Στην πατρίδα των παιδικών μας χρόνων


Στην πατρίδα των παιδικών μας χρόνων

Στάθηκα στη μέση του δωματίου. Η σιωπή είχε βαριά υφή, σαν ομίχλη που σε τυλίγει. Δεν ήθελα να σιωπήσω. Όχι πια. Είχα κουραστεί να σωπαίνω, να αφήνω τον χρόνο να ρέει ανάμεσα σε όσα έγιναν και σε όσα δεν έγιναν ποτέ. Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να μιλάω, όχι δυνατά, αλλά μέσα μου, με έναν θόρυβο που έμοιαζε με ανάσα ήχων που προσπαθούν να βρουν διέξοδο.

«Για τις παιδικές μου αναμνήσεις που έσβησε το κύμα, μιλώ. Όχι γιατί χάθηκαν, αλλά γιατί η άμμος ακόμα με περιμένει να την πατήσω ξανά.

Για τις κρυψώνες που γέμισαν τσιμέντο και σκουριά, μιλώ. Όχι γιατί δεν υπάρχουν πια, αλλά γιατί τις έχω μέσα μου, στη σκιά κάθε γωνιάς που με έκανε να νιώθω ασφαλής.

Για το μικρό, στενό μου "εγώ", που έμεινε εγκλωβισμένο, μιλώ. Όχι για να το θρηνήσω, αλλά για να του δείξω τον δρόμο προς το "εμείς".

Μιλώ για τις ματιές που κάποτε ηλεκτρίστηκαν και μετά σβήστηκαν. Όχι γιατί χάθηκαν, αλλά γιατί έγιναν σπίθες που φωτίζουν άλλες διαδρομές.

Για τα ελληνικά μας, που τρεκλίζουν ανάμεσα στα greeklish, μιλώ. Όχι γιατί χάλασαν, αλλά γιατί ακόμα ξέρουν να στήνουν λέξεις που γιατρεύουν.

Για τη γειτονιά που έμεινε έρημη από παιδικές φωνές, μιλώ. Όχι γιατί είναι άδεια, αλλά γιατί μια μέρα θα την ξαναγεμίσω με τα γέλια που θυμάμαι.

Μιλώ για έναν Θεό που τον έκανα "σύμπαν", που Τον έβαλα σε νόμους και συνομωσίες. Όχι γιατί Τον πρόδωσα, αλλά γιατί ακόμα περιμένει στη γωνία, όπως τότε που έψαχνα στα παραμύθια για σημάδια Του.

Για τα νιάτα που πέρασαν σε περισπασμούς, μιλώ. Όχι γιατί πήγαν χαμένα, αλλά γιατί με έφεραν εδώ.

Για την πατρίδα που γέρασε χωρίς ταυτότητα, μιλώ. Όχι γιατί τη λυπάμαι, αλλά γιατί μπορώ ακόμα να τη φωνάζω "σπίτι".

Για το αλλιώτικο που δεν έγινα, μιλώ. Όχι γιατί το πρόδωσα, αλλά γιατί ακόμα περιμένει να το συναντήσω».

Άνοιξα τα μάτια. Η σιωπή δεν είχε πια βάρος. Ο θόρυβος μέσα μου είχε γεμίσει το κενό. Για να γεμίσω τον χρόνο που νόμιζα πως είχα χάσει. Και τότε, κατάλαβα. Δεν είχα χάσει τίποτα. Ήμουν ακόμα εδώ στην πατρίδα των παιδικών μας χρόνων κάπου στην παραλία της Επανομής, μια ατέλειωτη αμμουδιά όπου τα παιδικά μας όνειρα ξαπλώνονταν σαν χαρταετοί στον άνεμο. Μαζί με τον Χρήστο, κάναμε το κύμα σύμμαχό μας. Ήμασταν μικροί κατακτητές της αμμουδιάς, με τα κάστρα μας να αντιστέκονται στο αναπόφευκτο του νερού. Θυμάμαι τη θάλασσα να παίρνει μαζί της τα σχέδιά μας, αλλά να αφήνει πίσω κάτι πιο σημαντικό: την υπόσχεση ότι την επόμενη μέρα θα προσπαθούσαμε ξανά.

Η παιδούπολη ήταν το βασίλειό μας. Ένας κόσμος γεμάτος κρυψώνες και περιπέτειες, όπου οι φανταστικοί εχθροί μας ήταν πάντα πιο αδύναμοι από τη φιλία μας. Κάθε κορμός δέντρου, κάθε σπασμένο παιχνίδι, ήταν κομμάτι ενός θησαυρού που μόνο εμείς ξέραμε να εκτιμήσουμε. Όμως, αυτή η παιδούπολη δεν υπάρχει πια όπως την γνωρίσαμε. Ένα απόγευμα, την αντικρίσαμε στις μνήμες μας μπαζωμένη. Οι αναμνήσεις μας φυλακίστηκαν σε μπετό αρμέ, αλλά εμείς συνεχίσαμε να παίζουμε, βρίσκοντας ελευθερία σε κάθε νέο μέρος που πατούσαμε.

Το Αγνάντι, με εκείνο το τσιμεντένιο πεζούλι, ήταν το σημείο αναφοράς μας. Εκεί καθόμασταν για ώρες, μιλώντας για τα πάντα και για τίποτα. Ο κόσμος μας ήταν γεμάτος υποσχέσεις. Ο Χρήστος με το αιώνιο του χαμόγελο και εγώ με τη μανία μου να ανακαλύπτω το νόημα σε ό,τι κάναμε. Τα λόγια μας γέμιζαν τον αέρα, σαν φωνές που αρνούνταν να σωπάσουν μπροστά στην πραγματικότητα.

Σήμερα, καθώς κοιτάζω πίσω, σκέφτομαι πώς η πατρίδα μας δεν ήταν ποτέ τόπος. Ήταν οι στιγμές που ζήσαμε, τα βλέμματα που μοιραστήκαμε, τα παιχνίδια που παίξαμε. Πατρίδα μας ήταν η αθωότητα που χάθηκε πριν προλάβουμε να τη χορτάσουμε.

Αλλά δεν μπορώ να μείνω μόνο στη νοσταλγία. Γιατί αν έμαθα κάτι από εκείνα τα χρόνια, είναι ότι όσα χάνονται, δεν χάνονται πραγματικά. Είναι εδώ, μέσα μας, σε κάθε βλέμμα που δίνουμε στον κόσμο. Κι αν το τσιμεντένιο πεζούλι δεν υπάρχει πια, εγώ το κουβαλάω στις σκέψεις μου, σαν βάση για ό,τι χτίζω τώρα.

Η ζωή είναι γεμάτη από μικρές, προσωπικές πατρίδες που διαμορφώνουν αυτό που είμαστε. Μην αφήσεις ποτέ την πραγματικότητα να τις μπαζώσει. Και αν το κάνει, χτίσε άλλες, καλύτερες.

«Η μόνη πατρίδα που δεν μπορεί να μας πάρει κανείς, είναι αυτή που κουβαλάμε μέσα μας. Και αν η μνήμη είναι τσιμέντο, η ελπίδα είναι τα αγριολούλουδα που το σπάνε».

Mr Post Fluxus