνει τη δική του επιχείρηση. Όμως, η πραγματικότητα τον έφερε αντιμέτωπο με την ανασφάλεια της αγοράς εργασίας. Πτυχιούχος οικονομολόγος, δουλεύει σερβιτόρος γιατί δεν μπορεί να βρει κάτι στο αντικείμενό του. "Διάβαζα, σπούδαζα, έκανα όλα τα σωστά βήματα. Αλλά τώρα βλέπω ότι το μόνο που έκανα ήταν να ετοιμάζω τον εαυτό μου για μια ζωή χαμηλών προσδοκιών."
Με τον μισθό του να μην ξεπερνά τα 500 ευρώ, δεν μπορεί να σκεφτεί καν πώς θα προχωρήσει στη ζωή του. Ενοίκια, λογαριασμοί, εισιτήρια για τα μέσα μεταφοράς – όλα αυξάνονται, ενώ ο μισθός μένει στάσιμος. "Ζω από μέρα σε μέρα. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ να κάνω οικογένεια. Ούτε καν ένα σπίτι δικό μου. Ίσα που καλύπτω τις βασικές μου ανάγκες, και όταν σκέφτομαι το μέλλον, τρομάζω."
Ο Πάνος δεν είναι μόνος του σε αυτό. Ο κύκλος των φίλων του αποτελείται από νέους που βιώνουν τα ίδια. Στην ίδια πόλη, στους ίδιους δρόμους, με τα ίδια όνειρα που σταδιακά σβήνουν.

Ο Δημήτρης έγινε αστυνομικός για να προσφέρει στην κοινωνία, να διασφαλίσει την τάξη και να νιώσει ότι συμβάλλει σε κάτι μεγαλύτερο. Κάθε πρωί φοράει τη στολή του και βγαίνει στους δρόμους της πόλης, όπου τον περιμένει μια καθημερινότητα γεμάτη ένταση. Στις διαδηλώσεις, στους ελέγχους και στις κλήσεις, νιώθει συχνά ανάμεσα σε δύο κόσμους: από τη μία, η φωνή του καθήκοντος, κι από την άλλη, η πίεση και η αγανάκτηση των πολιτών που βλέπουν την αστυνομία ως εχθρό. "Δεν ήρθα εδώ για να γίνω ο κακός," λέει. "Αλλά καθημερινά έρχομαι αντιμέτωπος με την απογοήτευση και τον θυμό των άλλων. Κι εγώ ο ίδιος, πολλές φορές, αναρωτιέμαι αν κάνω τη διαφορά ή απλώς επιβιώνω."

Ο Διονύσης είναι νοσηλευτής σε ένα δημόσιο νοσοκομείο. Η κούραση είναι φανερή στα μάτια του, αλλά η αίσθηση καθήκοντος δεν τον αφήνει να τα παρατήσει. Σε κάθε βάρδια, έρχεται αντιμέτωπος με ασθενείς που παλεύουν για τη ζωή τους, αλλά και με την ίδια την φθορά του συστήματος υγείας: ελλείψεις προσωπικού, εξοπλισμού, και άπειρες ώρες υπερωριών. "Δεν υπάρχει χρόνος για ξεκούραση ή για λάθη," λέει. "Αλλά όταν γυρίζω σπίτι, συχνά σκέφτομαι ότι κι εμείς είμαστε ασθενείς του συστήματος. Παλεύουμε κι εμείς να επιβιώσουμε μέσα σε αυτό."

Για τον Στέφανο, η ζωή είναι ένας αγώνας ενάντια στη φωτιά. Το καλοκαίρι, τα δάση καίγονται κι εκείνος με την ομάδα του τρέχουν από τη μια καταστροφή στην άλλη. Ο κίνδυνος είναι πάντα εκεί, η αδρεναλίνη δεν σταματά ποτέ. Κάθε φορά που ρίχνεται στη μάχη με τη φωτιά, σκέφτεται τους ανθρώπους, τα ζώα, τα σπίτια που πρέπει να σώσει. Αλλά παράλληλα, η σκέψη ότι το κράτος δεν επενδύει αρκετά στην προστασία του ίδιου και της ομάδας του είναι πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού του. "Είμαστε ήρωες για λίγες μέρες, μέχρι να σβήσει η φωτιά," λέει πικρά. "Μετά μας ξεχνούν. Αλλά οι πληγές, είτε στο σώμα είτε στην ψυχή, μένουν για καιρό."

Η Μαρία είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια και διδάσκει σε σχολεία σε όλη την Ελλάδα. Κάθε χρόνο ετοιμάζει τις βαλίτσες της και μετακομίζει σε μια νέα πόλη ή ένα απομακρυσμένο χωριό. Διδάσκει εικαστικά, αλλά συχνά νιώθει ότι δεν μπορεί να προσφέρει την παιδεία που ονειρεύεται στα παιδιά. Οι συνθήκες είναι δύσκολες, οι τάξεις γεμάτες, και το σύστημα δεν της δίνει τη σταθερότητα που χρειάζεται για να σχεδιάσει το μέλλον της. "Κάθε φορά που βλέπω τα μάτια των μαθητών μου, νιώθω ευθύνη," λέει η Μαρία. "Αλλά η ίδια η ζωή μου είναι γεμάτη αβεβαιότητα. Δεν ξέρω πού θα βρίσκομαι τον επόμενο χρόνο, κι αυτό με εξαντλεί. Πώς να δώσω ασφάλεια στα παιδιά, όταν δεν την έχω ούτε εγώ;"

Ο Νίκος εργάζεται ως γιατρός σε ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια νοσοκομεία της χώρας. Κάθε μέρα είναι ένας αγώνας ενάντια στον χρόνο και την εξάντληση. Με τα χειρουργεία να διαρκούν ώρες, τα ιατρεία γεμάτα ασθενείς και τις ελλείψεις σε φάρμακα και εξοπλισμό, η ζωή του κινείται στην κόψη του ξυραφιού. "Δεν υπάρχει ώρα να σκεφτείς, ούτε καν να ανασάνεις," λέει ο Νίκος. "Και κάθε φορά που βλέπεις μια ζωή να χάνεται επειδή δεν υπήρχε κρεβάτι στην εντατική, νιώθεις ότι όλο το σύστημα καταρρέει πάνω σου." Παρά τις αντιξοότητες, συνεχίζει, γνωρίζοντας πως αν και παλεύει με ένα ατελές σύστημα, οι ασθενείς του στηρίζονται πάνω του. "Είμαστε οι τελευταίοι που κρατούν τα θεμέλια όρθια. Αλλά πόσο θα αντέξουμε ακόμη;"

Ο Γιάννης είναι 20 χρονών και υπηρετεί τη θητεία του σε ένα απομονωμένο στρατόπεδο κοντά στα σύνορα. Έφυγε από την πόλη, τους φίλους και την οικογένειά του, για να περάσει 9 μήνες υπηρετώντας το καθήκον. Η καθημερινότητά του αποτελείται από σκοπιές, ασκήσεις και άπειρες ώρες αναμονής για την επόμενη διαταγή. "Δεν με νοιάζει τόσο η σωματική κόπωση," λέει ο Γιάννης, "αλλά η αίσθηση ότι όλο αυτό είναι χαμένος χρόνος. Όλοι μας νιώθουμε ότι θα μπορούσαμε να προσφέρουμε κάτι περισσότερο, αλλά καταλήγουμε απλώς να περιμένουμε." Ο Γιάννης, όπως πολλοί άλλοι νέοι φαντάροι, σκέφτεται το μέλλον του μετά τη θητεία, αλλά οι προοπτικές είναι αβέβαιες. "Βλέπω την κατάσταση γύρω μου και αναρωτιέμαι αν θα υπάρχει χώρος για μένα, όταν βγω έξω στον κόσμο."

Ο Κώστας οδηγεί τρένα στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ για πάνω από 15 χρόνια. Οι διαδρομές είναι ίδιες, τα δρομολόγια κουραστικά, αλλά η ευθύνη που κουβαλάει πάνω του είναι τεράστια. Με εκατοντάδες επιβάτες καθημερινά να εξαρτώνται από αυτόν για να φτάσουν ασφαλείς στους προορισμούς τους, η πίεση είναι συνεχής. "Το τρένο δεν συγχωρεί λάθη," λέει ο Κώστας. "Πρέπει να είσαι πάντα συγκεντρωμένος, γιατί κάθε λεπτό μπορεί να είναι καθοριστικό." Ωστόσο, οι υποδομές είναι παλιές, οι συνθήκες εργασίας δύσκολες, και η αίσθηση ότι το σύστημα υπολειτουργεί βαραίνει πάνω του. "Προσπαθώ να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ, αλλά ξέρω ότι με κάθε λάθος, η ευθύνη πέφτει πάνω μου, ακόμα κι αν το πρόβλημα είναι στο δίκτυο ή στα παλιά τρένα."
Κι όμως, όπως τόσοι άλλοι εργαζόμενοι στην Ελλάδα, συνεχίζει να εργάζεται με την ελπίδα ότι μια μέρα οι συνθήκες θα βελτιωθούν, και η δουλειά του θα αναγνωριστεί.

Επίλογος από τον Mr Post Fluxus

«Κι αν αυτές οι ιστορίες είναι δημιουργήματα της φαντασίας μου, το παράξενο είναι πως δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Οι χαρακτήρες αυτοί ζουν ανάμεσά μας – ο γιατρός, ο φαντάρος, ο πυροσβέστης, ο οδηγός τρένου, ο καθηγητής – όλοι είναι σιωπηλοί ήρωες που στέκονται στην πρώτη γραμμή της ελληνικής καθημερινότητας. Το σύστημα τους βάζει εμπόδια, τους στραγγίζει, τους ξεχνά. Αλλά οι άνθρωποι δεν χάνονται. Στέκονται, και σ’ αυτό το παράξενο μωσαϊκό ζωής, δημιουργούν μικρές πράξεις αντίστασης: επιβιώνουν, αγωνίζονται, ονειρεύονται.

Ξέρω πως η αλλαγή δεν θα έρθει με φαντασιώσεις. Θα έρθει με πράξεις, και όπως οι υπερρεαλιστικές ιστορίες μου, έτσι και η κοινωνία έχει τη δύναμη να αλλάξει ρότα. Γιατί ο κόσμος, όσο κι αν φαίνεται δυστοπικός, μπορεί να αναμορφωθεί από τις ίδιες δυνάμεις που σήμερα τον κρατούν σε ισορροπία. Οι άνθρωποι είναι ο πυρήνας, η καρδιά της αλλαγής. Κι αν κάτι μας δίδαξε η τέχνη των Fluxus, είναι ότι κάθε πράξη, όσο μικρή κι αν είναι, έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει το σύνολο.

Ίσως λοιπόν, το τέλος αυτών των ιστοριών δεν έχει ακόμη γραφτεί. Είναι εκεί, μπροστά μας, μέσα στις πράξεις και τα όνειρα αυτών που ακόμα δεν το έχουν βάλει κάτω. Γιατί το αύριο ανήκει σ’ εκείνους που συνεχίζουν να πιστεύουν στην αλλαγή.»

Mr Post Fluxus