Το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου
Στο Σαν Φρανσίσκο, ο Τζαμάλ περπατούσε στο Castro με ένα βλέμμα αποφασιστικό. Τα πολύχρωμα φώτα των μαγαζιών έλουζαν τους δρόμους, όμως το βλέμμα κάποιων περαστικών παρέμενε σκοτεινό, γεμάτο κρίση. «Ο κόσμος αλλάζει», έλεγε συχνά στον εαυτό του, «αλλά δεν φτάνει».
Στη Νότια Αφρική, η Ναλεντί έσκυβε πάνω από το χάρτη της πόλης της. Η ζωή στα
προάστια δεν ήταν εύκολη. «Μαύρη γυναίκα σε λευκό κόσμο», έλεγε. Κι όμως, δεν
το έβαζε κάτω. Κάθε πρωί ξυπνούσε με την ελπίδα να προσθέσει μια ακόμη πινελιά
αλλαγής στον καμβά της αδικίας.
Στην Ευρώπη, ο Λι ζούσε με δύο πραγματικότητες. Στο μικρό του εστιατόριο, ήταν
ο «καλός Ασιάτης» που σέρβιρε με χαμόγελο. Στους δρόμους, όμως, ήταν πάντα ο
ξένος. Έμαθε να μην απαντά, να σκύβει το κεφάλι. Όμως, στο σπίτι του, έγραφε
ποιήματα γεμάτα φλόγα, για έναν κόσμο χωρίς στερεότυπα.
Στην Ισπανία, ο Σέρχιο ήταν αναρχικός. «Είμαι το αγκάθι στη σάρκα αυτού του
συστήματος», έλεγε, καθώς ετοιμαζόταν να μοιράσει φυλλάδια για άλλη μια
διαμαρτυρία. Δεν πίστευε στις κυβερνήσεις, στους αρχηγούς, στα χρήματα. Μόνο
στην αλληλεγγύη και την αυτοοργάνωση.
Στο Ισραήλ, η Λάιλα, μια νεαρή Παλαιστίνια, κοιτούσε τον τοίχο που χώριζε τον
κόσμο της. «Πόσο βαριά είναι τα σύνορα που φτιάχνουν οι άνθρωποι», σκεφτόταν.
Στα μάτια της όμως, ο τοίχος δεν ήταν απλά τσιμέντο. Ήταν μια πρόκληση να
αντέξει, να διεκδικήσει, να μην ξεχάσει.
Στην Πολωνία, η Άνα, μια τσιγγάνα μουσικός, περιπλανιόταν στις πλατείες με το
βιολί της. Οι ήχοι της γέμιζαν τον αέρα με θλίψη και ομορφιά. Όμως, το κοινό
της δεν ήταν πάντα φιλικό. «Η μουσική είναι η γλώσσα που ενώνει», πίστευε, αλλά
οι προκαταλήψεις ήταν πιο δυνατές.
Στη Βοσνία, ο Αλέν, ειρηνιστής σε έναν κόσμο που δεν συγχωρούσε, έβλεπε τη
φλόγα των πολέμων να αναζωπυρώνεται. «Η ειρήνη είναι επιλογή», έλεγε, κι ας τον
αποκαλούσαν προδότη.
Στη Γερμανία, η Ραχήλ κρατούσε στα χέρια της ένα γράμμα από τον παππού της.
Εβραίος στα χρόνια του πολέμου, είχε ζήσει τον τρόμο. Σήμερα, ένιωθε ακόμα το
βάρος της ιστορίας. Δεν ήθελε εκδίκηση, μόνο δικαιοσύνη.
Στη Θεσσαλονίκη, μια γυναίκα κατέβαινε στο μετρό τα ξημερώματα. Το βήμα της ήταν
γρήγορο, η ανάσα της κοφτή. «Μια γυναίκα μόνη δεν ανήκει στο σκοτάδι»,
σκέφτηκε, σφίγγοντας τη γροθιά της.
Εμείς είμαστε όλοι αυτοί. Ο Τζαμάλ, η Ναλεντί, ο Λι, ο Σέρχιο, η Λάιλα, η Άνα,
ο Αλέν, η Ραχήλ, η γυναίκα στο μετρό.
Το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου στον πλανήτη. Όλοι διαφορετικοί, μα τόσο
ίδιοι. Η μάχη τους είναι η δική μας μάχη. Η φωνή τους είναι η δική μας φωνή. Αν
ενώσουμε τις ιστορίες μας, ίσως ο κόσμος αλλάξει. Ίσως κάποτε το πρόσωπο του
κάθε καταπιεσμένου να γίνει το πρόσωπο της ελευθερίας.
Αν ενώσουμε τις ιστορίες μας, αν αντιληφθούμε πως η αλυσίδα της καταπίεσης είναι κοινή για όλους, τότε ίσως καταφέρουμε να τη σπάσουμε. Γιατί η μάχη τους είναι η δική μας μάχη. Η φωνή τους είναι η δική μας φωνή. Όχι, δεν είναι οίκτος αυτό που μας ενώνει, αλλά η επίγνωση ότι ο πόνος τους είναι ο καθρέφτης της δικής μας πραγματικότητας.
Η κοινωνία που χτίσαμε είναι γεμάτη ταξικές αποκλίνουσες συμπεριφορές, μια κοινωνία που επιμένει να διαιρεί αντί να ενώνει. Αλλά, για κάθε Τζαμάλ, για κάθε Ναλεντί, για κάθε Λι, υπάρχει και μια σπίθα που περιμένει να γίνει φλόγα. Η αλλαγή δεν θα έρθει από τους ισχυρούς, αλλά από τη συνειδητοποίηση των πολλών. Από τη στιγμή που θα κοιταχτούμε στα μάτια και θα δούμε ο ένας τον άλλον σαν αυτό που πραγματικά είμαστε: άνθρωποι.
Ναι, υπάρχουν αδιέξοδα, αλλά δεν είναι τετελεσμένα. Υπάρχουν αλυσίδες, αλλά μπορούν να σπάσουν. Και το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου μπορεί, κάποτε, να γίνει το πρόσωπο της ελευθερίας.Mr Post Fluxus
Εικόνα, έργο του Γιάννη Σταμενίτη, μέρος εγκατάστασης, από τη σειρά με τίτλο: Φόβητρο / Φόβος / Τραύμα / Μνήμη.
