Το Ψωμένιο Θέατρο του Βίλνο: Μια Πράξη Αντίστασης και Μνήμης


Το Ψωμένιο Θέατρο του Βίλνο: Μια Πράξη Αντίστασης και Μνήμης

Η Αριάν Μνουσκίν στον πρόλογο του συλλογικού έργου «Το θέατρο στη Γαλλία» γράφει:


«Ο νους μου πηγαίνει σ' εκείνη την Εβραία που έφτιαξε μόνη της ένα Θέατρο μέσα στο γκέτο του Βίλνο. Ναι, ένα θέατρο. Κλέβοντας από την καθημερινή μερίδα του ψωμιού της, έπλαθε μικρές κούκλες από ψίχα. Και κάθε βράδυ, η πεινασμένη γυναίκα ζωντάνευε αυτές τις θρεπτικές φιγούρες, έβγαζε τους ψωμένιους ηθοποιούς στην μικροσκοπική της σκηνούλα, μπροστά σε μερικές δεκάδες θεατές, πεινασμένους όπως κι εκείνη, προορισμένους για το ολοκαύτωμα. Κάθε βράδυ, ως το τέλος. Πρέπει να κρατήσουμε τη μνήμη αυτής της γυναίκας σαν μιαν αγιάτρευτη πληγή. Πρέπει, γιατί αν ξεχάσουμε το ψωμένιο θέατρο του Βίλνο, θα χάσουμε το Θέατρο»

Μέσα στη σκοτεινή πραγματικότητα του γκέτο του Βίλνο κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ξεπρόβαλε μια συγκλονιστική μορφή αντίστασης που γεννήθηκε όχι μέσα από όπλα ή επαναστάσεις, αλλά από την τέχνη και την ανθρώπινη ανάγκη για έκφραση. Μια Εβραία γυναίκα, της οποίας το όνομα μπορεί να μην είναι καταγεγραμμένο στην ιστορία, έφτιαξε κάτι μαγικό μέσα από τα ελάχιστα μέσα που διέθετε, ένα μικροσκοπικό θέατρο με ηθοποιούς φτιαγμένους από ψωμί.

Κλέβοντας λίγο από την καθημερινή της μερίδα, με ένα πείσμα που ξεπερνούσε την πείνα της, έπλαθε από την ψίχα του ψωμιού μικρές κούκλες. Αυτές οι ταπεινές, θρεπτικές φιγούρες ζωντάνευαν κάθε βράδυ, όταν η γυναίκα τις έβγαζε στη σκηνή ενός αυτοσχέδιου, μινιατούρικου θεάτρου. Οι θεατές της, πεινασμένοι και αυτοί, καταδικασμένοι στο ίδιο πεπρωμένο του Ολοκαυτώματος, παρακολουθούσαν σιωπηλά. Ο χρόνος σταματούσε, καθώς μπροστά τους διαδραματίζονταν οι παραστάσεις της ψυχής και της θέλησης για ζωή. Η ίδια η γυναίκα, παρόλη την εξαθλίωση, δημιουργούσε τέχνη που δεν έθρεφε το σώμα αλλά την ψυχή.

Αυτή η μορφή θεάτρου, φτιαγμένη από κάτι τόσο απλό και συμβολικό όπως το ψωμί, ενσάρκωνε την ίδια την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Το ψωμί, το θεμελιώδες σύμβολο της επιβίωσης, έγινε το υλικό μιας βαθιάς πνευματικής πράξης, της αναζήτησης νοήματος και ελπίδας μέσα στην απόλυτη απελπισία. Το θέατρο δεν ήταν πια μόνο μια μορφή διασκέδασης ή κουλτούρας. Έγινε η πράξη αντίστασης, η δημιουργία σε έναν κόσμο που προσπαθούσε να διαλύσει τα πάντα.

Το τέλος ήταν αναπόφευκτο, όμως κάθε βράδυ η γυναίκα αυτή, μέχρι την τελευταία της στιγμή, επέλεξε να ζει και να δημιουργεί μέσα από το θέατρό της, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη δεν μπορεί ποτέ να εξολοθρευτεί. Ακόμη και όταν όλα είναι χαμένα, όταν το μέλλον είναι ζοφερό, η ανθρώπινη δημιουργικότητα βρίσκει τον τρόπο να εκφραστεί.

Η ιστορία αυτή μας υπενθυμίζει τη σημασία της μνήμης. Η γυναίκα αυτή, η πράξη της και το μικρό της θέατρο με τις ψωμένιες κούκλες δεν πρέπει να ξεχαστούν. Είναι μια ανεπούλωτη πληγή που πρέπει να παραμένει ανοιχτή, γιατί αν ξεχάσουμε, χάνουμε όχι μόνο τη μνήμη του παρελθόντος, αλλά και την ίδια την ουσία της ανθρωπιάς μας. Το ψωμένιο θέατρο του Βίλνο είναι μια ζωντανή απόδειξη ότι το θέατρο, η τέχνη και η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορούν να σιγήσουν, ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Μέσα από αυτή την ιστορία μαθαίνουμε πως η τέχνη είναι, πάνω απ' όλα, ένας τρόπος να αντισταθούμε στη λήθη και στην απανθρωπιά.

Αν αφήσουμε το ψωμένιο αυτό θέατρο να ξεχαστεί, χάνουμε μια θεμελιώδη αξία της ανθρώπινης ύπαρξης, τη δυνατότητα να δημιουργούμε και να αντέχουμε, ακόμη και στα πιο σκοτεινά σημεία της ιστορίας μας.

Το μήνυμα της τέχνης


Παρά τις αλλαγές, η τέχνη συνεχίζει να λειτουργεί ως μέσο επιβίωσης και αντίστασης. Στον σημερινό κόσμο της υπερπληροφόρησης και των γρήγορων εξελίξεων, η τέχνη μας βοηθά να σταματήσουμε, να σκεφτούμε, να επεξεργαστούμε το περιβάλλον γύρω μας και να μην ξεχάσουμε. Όπως το ψωμένιο θέατρο υπήρξε φάρος ελπίδας τότε, η τέχνη σήμερα μάς καλεί να αντισταθούμε στη λήθη και την αποξένωση.

Η ιστορία της γυναίκας από το Βίλνο παραμένει μια ισχυρή υπενθύμιση ότι η ουσία της τέχνης δεν έγκειται τόσο στα υλικά μέσα, όσο στην ανθρώπινη ψυχή που τη δημιουργεί.

Φωτογραφία: Η Αριάν Μνουσκίν

Ανάλυση στο κείμενο τηs Αριάν Μνουσκί, Γιάννης Σταμενίτης