Οι Τρεις Δυστυχίες σου


Οι Τρεις Δυστυχίες σου

Αν ήσουν αυτό που ήθελαν, θα ζούσες μια ζωή πιο ήσυχη, πιο «κανονική». Θα ήσουν ένας ακόμα αριθμός, μια ακόμα μικρή τακτοποιημένη γραμμή στο λογιστικό τους φύλλο. Θα είχες ένα σπίτι που δεν νιώθεις δικό σου, μια δουλειά που δεν σε γεμίζει, μια καθημερινότητα που απλώς περνά. Αλλά εσύ δεν αντέχεις το «κανονικό». Ξέρεις ότι μέσα του κρύβει μια σιωπηλή παράδοση, ένα αργό θάνατο που φοράει τη μάσκα της σταθερότητας.

Αν είχες ό,τι σου έταξαν, δεν θα μετρούσες τη ζωή σου με ψίχουλα. Δεν θα έβαζες τις ανάγκες σου σε λίστα προτεραιοτήτων, δεν θα περίμενες τη «σωστή στιγμή» για να ζήσεις. Θα σου έφτανε να κοιτάξεις τον ουρανό χωρίς να σε βαραίνουν οι σκιές των χρεών, των λογαριασμών, των υποχρεώσεων που δεν ζήτησες. Αλλά το μόνο που σου δίνουν είναι μια «άδεια» να συνεχίζεις, λες και η ζωή σου είναι απλώς μια υποχρέωση που πρέπει να διεκπεραιώσεις.

Αν μπορούσες να αλλάξεις τα πάντα, θα ξεκινούσες από το μέσα σου. Θα έριχνες τα τείχη που σου έχτισαν από παιδί, αυτά που σου έμαθαν να μην ονειρεύεσαι πέρα από το ασφαλές, να μην ρισκάρεις, να μην σηκώνεις το κεφάλι. Κι αν μπορούσες να φωνάξεις, θα φώναζες πως η ζωή δεν είναι ρουτίνα, δεν είναι συνήθεια. Είναι φωτιά. Και είτε την αφήνεις να καίει είτε την αφήνεις να σβήσει.

Αν ήσουν, αν είχες, αν μπορούσες.
Δεν είναι τρεις δυστυχίες. Είναι τρεις παγίδες, φτιαγμένες για να σε κρατούν ακίνητο. Εσύ, όμως, δεν μένεις ακίνητος. Κινείσαι. Περπατάς, τρέχεις, παλεύεις, πέφτεις και σηκώνεσαι. Κι αν κάτι έχει σημασία, είναι αυτό το λίγο που μένει κάθε φορά: ένα βλέμμα που σηκώνεται, ένα χέρι που σφίγγεται, μια καρδιά που ξέρει ακόμα να χτυπά.

Δεν είναι το αν. Είναι το ότι. Κι εσύ είσαι εδώ. Και συνεχίζεις.

Εικόνα δάνειο από το διαδίκτυο.