Η Μόνη Τέχνη: Η Τέχνη της Καλοσύνης


Η Μόνη Τέχνη: Η Τέχνη της Καλοσύνης

Δεν είναι θέμα ηθικολογίας, είναι θέμα ζωής. Η ηθικολογία κρύβει δάχτυλα που δείχνουν ενοχές, κρύβει τη βολή του να κρίνεις από απόσταση, να κοιτάς από το παράθυρο τη ζωή που βουλιάζει στον δρόμο. Αλλά η ζωή δεν χρειάζεται ηθικολογίες. Χρειάζεται χέρια να σηκώσουν, μάτια να δουν, και φωνές που να μιλήσουν για το ‘τώρα’.

Ο Mr Post Fluxus μπορεί να είναι μια περσόνα, αλλά αυτό αποτελεί το όραμά του, το να μη σηκώνει το δάχτυλό του όταν αυτό δεν είναι καθαρό, αρκείτε στο να κρατάει το πινέλο της σκέψης του. Να ζητάει συγνώμη σε όσους έβλαψε χωρίς τη θέλησή του και να προχωράει για την αλλαγή του, στο εμείς. Στο τέλος θέλει να βουτήξει στα χρώματα της πραγματικότητας, εκεί που το αίμα ανακατεύεται με τη σκόνη της αδιαφορίας. Κοιτάει τη γειτονιά του — όχι εκείνη που βλέπει ο τουρίστας, αλλά εκείνη που ζει η ανώνυμη ψυχή που βουλιάζει στα στερεότυπα. Τα κοινωνικά αδιέξοδα δεν είναι απλώς κατάταξη σε πλαίσια και λίστες αριθμών. Είναι κλουβιά που τρίζουν. Και όσο τρίζουν, θυμίζουν πόσο στενά είναι.

 Η κοινωνία, στήνει το σκηνικό για ένα δράμα που όλοι βλέπουν αλλά λίγοι αντιλαμβάνονται. Ποιος αποφασίζει ποια φωνή ακούγεται; Και πώς ξεχάσαμε να ακούμε την κραυγή; Η φτώχεια δεν είναι μόνο αριθμοί. Είναι πρόσωπα. Η αδικία δεν είναι μόνο ειδήσεις. Είναι σώματα που σκύβουν.

Κι όμως, ανάμεσα στη σκοτείνια της μιζέριας υπάρχει πάντα λάμψη. Ο κόσμος μπορεί να μην αλλάζει με μια κίνηση, αλλά αλλάζει με ένα βήμα. Κι αυτό το βήμα ξεκινάει από εμάς — όχι ως μεγάλες αλλαγές, αλλά ως μικρές πράξεις αλληλεγγύης. Είναι η στιγμή που μοιράζεσαι το τελευταίο πιάτο φαί σου, η στιγμή που σηκώνεις το χέρι να πεις ‘όχι’, η στιγμή που βλέπεις τον άλλον σαν άνθρωπο κι όχι σαν αριθμό.

Αν ο πολιτισμός μας έχει κάποιο μέλλον, τότε αυτό θα πρέπει να οικοδομηθεί πάνω στην αξία του καθημερινού ηρωισμού, αυτού που κρύβεται πίσω από τη σιωπηλή προσφορά και την αγόγγυστη αντοχή.

Γιατί να ονομάζεται "καλλιτέχνης" μόνο εκείνος που εκθέτει σε γκαλερί ή ανεβαίνει στη σκηνή; Καλλιτέχνης είναι η γυναίκα που εργάζεται σκληρά στο μεροκάματο, μεγαλώνει παιδιά μόνη της και βρίσκει την ψυχική δύναμη να πει  σας αγαπώ με χαμόγελο. Καλλιτέχνης είναι ο άστεγος που μοιράζεται το μισό του σάντουιτς με έναν αδέσποτο σκύλο. Καλλιτέχνης είναι ο άνθρωπος που μετατρέπει την ασχήμια της ζωής σε φως, έστω και για μια στιγμή.

Το να σταθείς όρθιος μέσα στην καταιγίδα δεν είναι απλώς ένδειξη δύναμης—είναι πράξη τέχνης. Η κοινωνία μας επιμένει να βαθμολογεί τις πράξεις με γνώμονα την αγορά, να μετρά το “πόσο αξίζει” κάποιος αντί να κοιτά την ουσία του. Σε αυτό το τοπίο, οι “ανώνυμοι” καλλιτέχνες της ζωής είναι οι μόνοι που κρατούν όρθιο τον κόσμο. Με την ανιδιοτέλεια, την καλοσύνη, τη μικρή καθημερινή τους αντίσταση στη σκληρότητα.

Η λύση στα κοινωνικά αδιέξοδα βρίσκεται στην καλλιέργεια της ανθρωπιάς. Όχι, δεν είναι ουτοπία. Είναι επιλογή. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν να κοιτάξουν τον διπλανό τους στα μάτια και να πουν “σε βλέπω, σε νιώθω, είμαι εδώ”, υπάρχει ελπίδα. Αυτή η απλή, ανεπιτήδευτη κίνηση δημιουργεί μια αλυσιδωτή αντίδραση φωτός που διαπερνά τις πιο σκοτεινές στιγμές.

“Η τέχνη δεν είναι προνόμιο. Είναι στάση ζωής. Και η καλοσύνη είναι η πιο αγνή της μορφή.”

Σας ευχαριστώ και συγνώμη καλή χρονιά από τον Mr Post Fluxus

Εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο, ένας άστεγος άντρας ταΐζει αδέσποτα σκυλάκια με το σάντουιτς του.   

Πατρίδα δεν είναι τόπος, είναι οι άνθρωποι που ανοίγουν τις αγκαλιές τους


Πατρίδα δεν είναι τόπος, είναι οι άνθρωποι που ανοίγουν τις αγκαλιές τους

Η θάλασσα που μετράει νεκρούς δεν είναι μπλε. Είναι μαύρη, σαν το χιούμορ που μας περισσεύει – όχι από ευκολία, αλλά από απελπισία. Οι φράχτες που ορθώνονται στα σύνορα δεν είναι πια από σύρμα. Είναι από λέξεις – λέξεις κοφτερές σαν ξυράφια, που ακρωτηριάζουν την αξιοπρέπεια πριν καν προλάβει να αναπνεύσει.

Γιατί κανείς δε φεύγει από το σπίτι του αν το σπίτι του δεν έχει γίνει πια κάτι που τον πνίγει. Γιατί ποιος θα διαλέξει να φάει χώμα, να καταπιεί θάνατο, να αφήσει πίσω πρόσωπα που αγαπάει, αν όχι αυτός που βλέπει τον θάνατο να τον κυνηγάει στη γειτονιά του;

«Εδώ είναι η γη των ονείρων», λέει ο ευρωπαϊκός μύθος. Αλλά τι γίνονται τα όνειρα όταν βρίσκονται παγιδευμένα στις λάσπες μιας προσφυγικής δομής; Τι χρώμα έχουν τα δικαιώματα όταν καλύπτονται με τις στάχτες πολέμων που η Δύση προκάλεσε και έπειτα έκλεισε τα μάτια της;

Η κοινωνία μας φοράει τον μανδύα της πολιτισμένης. «Ανθρωπισμός» το ονομάζουν. Και όμως, τα παιδιά που ψάχνουν πατρίδα γίνονται θύματα εκμετάλλευσης. Οι γυναίκες που έφυγαν για να σωθούν πέφτουν σε νέες παγίδες. Και οι άντρες που διέσχισαν θάλασσες για να βρουν ελευθερία, βλέπουν την επιβίωσή τους να κρέμεται από την απόφαση ενός υπαλλήλου γραφείου ασύλου.

Δεν είναι, λοιπόν, η λύση να κλείσουμε τα σύνορα ή τις καρδιές μας. Η λύση είναι να δούμε τους άλλους ως αυτό που είναι: άνθρωποι. Να αναγνωρίσουμε πως η γη είναι κοινή μας κληρονομιά και πως, αντί για φράχτες, μπορούμε να χτίσουμε γέφυρες. Να ακούσουμε την ιστορία τους, να καταλάβουμε τον πόνο τους, και να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τις αιτίες που τους ανάγκασαν να φύγουν.

Γιατί η ελπίδα δεν πεθαίνει όσο υπάρχουν χέρια που προσφέρουν βοήθεια. Η κοινωνία μπορεί να αλλάξει αν εμείς τολμήσουμε να φανταστούμε το αδύνατο. Αν πιστέψουμε πως το καλύτερο μέλλον δεν φτιάχνεται με απομονωτισμό, αλλά με αλληλεγγύη.

«Η πατρίδα δεν είναι τόπος, είναι οι άνθρωποι που ανοίγουν τις αγκαλιές τους» Και ποιος είπε πως δεν μπορούμε να φτιάξουμε έναν κόσμο όπου κάθε πατρίδα να μην είναι το στόμα ενός θηρίου, αλλά το απαλό κύμα που σου ψιθυρίζει: «Μείνε. Εδώ είσαι ασφαλής»

Mr Post Fluxus

Εικόνα, έργο του Γιάννη Σταμενίτη, «rubber stamps», μέρος εγκατάστασης, από τη σειρά με τίτλο: Φόβητρο / Φόβος / Τραύμα / Μνήμη.

Τίποτα που αξίζει δεν είναι τυχαίο


Τίποτα που αξίζει δεν είναι τυχαίο

Το ανθρώπινο σώμα, λοιπόν, ως ναός της ψυχής, είναι μια ζωντανή απόδειξη της ισορροπίας ανάμεσα στη μηχανική αρτιότητα και την πνευματική αναζήτηση. Κάθε του κύτταρο, κάθε του λειτουργία, μοιάζει να συνυφαίνεται με μια νομοτέλεια που ξεπερνά την τυχαιότητα. Αν ήταν όλα παιχνίδι της τύχης, τότε πώς εξηγείται αυτή η λεπτομερής αρχιτεκτονική;

Ο Mr Post Fluxus στέκεται, κοιτάζει τα χέρια του. Δύο άκρα με δάχτυλα που μπορούν να δημιουργούν, να καταστρέφουν, να γράφουν, να αγγίζουν τον κόσμο και να αλλάζουν τη μορφή του. Μια μηχανή που λειτουργεί ακούραστα, αλλά και ένα εργαλείο για την τέχνη, την πράξη και το στοχασμό.

"Η τυχαιότητα", σκέφτεται, "δεν γεννά δημιουργία με νόημα. Το νόημα προκύπτει όταν υπάρχει κατεύθυνση, όταν μια δύναμη – είτε την ονομάζουμε Υπέρτατο Ον, είτε Φύση, είτε Κοσμική Ενέργεια – χαράζει τη διαδρομή της εξέλιξης."

Η τέχνη του ίδιου γίνεται συχνά καθρέφτης αυτής της σκέψης. Όπως ένα έργο τέχνης δεν φτιάχνεται από σκόρπια υλικά που απλώς έπεσαν στη θέση τους, έτσι και το ανθρώπινο σώμα – αυτή η τέλεια μηχανή – είναι το αποτέλεσμα σχεδιασμού.

Σχεδιασμού που μπορεί να μην κατανοούμε πλήρως, αλλά που μας καλεί να ζήσουμε με ευγνωμοσύνη, να χρησιμοποιήσουμε το "εργαλείο" αυτό για να δημιουργήσουμε, να επικοινωνήσουμε, να αγαπήσουμε.

Ξέρει ότι το μήνυμα αυτό δεν είναι μόνο φιλοσοφικό. Είναι κάλεσμα για δράση. Να σεβαστούμε το σώμα μας, να το δούμε ως το σπίτι που φιλοξενεί ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε. Να το προστατεύουμε, να το εξελίσσουμε, να το γεμίζουμε εμπειρίες που αφήνουν ίχνη βαθιά και ανεξίτηλα.

"Δεν είναι όλα τυχαία. Τίποτα που αξίζει δεν είναι τυχαίο"

Ο κύκλος της άρνησης και η απόδραση του νου


Ο κύκλος της άρνησης και η απόδραση του νου

Πάντα εδώ θα είμαι φίλε μου…

Σε όποια πέτρα και να σηκώσεις θα είμαι εκεί, σε κάθε σταγόνα της βροχής θα ποτίζω την ξερή γη, σε κάθε θρόισμα των φύλλων από τον άνεμο θα λικνίζομαι μαζί τους. Σε κάθε ακτίνα ηλίου που θα σου ζεσταίνει τα μάγουλα θα είναι σαν το γλυκό φιλί της μάνας, αρκεί να είσαι κι εσύ εκεί. Το βράδυ που το φεγγάρι ολόγεμο θα φωτίζει τη νύχτα φως θα σου λέω ιστορίες του Mr Post Fluxus. Είμαστε παντού, γιατί η αγάπη δε χωρά σε κανόνες και καλούπια.

Στεκόμαστε σε μια εποχή που οι λέξεις χάνουν την ουσία τους. Αλληλεγγύη γίνεται hashtag, η δικαιοσύνη παλεύει να βρει τη ζυγαριά της και η αγάπη μοιάζει με προσιτή πολυτέλεια. Οι ταξικές ανισότητες συνεχίζουν να πολλαπλασιάζουν τις σκιές τους, καθώς οι λίγοι χτίζουν πύργους και οι πολλοί προσπαθούν να μαζέψουν τα ερείπια της καθημερινότητας.

Αλλά ξέρεις τι; Εγώ δεν είμαι εδώ για να σου πω πώς η κοινωνία είναι «σάπια». Αυτό το ξέρεις ήδη. Είμαι εδώ για να σου πω ότι υπάρχει διέξοδος, αλλά δε βρίσκεται εκεί που κοιτάς συνήθως. Η απόδραση δεν είναι στις ψευδαισθήσεις του υλικού κόσμου ούτε στην παθητικότητα που μας έχουν μάθει να αγαπάμε.

Η απόδραση είναι η πράξη. Ένα βλέμμα με κατανόηση. Ένα χέρι που σηκώνει κάποιον που έχει πέσει. Ένα χαμόγελο που σπάει τη μιζέρια της ημέρας. Και ναι, ίσως ακούγεται αφελές, αλλά πες μου: πότε ήταν η τελευταία φορά που το δοκίμασες;

Γιατί ο κόσμος δε θα αλλάξει μόνο με οργή, αλλά και με την τόλμη να δούμε πέρα από το προφανές. Να σπάσουμε τα καλούπια, να αρνηθούμε το «έτσι είναι τα πράγματα». Κάθε φορά που λες «δε γίνεται», χτίζεις έναν ακόμα τοίχο. Αλλά αν τολμήσεις να πεις «ίσως να γίνεται», ανοίγεις ένα παράθυρο.

Δεν έχω απαντήσεις για όλα, ούτε θέλω να σε κοροϊδέψω ότι τα πράγματα είναι απλά. Αλλά ξέρω ότι η ελπίδα είναι πράξη. Και η πράξη είναι η δύναμή μας.

«Η λύση δεν είναι η φυγή, αλλά η επιστροφή στον άνθρωπο. Αν μάθεις να κοιτάς τον άλλον στα μάτια, τότε μόλις έκανες την αρχή.»

Mr Post Fluxus

Η αφόρητη πολυλογία του Mr Post Fluxus


 Η αφόρητη πολυλογία του Mr Post Fluxus

Κοινωνική σφαίρα. Δύο λέξεις, βαρύγδουπες, που περιγράφουν ένα θέατρο του παραλόγου. Η κοινωνία μας — και μιλάω για όλους εμάς, τους καθημερινούς ηθοποιούς σε αυτή τη σκηνή — έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια καλοστημένη παγίδα. Μια παγίδα που σε κλείνει σε ταξικά κουτιά, σε διαχωρίζει, σε κρίνει πριν προλάβεις να πεις "γεια". Και εδώ μπαίνει ο Mr Post Fluxus.

«Γιατί τόση φλυαρία, Mr Post Fluxus;» θα ρωτήσει κάποιος. Γιατί, φίλε μου, η φλυαρία δεν είναι παρά το σκάλισμα της επιφάνειας. Κάτω από τα λόγια, υπάρχει η αλήθεια. Κάτω από το “φαίνεσθαι”, υπάρχει το “είναι”. Και το “είναι” αυτού του κόσμου είναι το εξής: ζούμε σε μια κοινωνία που μας διδάσκει ότι η αποτυχία είναι ντροπή, ότι ο πλούτος ισοδυναμεί με αξία και ότι η ευαισθησία είναι αδυναμία.

Ο Mr Post Fluxus, όμως, πιστεύει ότι η ευαισθησία είναι η πραγματική επανάσταση. Όταν κοιτάς το παιδί που πεινάει, τον άστεγο που ζητάει βοήθεια, τον συνάνθρωπό σου που παλεύει να αναπνεύσει, η καρδιά σου χτυπάει δυνατά. Αυτό το χτύπημα δεν είναι αδυναμία. Είναι δύναμη. Είναι η απόδειξη ότι ζεις. Ότι μπορείς να νιώσεις.

Αλλά πώς ξεφεύγεις από το αδιέξοδο; Πώς λες «αρκετά» στις αγκυλώσεις; Η απάντηση είναι απλή: Ενώνεις τα χέρια σου με τους άλλους. Βρίσκεις κοινότητες. Βρίσκεις ανθρώπους που πιστεύουν στην αλλαγή. Δημιουργείς την αλλαγή. Δεν περιμένεις να έρθει από πάνω. Η αλλαγή δεν είναι προνόμιο των ισχυρών. Είναι δικαίωμα των πολλών.

Στο τέλος της ημέρας, ο Mr Post Fluxus δεν είναι εδώ για να δώσει λύσεις. Είναι εδώ για να υπενθυμίσει ότι η αλλαγή ξεκινάει από μέσα μας. Από το θάρρος να μιλήσουμε, να δράσουμε, να αγαπήσουμε.

«Η κοινωνία θα σου δώσει πάντα έναν λόγο να σωπάσεις. Μη σωπαίνεις. Κάθε λέξη που βγαίνει από την καρδιά σου είναι ένα βήμα πιο κοντά σε έναν κόσμο που αξίζει να ζήσεις.»

Plague Doctor Mask Critique


Plague Doctor Mask Critique

Φορά τη μάσκα του γιατρού της πανούκλας. Την ίδια που κάποτε σκέπαζε το φόβο, τον τρόμο του μεσαίωνα, τότε που η αρρώστια δεν είχε όνομα, μόνο σκοτάδι και θάνατο. Μα, ο δικός μας μεσαίωνας δεν κρύβεται πια σε πέτρινους πύργους ή σε στενά σοκάκια. Η αρρώστια που μας κατατρώει είναι αλλιώτικη — δεν είναι βακτήριο, δεν είναι ιός. Είναι ο ήχος που διαλύει τη σιωπή: η θραύση της ενσυναίσθησης, η απώλεια του νοήματος, ο πνιγμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Οι μάσκες είναι παντού. Στη δουλειά, στην πολιτική, στις καθημερινές μας συναναστροφές. Κρύβουμε τις αλήθειες μας πίσω από ετικέτες, αξιώματα και τίτλους, αποφεύγοντας να αντικρίσουμε το βλέμμα του άλλου, να δούμε την κοινή μας μοίρα. Ζούμε σ’ έναν κόσμο που αν και κρυστάλλινος στην πληροφορία, παραμένει θολός στην κατανόηση. Το κοινωνικό συμβόλαιο έγινε χαρτί με ρήτρες, οι ταξικές αγκυλώσεις σκάλες που δεν ανεβαίνει κανείς.

Ο Mr Post Fluxus δεν είναι γιατρός. Δεν κρατά ούτε φιαλίδια ούτε συνταγολόγια. Μα το έργο του είναι νυστέρι, κόβει μέσα στο κοινωνικό σώμα, ψάχνει για την πληγή. Και ξέρει — η θεραπεία δεν βρίσκεται σε φαρμάκια ούτε σε δεήσεις. Βρίσκεται στην πράξη, στη σύνδεση. Στη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει “εγώ” χωρίς το “εμείς”.

Στη δημόσια σφαίρα, το δηλητήριο κυλάει σε κάθε ρωγμή του λόγου: ο φόβος του διαφορετικού, η απληστία που βαφτίζεται φιλοδοξία, η αδράνεια που ονομάζεται σταθερότητα. Μα και στη σιωπή του απλού ανθρώπου υπάρχει ελπίδα. Εκεί, στις καθημερινές χειρονομίες — στη γειτόνισσα που φέρνει ψωμί, στον ξένο που θα χαμογελάσει, στα παιδιά που παίζουν χωρίς να ρωτούν “από πού είσαι”.

Γιατί, λοιπόν, να φοράμε μάσκες; Η ουσία είναι να βρούμε ξανά τον εαυτό μας — τον εαυτό που κοιτά τον άλλον και βλέπει αδελφό, φίλο, συνοδοιπόρο. Ο κόσμος δεν χρειάζεται άλλους γιατρούς της πανούκλας, αλλά θεραπευτές της ψυχής και της συνείδησης.

Ο Mr Post Fluxus τελειώνει τον συλλογισμό του με μια απλή φράση:

“Το φως γεννιέται όταν βγάλουμε τη μάσκα — και αντικρίσουμε ο ένας τον άλλον ως άνθρωπο.”

Εικόνα: Χαλκογραφία ενός γιατρού πανώλης της Ρώμης του 17ου αιώνα.

Το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου


Το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου

Στο Σαν Φρανσίσκο, ο Τζαμάλ περπατούσε στο Castro με ένα βλέμμα αποφασιστικό. Τα πολύχρωμα φώτα των μαγαζιών έλουζαν τους δρόμους, όμως το βλέμμα κάποιων περαστικών παρέμενε σκοτεινό, γεμάτο κρίση. «Ο κόσμος αλλάζει», έλεγε συχνά στον εαυτό του, «αλλά δεν φτάνει».


Στη Νότια Αφρική, η Ναλεντί έσκυβε πάνω από το χάρτη της πόλης της. Η ζωή στα προάστια δεν ήταν εύκολη. «Μαύρη γυναίκα σε λευκό κόσμο», έλεγε. Κι όμως, δεν το έβαζε κάτω. Κάθε πρωί ξυπνούσε με την ελπίδα να προσθέσει μια ακόμη πινελιά αλλαγής στον καμβά της αδικίας.

Στην Ευρώπη, ο Λι ζούσε με δύο πραγματικότητες. Στο μικρό του εστιατόριο, ήταν ο «καλός Ασιάτης» που σέρβιρε με χαμόγελο. Στους δρόμους, όμως, ήταν πάντα ο ξένος. Έμαθε να μην απαντά, να σκύβει το κεφάλι. Όμως, στο σπίτι του, έγραφε ποιήματα γεμάτα φλόγα, για έναν κόσμο χωρίς στερεότυπα.

Στην Ισπανία, ο Σέρχιο ήταν αναρχικός. «Είμαι το αγκάθι στη σάρκα αυτού του συστήματος», έλεγε, καθώς ετοιμαζόταν να μοιράσει φυλλάδια για άλλη μια διαμαρτυρία. Δεν πίστευε στις κυβερνήσεις, στους αρχηγούς, στα χρήματα. Μόνο στην αλληλεγγύη και την αυτοοργάνωση.

Στο Ισραήλ, η Λάιλα, μια νεαρή Παλαιστίνια, κοιτούσε τον τοίχο που χώριζε τον κόσμο της. «Πόσο βαριά είναι τα σύνορα που φτιάχνουν οι άνθρωποι», σκεφτόταν. Στα μάτια της όμως, ο τοίχος δεν ήταν απλά τσιμέντο. Ήταν μια πρόκληση να αντέξει, να διεκδικήσει, να μην ξεχάσει.

Στην Πολωνία, η Άνα, μια τσιγγάνα μουσικός, περιπλανιόταν στις πλατείες με το βιολί της. Οι ήχοι της γέμιζαν τον αέρα με θλίψη και ομορφιά. Όμως, το κοινό της δεν ήταν πάντα φιλικό. «Η μουσική είναι η γλώσσα που ενώνει», πίστευε, αλλά οι προκαταλήψεις ήταν πιο δυνατές.

Στη Βοσνία, ο Αλέν, ειρηνιστής σε έναν κόσμο που δεν συγχωρούσε, έβλεπε τη φλόγα των πολέμων να αναζωπυρώνεται. «Η ειρήνη είναι επιλογή», έλεγε, κι ας τον αποκαλούσαν προδότη.

Στη Γερμανία, η Ραχήλ κρατούσε στα χέρια της ένα γράμμα από τον παππού της. Εβραίος στα χρόνια του πολέμου, είχε ζήσει τον τρόμο. Σήμερα, ένιωθε ακόμα το βάρος της ιστορίας. Δεν ήθελε εκδίκηση, μόνο δικαιοσύνη.

Στη Θεσσαλονίκη, μια γυναίκα κατέβαινε στο μετρό τα ξημερώματα. Το βήμα της ήταν γρήγορο, η ανάσα της κοφτή. «Μια γυναίκα μόνη δεν ανήκει στο σκοτάδι», σκέφτηκε, σφίγγοντας τη γροθιά της.

Εμείς είμαστε όλοι αυτοί. Ο Τζαμάλ, η Ναλεντί, ο Λι, ο Σέρχιο, η Λάιλα, η Άνα, ο Αλέν, η Ραχήλ, η γυναίκα στο μετρό.

Το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου στον πλανήτη. Όλοι διαφορετικοί, μα τόσο ίδιοι. Η μάχη τους είναι η δική μας μάχη. Η φωνή τους είναι η δική μας φωνή. Αν ενώσουμε τις ιστορίες μας, ίσως ο κόσμος αλλάξει. Ίσως κάποτε το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου να γίνει το πρόσωπο της ελευθερίας.

Αν ενώσουμε τις ιστορίες μας, αν αντιληφθούμε πως η αλυσίδα της καταπίεσης είναι κοινή για όλους, τότε ίσως καταφέρουμε να τη σπάσουμε. Γιατί η μάχη τους είναι η δική μας μάχη. Η φωνή τους είναι η δική μας φωνή. Όχι, δεν είναι οίκτος αυτό που μας ενώνει, αλλά η επίγνωση ότι ο πόνος τους είναι ο καθρέφτης της δικής μας πραγματικότητας.

Η κοινωνία που χτίσαμε είναι γεμάτη ταξικές αποκλίνουσες συμπεριφορές, μια κοινωνία που επιμένει να διαιρεί αντί να ενώνει. Αλλά, για κάθε Τζαμάλ, για κάθε Ναλεντί, για κάθε Λι, υπάρχει και μια σπίθα που περιμένει να γίνει φλόγα. Η αλλαγή δεν θα έρθει από τους ισχυρούς, αλλά από τη συνειδητοποίηση των πολλών. Από τη στιγμή που θα κοιταχτούμε στα μάτια και θα δούμε ο ένας τον άλλον σαν αυτό που πραγματικά είμαστε: άνθρωποι.

Ναι, υπάρχουν αδιέξοδα, αλλά δεν είναι τετελεσμένα. Υπάρχουν αλυσίδες, αλλά μπορούν να σπάσουν. Και το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου μπορεί, κάποτε, να γίνει το πρόσωπο της ελευθερίας.

Mr Post Fluxus

Εικόνα, έργο του Γιάννη Σταμενίτη, μέρος εγκατάστασης, από τη σειρά με τίτλο: Φόβητρο / Φόβος / Τραύμα / Μνήμη.

Τα Λόγια των Δρόμων



Στα στενά της πόλης γράφουμε ιστορίες, εκεί που οι μέρες γερνάνε και οι νύχτες ξεχνούν. Καπνός από τσιγάρα και ανάσες βαριές, τα όνειρα μας δεν χωράνε σε κλειστά δωμάτια. Οι τοίχοι έχουν αυτιά, οι σκιές μάτια που κοιτάνε βαθιά. Δεν ψάχνουμε σωτήρες, μονάχα ανθρώπους να μιλήσουν τη γλώσσα μας. Οι φίλοι μας δεν χάθηκαν, ζουν μέσα στις φράσεις μας, σε κάθε γωνιά που φωνάζει "αντίσταση." Είστε ακόμα εδώ, στις ρωγμές της ψυχής μας. Η μουσική της πόλης είναι τα βήματα μας, τα λάστιχα στους δρόμους, το βάρος στα λόγια. Ζούμε στο "τώρα," γιατί το αύριο δεν μας έταξε τίποτα. Πίνουμε μια μπύρα για να γιορτάσουμε, πίνουμε άλλη μία για να αντέξουμε. Δεν είμαστε φτιαγμένοι για γραφεία και ρουτίνα, είμαστε οι σιωπές που σπάνε τη σιγή. Εκεί που οι ήχοι της ζωής γίνονται σύνθημα, κι η τέχνη δεν φοβάται να δείξει τα δόντια της. Στα παγκάκια γράψαμε τις αλήθειες μας, στις διαδρομές χαράξαμε τον χάρτη μας. Ό,τι χάσαμε, το κουβαλάμε μαζί μας, σε τραγούδια, σε σχέδια, σε όνειρα. Αν σε ρωτήσουν ποιοι ήμασταν, πες τους: αυτοί που έμαθαν να ζουν με την απώλεια. Πες τους: αυτοί που έδωσαν φωνή στη σιωπή. Κι όταν έρθει η στιγμή να φύγουμε, θα αφήσουμε πίσω μας σημάδια. Όχι για να μας θυμούνται, αλλά για να συνεχίσουν. Γεννηθήκαμε μέσα σε καμένα όνειρα, στους δρόμους της πόλης μετράμε τη ζωή. Πάνω στις σανίδες μας χαράξαμε το μανιφέστο μας: "Ζήσε γρήγορα, πέσε δυνατά, σήκω ξανά." Η μέρα μας μυρίζει βενζίνη, η νύχτα μας αγκαλιάζει με τις σκιές της. Εδώ, όπου οι γωνίες κρύβουν ιστορίες και οι τοίχοι ψιθυρίζουν τις αλήθειες που κανείς δεν θέλει να ακούσει. Τα παιδικά όνειρα έγιναν θρύψαλα σε φτηνά σπίτια, σε κλειστές πόρτες και τηγανητές πατάτες. Βάλαμε φωτιά, όχι για να κάψουμε, αλλά για να ζεστάνουμε τον χειμώνα που μας πάγωσε την ψυχή. Στο πάρκο του Φωκά ξεψύχησε η ιστορία, ήταν γραμμένη με μαρκαδόρους στα παγκάκια. Η ζωή μας δεν ήταν ποτέ εύκολη, μα ήταν πάντα αληθινή. Άδεια λόγια, γεμάτα σιωπές. Κι εμείς, εδώ, με σανίδες, με κιθάρες που τσιρίζουν, με μολύβια, με μικρόφωνα και χρώματα, αναζητούμε την ελευθερία σε κάθε γραμμή του σπρέι. Δεν είμαστε οι ήρωες που χρειάζεστε, είμαστε οι αλήτες που δεν θα ξεχάσετε. Για τους αλήτες του δρόμου που φύγανε νωρίς…

Ο Ιωσήφ είναι όλοι εμείς


Ο κεκυρτωμένος Άγιος Ιωσήφ, εκεί στη γωνία της εικόνας της Γεννήσεως, κρατάει το κεφάλι του. Δεν είναι κούραση απλώς. Είναι η ίδια η πάλη με τα εσωτερικά του φαντάσματα, με τις φωνές της κοινωνίας που δεν σταματούν να τον αμφισβητούν. Τι σημαίνει να είσαι “ο μνηστήρας”; Να στέκεσαι δίπλα σε ένα θαύμα που η λογική σου δεν μπορεί να εξηγήσει, ενώ η κοινωνία απαιτεί αποδείξεις και ηθικούς κώδικες;


Ο Ιωσήφ είναι όλοι εμείς. Είναι εκείνος που παλεύει να αποδεχθεί την ευθύνη, την πίστη και την αμφιβολία ταυτόχρονα. Στη μορφή του βλέπουμε την εικόνα ενός άνδρα που συνθλίβεται από τα “πρέπει” της κοινωνίας. Γιατί αυτό δεν είναι μόνο ένα θρησκευτικό σύμβολο. Είναι μια κραυγή για όσους υπομένουν τις ταξικές αγκυλώσεις, τη συλλογική υποκρισία και τη συνεχή απαίτηση να αποδείξουν την αξία τους.

Κοιτάζοντας τον Ιωσήφ, αναγνωρίζει κανείς κάτι βαθύτερο: την ανθρώπινη αντοχή. Αντοχή όχι μόνο στο να σηκώσεις το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής, αλλά και στο να προχωρήσεις μπροστά παρά τις αμφιβολίες. Ο Ιωσήφ, τελικά, είναι το σύμβολο της πίστης — όχι απαραίτητα σε μια θεότητα, αλλά στην ίδια την ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργήσει κάτι θετικό μέσα από το χάος.

Η θετική διέξοδος; Είναι η κατανόηση ότι η κοινωνία δεν θα αλλάξει ποτέ από πάνω προς τα κάτω, αλλά από τις μικρές, καθημερινές πράξεις αποδοχής και αγάπης. Ο Ιωσήφ μας υπενθυμίζει ότι, όσο μικρός κι αν νιώθεις, έχεις τη δύναμη να σταθείς δίπλα στο θαύμα, να στηρίξεις κάτι που ξεπερνά τη λογική σου.

Η ειρήνη που χάνεται και αυτή που βρίσκουμε


Η ειρήνη που χάνεται και αυτή που βρίσκουμε

Ο Ρωμαίος Παύλος δεν έγραφε από πολυθρόνες και ακαδημαϊκά γραφεία. Έγραφε μέσα από την οδύνη, περπατώντας ανάμεσα σε πληγωμένους ανθρώπους, κοιτώντας κατάματα την αδικία, τον πόνο, τον θάνατο. «Ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής», έλεγε, κι όμως, διακήρυττε τη νίκη της αγάπης. Σκέφτομαι, πόσο αλλόκοτα ηχεί αυτό το μήνυμα σήμερα, σε έναν κόσμο που φωνάζει από θυμό, σπαράζει από εγωισμό και υποφέρει από κοινωνικές ανισότητες.

"Ένεκεν σου θανατούμεθα όλην την ημέραν, ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής. 37 αλλ’ εν πάσι τούτοις υπερνικώμεν διά του αγαπήσαντος ημάς. 38 Πεπείσμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή, ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις, ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα, 39 ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών" (Ρωμαίους 8/η: 31-39).

Η ειρήνη του Χριστού, όπως μας την περιγράφει, μοιάζει με φάρσα για πολλούς. Σε έναν κόσμο που μετρά επιτυχία με αριθμούς και αγάπη με συμφωνίες, το να μιλάς για ανιδιοτέλεια είναι σαν να ζητάς από κάποιον να κοιτάξει τον ήλιο κατάματα. Κι όμως, το να γυρίσουμε την πλάτη μας σε αυτό το φως είναι η πραγματική τραγωδία.

Η κοινωνική σφαίρα – αυτή η σύγχρονη αρένα όπου οι ταξικές αγκυλώσεις θεριεύουν – δεν μας δίνει πολλές επιλογές. Ο πόλεμος του βιοπορισμού, ο ανταγωνισμός, οι αδικίες είναι κομμάτια του σκηνικού που μας περιβάλλει. Ο κόσμος μοιάζει να βαδίζει ολοταχώς προς την αυτοκαταστροφή του. Αλλά ο άνθρωπος; Ο άνθρωπος έχει μέσα του έναν μικρό, άσβεστο πυρήνα, ικανό να ανατρέψει τα πάντα.

Η ειρήνη που υπόσχεται ο Θεός δεν είναι ένα δώρο περιτυλιγμένο με χρυσόχαρτο· είναι μια επιλογή που οφείλουμε να κάνουμε, ένας δρόμος που περνά μέσα από την πνευματική μας αναγέννηση. Ποιος είπε ότι είναι εύκολο; Όχι, δεν είναι. Είναι όμως το μόνο αντίδοτο στην αλλοτρίωση που μας πνίγει.

Για μένα, ως Mr Post Fluxus, η αγάπη του Θεού – και μην περιμένετε κατηχητικό – είναι η μόνη επανάσταση που αξίζει. Είναι η άρνηση να αποδεχθούμε τον κόσμο όπως είναι και η δύναμη να τον ονειρευτούμε όπως θα έπρεπε να είναι.

Η προσφορά της ειρήνης του Θεού δεν είναι αναγκαστική· κάθε άνθρωπος καλείται να την επιλέξει ελεύθερα. Αυτό είναι το μεγαλείο της χριστιανικής πίστης: ο Θεός προσφέρει, αλλά δεν επιβάλλει. Η ευδοκία Του είναι ανοιχτή για όλους, αλλά μόνο εκείνοι που την επιθυμούν και εργάζονται για την πνευματική τους αναγέννηση την απολαμβάνουν.

Ο αγγελικός ψαλμός "επί γης ειρήνη" δεν απέτυχε, γιατί μιλούσε για μια ειρήνη ανώτερη από την ανθρώπινη κατανόηση· μια ειρήνη που κατοικεί στις καρδιές όσων αποδέχονται τον Θεό. Οι πόλεμοι και οι δυστυχίες του κόσμου συνεχίζονται, αλλά η ειρήνη του Χριστού παραμένει ως φως και ελπίδα για όλους όσους την αναζητούν. Ο κόσμος μπορεί να μη μεταμορφώθηκε εξωτερικά, αλλά η ειρήνη που προσφέρεται εσωτερικά είναι μια αιώνια υπενθύμιση της αγάπης του Θεού και της αιώνιας ζωής που υποσχέθηκε.

«Η πραγματική ειρήνη δεν είναι να ζεις χωρίς μάχες. Είναι να μην επιτρέπεις στον πόλεμο γύρω σου να σκοτώσει τη ζωή μέσα σου.»

Mr Post Fluxus

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ


"Νεκρή Φύση" – Μια Σύνθεση του Τραύματος και της Μνήμης

Το έργο "Νεκρή Φύση" του Γιάννη Σταμενίτη, που παρουσιάζεται μέσα από την περσόνα του Mr Post Fluxus, αποτελεί ένα ηχοτοπίο που παντρεύει το punk, το dub και τη reggae με τη φιλοσοφία του DIY. Είναι μια δημιουργία που αναδύεται από τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, ένα κάλεσμα στους ζωντανούς να θυμηθούν τους νεκρούς, να αγκαλιάσουν τη μνήμη και να αναμετρηθούν με το φόβο. Η σύνθεση, ανήσυχη και πολυεπίπεδη, λειτουργεί ως συναισθηματική γέφυρα ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό τραύμα. Χωρίς να βασίζεται σε στίχους, το κομμάτι "μιλάει" μέσα από ρυθμικά σφυροκοπήματα, απόκοσμα ηχητικά τοπία και μια υποβόσκουσα μελωδία που μεταφέρει το ακροατή σε έναν χώρο ενδοσκόπησης. Τα στοιχεία του punk δίνουν φωνή στην αγωνία και την αντίδραση, ενώ το dub και η reggae μαλακώνουν τις αιχμές, δημιουργώντας στιγμές ανακούφισης, σαν μια ανάσα μέσα στην καταιγίδα. Ο τίτλος "Νεκρή Φύση" είναι ειρωνικός, καθώς το έργο είναι γεμάτο ζωή, ένταση και κίνηση. Αναφέρεται όχι μόνο στη στασιμότητα του θανάτου, αλλά και στη δύναμη της μνήμης να κρατά ζωντανές τις ιστορίες και τις εμπειρίες. Η φράση «Σε αυτούς που χάθηκαν, για αυτούς που δεν θα ξεχαστούν» είναι ο πυρήνας της δημιουργίας, προσκαλώντας τον ακροατή να συνδεθεί με τη συλλογική ιστορία του ανθρώπινου πόνου και της επιβίωσης. Το κομμάτι εντάσσεται στο συνολικό έργο "ΦΟΒΗΤΡΟ / ΦΟΒΟΣ / ΤΡΑΥΜΑ / ΜΝΗΜΗ", ένα πολυδιάστατο καλλιτεχνικό πρότζεκτ που εξερευνά την ανθρώπινη κατάσταση μέσα από την τέχνη, τη μουσική και τη φιλοσοφία. Εδώ, η τέχνη του Mr Post Fluxus δεν είναι μόνο αισθητική απόλαυση• είναι δήλωση, διαμαρτυρία και μνημόσυνο. "Νεκρή Φύση" είναι μια κραυγή ενάντια στη λήθη, μια πρόσκληση να θυμόμαστε, να νιώθουμε, και να μετατρέπουμε τον φόβο σε δύναμη δημιουργίας.

"Ευτοπία" / Αυτοσχεδιασμός/ Ηχοτοπίο


Ηχοτοπία: Από την Ουτοπία στην Ευτοπία του Ακουστικού Περιβάλλοντος

Η έννοια του ηχοτοπίου (soundscape) αναφέρεται σε ένα πολυδιάστατο ακουστικό περιβάλλον που περιλαμβάνει φυσικούς ήχους από ζώα, στοιχεία του καιρού, αλλά και ήχους που δημιουργούνται από τον άνθρωπο και την ανθρώπινη δραστηριότητα. Πρόκειται για έναν συνδυασμό ακουστικών ερεθισμάτων που σχηματίζουν μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα ή αίσθηση σε ένα δεδομένο περιβάλλοντα χώρο. Επιπλέον, ο όρος χρησιμοποιείται για ηχογραφήσεις αλλά και από άλλους ήχους που αποδίδουν την αίσθηση βιώματος ενός συγκεκριμένου ακουστικού περιβάλλοντος. Ηχοτοπία και Ουτοπία Η έννοια του ηχοτοπίου μπορεί να επεκταθεί και να συνδεθεί με την ιδέα της ουτοπίας. Η ουτοπία, κατά την παραδοσιακή της έννοια, αναφέρεται σε μια ιδανική ή φανταστική κοινωνία, η οποία υπάρχει μόνο στη σφαίρα του ιδεατού και όχι στην πραγματικότητα. Αν σκεφτούμε το ηχοτοπίο ως έναν χώρο ακουστικής έκφρασης, μπορούμε να φανταστούμε την «ουτοπία» ως ένα ηχοτοπίο στο οποίο οι ήχοι είναι τέλεια εναρμονισμένοι, προσφέροντας μια ιδανική ακουστική εμπειρία. Ένα τέτοιο ηχοτοπίο δεν περιλαμβάνει ανεπιθύμητους ήχους ή θορύβους, και το ακουστικό περιβάλλον είναι έτσι διαμορφωμένο ώστε να προκαλεί ευχαρίστηση, γαλήνη, και ίσως ακόμη και να εξυπηρετεί συγκεκριμένες κοινωνικές ή πολιτιστικές λειτουργίες. Ωστόσο, ακριβώς όπως η ουτοπία είναι δύσκολα εφικτή στην πραγματική ζωή, το ιδανικό ηχοτοπίο είναι συχνά ανέφικτο στον πραγματικό κόσμο. Οι ανεπιθύμητοι ήχοι και οι θόρυβοι είναι αναπόφευκτοι στις σύγχρονες κοινωνίες, δημιουργώντας ένα είδος «δυστοπίας» (αντι-ουτοπίας) στο ηχοτοπίο, όπου οι ήχοι δεν είναι ούτε ευχάριστοι ούτε χρήσιμοι, αλλά μάλλον ενοχλητικοί και επιβαρυντικοί. Ηχοτοπία και Ευτοπία Σε αντίθεση με την ουτοπία, η ευτοπία («καλός τόπος») αναφέρεται σε μια καλή ή ευχάριστη κοινωνία που είναι πιο εφικτή και πραγματοποιήσιμη. Ένα ευτοπικό ηχοτοπίο θα ήταν ένα περιβάλλον όπου οι ήχοι είναι προσεκτικά σχεδιασμένοι και ισορροπημένοι, ώστε να προάγουν την ευημερία και την ευχαρίστηση των ανθρώπων που ζουν μέσα σε αυτό. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει τη διατήρηση των φυσικών ήχων, όπως το τραγούδι των πουλιών ή το θρόισμα των φύλλων, ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνονται και ανθρώπινες δραστηριότητες με σεβασμό στο περιβάλλον. Σε ένα ευτοπικό πλαίσιο, οι σχεδιαστές ή οι «αρχιτέκτονες του ήχου» θα προσπαθούσαν να δημιουργήσουν περιβάλλοντα όπου οι ήχοι συνδυάζονται αρμονικά, μειώνοντας τους θορύβους και ενισχύοντας τους ήχους που προάγουν τη χαλάρωση, την επικοινωνία και τη δημιουργικότητα. Σε αυτή την περίπτωση, το ηχοτοπίο δεν είναι απλώς ένα παθητικό αποτέλεσμα του περιβάλλοντος, αλλά ένα ενεργό στοιχείο σχεδιασμού που συμβάλλει στην ποιότητα ζωής. Συμπεράσματα Η έννοια του ηχοτοπίου, όταν συνδυάζεται με τους όρους ουτοπία και ευτοπία, αναδεικνύει τη σημασία της ακουστικής εμπειρίας στη διαμόρφωση της αντίληψής μας για το χώρο και το περιβάλλον. Ενώ ένα ουτοπικό ηχοτοπίο μπορεί να φαίνεται ανέφικτο, η επιδίωξη ενός ευτοπικού ηχοτοπίου είναι μια ρεαλιστική και σημαντική στόχευση για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής μας. Η μελέτη και ο σχεδιασμός ηχοτοπίων με σεβασμό τόσο στη φύση όσο και στην ανθρώπινη δραστηριότητα μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου ο ήχος παίζει θετικό και ενισχυτικό ρόλο στην καθημερινότητά μας.

"Moratorium / Δικαιοστάσιο"


"Moratorium / Δικαιοστάσιο" – Μια Παύση στη Δίνη του Τραύματος

Το "Moratorium / Δικαιοστάσιο" του Γιάννη Σταμενίτη, μέρος του πολυσύνθετου έργου "ΦΟΒΗΤΡΟ / ΦΟΒΟΣ / ΤΡΑΥΜΑ / ΜΝΗΜΗ", είναι ένα ηχοτοπίο που επαναστατεί ενάντια στον ίδιο τον χρόνο, προτείνοντας μια στιγμή σιωπηλής διαπραγμάτευσης με το παρελθόν. Ο τίτλος, δανεισμένος από τον νομικό όρο για προσωρινή αναστολή, γίνεται η μεταφορά μιας ψυχικής ανακωχής, μιας παύσης που καλεί για αναστοχασμό και αποδοχή του τραύματος. Στο ηχητικό περιβάλλον του "Moratorium", το punk λειτουργεί ως οργισμένο υπόβαθρο, φωνάζοντας ενάντια στη λήθη, ενώ το dub διαλύει την ένταση με επαναλαμβανόμενους ρυθμούς και εφέ που μοιάζουν με την κυκλική φύση της μνήμης. Η DIY αισθητική διασφαλίζει πως η σύνθεση παραμένει αυθεντική, ανόθευτη, σχεδόν πρωτόγονη, μεταφέροντας έναν ωμό συναισθηματισμό. Κάθε στοιχείο της μουσικής μιλά για το βάρος της μνήμης και τον πόνο που κουβαλά το τραύμα. Οι ηχητικές διακοπές, οι παραμορφώσεις και οι παύσεις αντανακλούν την αστάθεια της ανθρώπινης ψυχής που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με όσα έχουν συμβεί. Ο ακροατής γίνεται μάρτυρας μιας εσωτερικής διαδικασίας που συνδυάζει τη θλίψη, την αποδοχή και την προσπάθεια ανάρρωσης. Η αφιέρωση «Σε αυτούς που χάθηκαν, για αυτούς που δεν θα ξεχαστούν» προσδίδει στο κομμάτι έναν συλλογικό χαρακτήρα. Είναι μια πρόσκληση σε όλους να συμμετάσχουν σε αυτό το "δικαιοστάσιο" και να δώσουν χώρο στη μνήμη να επουλώσει τις πληγές, έστω και προσωρινά. Μέσα από το "Moratorium / Δικαιοστάσιο", ο Mr Post Fluxus καταφέρνει να μετατρέψει τη μουσική σε τελετουργία, προσφέροντας μια παύση στην αδιάκοπη ροή του πόνου. Πρόκειται για ένα έργο που, ενώ αναγνωρίζει τη δύναμη του φόβου και του τραύματος, υπογραμμίζει τη σημασία της μνήμης ως εργαλείο επιβίωσης και ελπίδας.

"ΜΑΣΚΕΣ"


Φόβητρο / Φόβος / Τραύμα / Μνήμη

Η χρήση της μάσκας ως φόβητρο αποτελεί ένα πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο συνδέεται με κοινωνικές, ψυχικές και παραδοσιακές εκφάνσεις. Η μάσκα δεν λειτουργεί μόνο ως αισθητικό αντικείμενο, αλλά ως ένα ισχυρό εργαλείο κοινωνικού ελέγχου και διαπαιδαγώγησης. Από τους αρχαίους χρόνους έως και σήμερα, η μάσκα μεταφέρει συμβολισμούς που απευθύνονται στα βαθύτερα ψυχικά επίπεδα του ανθρώπου, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί μέρος των παραδόσεων που συνδέουν τις κοινότητες. Σε πολλές κοινωνίες, η χρήση της μάσκας λειτουργεί ως μέσο επιβολής κοινωνικών κανόνων και ηθικών αξιών. Οι μάσκες που ενσωματώνουν φόβητρα, όπως αυτές των τελετουργιών της Δυτικής Αφρικής, χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή μέσω του φόβου για υπερφυσικές δυνάμεις ή κακά πνεύματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι μάσκες δεν λειτουργούν μόνο ως φορείς τρόμου, αλλά και ως υπενθύμιση για την τήρηση των κοινωνικών κανόνων, προσφέροντας ένα αίσθημα ασφάλειας στην κοινότητα. Στο δυτικό πολιτισμό, οι μάσκες έχουν συχνά χρησιμοποιηθεί για να αντιπροσωπεύσουν κακοποιούς, δαίμονες ή άλλες απειλητικές φιγούρες, κάτι που μπορεί να παρατηρηθεί τόσο στις τελετές όσο και στην ψυχαγωγία. Αυτή η χρήση της μάσκας ως "καθρέφτης" του φόβου βοηθά στην ενδυνάμωση της κοινωνικής τάξης, καθώς θέτει σαφή όρια μεταξύ του καλού και του κακού, του αποδεκτού και του μη αποδεκτού. Η μάσκα ως σύμβολο του φόβου απευθύνεται στην ανθρώπινη ψυχή με άμεσο και επιδραστικό τρόπο. Μέσα από την ιστορία, οι μάσκες έχουν σχεδιαστεί για να προκαλούν συγκεκριμένα συναισθήματα φόβου, εντυπωσιασμού ή υποταγής. Ο φόβος, ως πρωταρχικό συναίσθημα, συνδέεται με την επιβίωση του ανθρώπου, και η μάσκα αξιοποιεί αυτή την ψυχική αντίδραση για να μεταδώσει σημαντικά μηνύματα. Είτε μέσω των τρομακτικών χαρακτηριστικών τους, είτε μέσω της ανωνυμίας που προσφέρουν στον φορέα, οι μάσκες δίνουν τη δυνατότητα σε άτομα ή θεσμούς να επηρεάσουν την ψυχική κατάσταση των άλλων, ενισχύοντας τον έλεγχο και τη δύναμη. Στο θέατρο, όπως στο ιαπωνικό Noh ή στο αρχαίο ελληνικό δράμα, οι μάσκες αντιπροσωπεύουν έντονες ψυχικές καταστάσεις όπως η οργή, ο τρόμος ή η θλίψη, κάνοντας τους θεατές να βιώσουν δυνατά συναισθήματα και να αναλογιστούν βαθύτερα νοήματα της ανθρώπινης φύσης. Το στοιχείο του άγνωστου και του απρόβλεπτου, που συχνά ενσωματώνεται στη μάσκα, ενισχύει την ψυχική αντίδραση του φόβου, φέρνοντας τους θεατές πιο κοντά στις δικές τους υπαρξιακές ανησυχίες. Σε πολλές παραδόσεις, οι μάσκες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις τελετουργίες που προσπαθούν να γεφυρώσουν το ανθρώπινο με το υπερφυσικό. Στις παραδοσιακές αφρικανικές τελετουργίες, οι μάσκες που αντιπροσωπεύουν πνεύματα ή θεότητες έχουν συχνά ως στόχο να προφυλάξουν την κοινότητα από κακά πνεύματα ή να εξαγνίσουν τα μέλη της. Αντίστοιχα, σε άλλες κοινωνίες, οι μάσκες ενσωματώνουν τον φόβο ως ένα μέσο μετάβασης από το εγκόσμιο στο μεταφυσικό, διατηρώντας τους δεσμούς με προγονικές παραδόσεις και πεποιθήσεις. Το κομμάτι που ακούγετε ονομάζετε "Μάσκες" και αποτελεί σύνθεση του Γιάννη Σταμενίτη. Ηχογραφήθηκε για την ανάγκη παρουσίασης του συνολικού έργου που τιτλοφορείτε με το όνομα: ΦΟΒΗΤΡΟ / ΦΟΒΟΣ / ΤΡΑΥΜΑ / ΜΝΗΜΗ

Νεκρή Φύση Ξάνθη Live / επεξεργασία ήχου 2024


Η νεκρή φύση ως ζωντανή παραφωνία

Η νεκρή φύση, αυτό το σύμβολο στατικότητας και ακινησίας, είναι η πιο δυνατή κραυγή μιας κοινωνίας που στέκεται ακίνητη μπροστά στα αδιέξοδά της. Σε αυτή τη σύνθεση, κάθε ήχος είναι μια διαμαρτυρία ενάντια στη λήθη και την απάθεια. Το σαξόφωνο φέρει την αγωνία της καθημερινότητας, σαν ένα παράπονο που δεν βρίσκει απάντηση. Η γκάιντα αντηχεί την παράδοση που πνίγεται μέσα στην παγκοσμιοποιημένη θάλασσα της ομοιομορφίας. Η κιθάρα και το μπάσο είναι ο ηλεκτρισμός του θυμού, του ανεκπλήρωτου ονείρου, ενώ τα νταούλια και τα μπεντίρια δεν παίζουν μόνο ρυθμούς• υπενθυμίζουν την καρδιά που εξακολουθεί να χτυπά, παρά τη συλλογική μας νάρκωση. Ο ήχος εδώ δεν είναι διακοσμητικός, δεν είναι μια «ωραία μουσική». Είναι μια ρωγμή στο τεχνητό κόσμο της αποστειρωμένης πραγματικότητας. Η νεκρή φύση, είτε σε εικαστική επιτέλεση είτε στην καθημερινότητα, μας κοιτάζει και μας ρωτά: Ποια ζωή της δώσατε; Ο καυστικός σχολιασμός βρίσκεται στο ίδιο το εγχείρημα: ζούμε σε έναν κόσμο που προσπαθεί να μας πείσει ότι τα πάντα είναι ακίνητα και προκαθορισμένα, αλλά η τέχνη μας αποδεικνύει το αντίθετο. Η τέχνη δεν είναι ποτέ «νεκρή», όσο κάποιος τη δημιουργεί και τη μοιράζεται. Κι αν όλα αυτά ακούγονται βαρύγδουπα, υπάρχει πάντα ένα χαμόγελο κρυμμένο πίσω από την ειρωνεία: κάθε προσπάθεια δημιουργίας, κάθε τόνος και κάθε χτύπος είναι μια πράξη αντίστασης. Η ζωή επιστρέφει κάθε φορά που αποφασίζουμε να την κοιτάξουμε στα μάτια. «Η ακινησία είναι ψέμα• κάθε κραυγή που ακούγεται γεννά μια νέα αρχή.» Mr Post Fluxus Γιάννης Σταμενίτης, σύνθεση, επεξεργασία ήχου, ηλεκτρακουστικό μπάσο, Κώστας Δημητρίου, σαξόφωνο, Νίκος Κοτζάμπασης, ηλεκτρική κιθάρα, Κώστας Μαργαρίτης, γκάιντα, Κώστας Παπάς, νταούλι, Χρήστος Παπάς, μπεντίρ.

ΦΟΒΗΤΡΟ / ΦΟΒΟΣ / ΤΡΑΥΜΑ / ΜΝΗΜΗ


Το φωτογραφικό υλικό του βιβλίου έχει δημιουργηθεί από στιγμές στο δημόσιο χώρο, αποθανατίζοντας το «Φόβητρο» σε δράσεις μέσα από συμμετοχή σε ποριές αλλά και σε δρώμενα όπως η παρουσίαση στην πόλη της Καβάλας που έλαβε χώρα το Σάββατο 18 Μαρτίου 2023 στο νέο χώρο τέχνης «Eutopia Art Residency», με κύριο αφήγημα. «Σε αυτούς που χάθηκαν, για αυτούς που δεν θα ξεχαστούν», μια αναφορά στα θύματα της τραγωδίας στα Τέμπη της μοιραίας σύγκρουσης των δυο τρένων με τους 57 νεκρούς.

Ακόμη την συμμετοχής του μουσικού σχήματος «Νεκρή Φύση», όπου ντυμένοι με τις φορεσιές του «Φόβητρου» και παίζοντας μουσική με μουσικά όργανα όπως, νταούλια και γκάιντα στην περφόρμανς του Πάνου Σκλαβενίτη, «the head - Οn Becoming an animal», μια καρναβαλική πορεία ανθρώπων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, την Κυριακή 14 Μαΐου 2023, στο πλαίσιο της 8ης Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, με ανοιχτή συμμετοχή για το κοινό.

Τις φορεσιές του «Φόβητρου» φόρεσαν οι Γιάννης Σταμενίτης, όπου έπαιξε νταούλι, ο Κώστας Μαργαρίτης, στην γκάιντα, Κώστας Παπάς, στο νταούλι και Χρήστος Παπάς Κρεμμυδάς, επίσης στο νταούλι. Τις φωτογραφίες από τις δράσεις στο αστικό τοπίο, επιμελήθηκαν οι Ελένη Τσίρη, εικαστικός όπου έχει απαθανατίσει και το μεγαλύτερο μέρος των δράσεων στις πορείες, τόσο στο φωτογραφικό αλλά και στις βίντεο λήψεις ως ντοκουμεντάρισμα.

Ο Νίκος Βαρυτιμιάδης, εικαστικός φωτογράφισε τη δράση από την πορεία για την 24ωρη πανελλαδική απεργία των συνδικάτων ενάντια στο εργατικό νομοσχέδιο, (Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2023). Η Θεοδώρα Μοδίτση, γραφίστας, στη δράση που έλαβε χώρα στο «Eutopia Art Residency», φωτογραφία και βίντεο λήψεις. Ο Γιώργος Καλτσίδης, εικαστικός, «Eutopia Art Residency», φωτογραφία. Επίσης υπάρχει υλικό από ανώνυμους φωτογράφους στα μέσα μαζικής επικοινωνίας που απαθανάτισαν στιγμές από τις πορείες που συμμετείχε το «Φόβητρο» και υπάρχουν αναρτημένες στο διαδίκτυο και σε προσωπικά ειδησεογραφικά μπλοκ.

Η συμμετοχή στην έκτη διοργάνωση «Το Λιβάδι του Εφήμερου» (29/05/2023), όπου κατασκευάστηκε και στήθηκε ένα εφήμερο φόβητρο στην περιοχή και αλληλεπίδρασε με το «Φόβητρο» σε μια σύντομη performance όπου βιντεοσκοπήθηκε και φωτογραφήθηκε από τον Θανάση Ράπτη, μέλος του ΔΣ του Φωτογραφικού Κέντρου Θεσσαλονίκης. Το φωτογραφικό υλικό από τη συμμετοχή στη δράση του «Φόβητρου» ως «post-humanisms and metaverses condition (environments of the future)». Στο IFPA5 στη Δράμα, International Forum of Performance Art, τις εικόνες έχει επιμεληθεί η Μαρία Χαρέλα, performer και η Σοφία Λεωνίδου.

Επίσης υπάρχει φωτογραφικό υλικό και video από την διοργανώτρια αρχή του forum. Ο φωτογράφος Ανδρέας Παπανδρέου επιμελήθηκε το φωτογραφικό υλικό, άλμπουμ από εικόνες των φορεσιών και μασκών ολόκληρου του project «Φόβητρο», (Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023). Η φωτογράφιση έγινε στην περιοχή της Λητής στο φυσικό τοπίο, στα χαλάσματα εγκαταλειμμένου στρατοπέδου που υπάρχει στην περιοχή και σε πολυβολεία που υφίστανται στα υψώματα της περιοχής.

Φόβητρο


Φόβητρο

Σε άλλο τέμπο ακούς τη φωνή σου, θέλεις να μάθεις αν σε αναζητείς, μέσα στα σκοτεινά δωμάτια του μυαλού σου, πρέπει να ξέρεις πώς να ονειρευτείς. Πώς να μετράς τα χρόνια της σιωπής σου, θέλεις να νοιώσεις να ρισκάρεις μια πνοή, στου ονείρου αντάμα οι ουτοπίες μετρηθήκαν, σε αιθέριο πεδίο χαρήκαν μόνο αυτοί. Δεν θέλεις το αβαθή του πηγαδιού να αγγίξεις, πυρήνα θλιμμένου αύριο θωρείς, Μια δυστοπία η χαρά με την ψυχή σου, αναζητώντας έκσταση στις άκρες της φυγής. Στο θέατρο του παραλόγου ακούς το ποίημα σου, θέλεις να νομίσεις πως είσαι εσύ αυτός. Δεν μπορείς να δεις όμως την ομορφιά σου, μέσα στη ζωή που κρίθηκε βουβή. Να ζήσεις ως πέρασμα την αποτυχία, και δύσμοιρος να στέκεις στου Αχέροντα την κοίτη, να αναμένεις μια βάρκα με βενζίνα, να έρθει να σε πάρει στο Έρεβος να χαθείς. Σε φρέσκο χώμα σκέπτεσαι να μπεις, αν θα μπορέσεις ύστερα να αναστηθείς, την νύχτα του απόκρυφου του πόνου να διαβείς, μέσα από πρίσμα το φώς να ξαναδείς. Θέλεις να μάθεις αν θα σταθείς μαζί του, μέσα στη φωτιά να πέσεις να καείς, Ίσως και δεις πως είναι η πυγμή του, που σας κρατά στη σιωπή μαζί. Σκεπτόμενος θα μένεις μόνος σου εσύ, να αναρωτιέσαι την κάθε σου ντροπή, αν τελικά σου άρεσε η συντροφιά μαζί σου, ή θέλησες να φύγεις μακριά από αυτή. Φόβητρο θα γίνω, τον φόβο να απαλύνω. Φόβητρο θα γίνω, τον φόβο απομακρύνω.

Άνω τελεία•


Άνω τελεία• μικρή, διακριτική, μια στιγμή για να ανασάνεις — και όμως τόσο δυσεύρετη στην καθημερινότητά μας. Όχι μόνο στα πληκτρολόγια, αλλά και στη ζωή μας. Ακούω τους δημοσιογράφους να την αναφέρουν με την ίδια ελαφρότητα που κάποιοι λένε “κάνε ένα διάλειμμα”, λες και αυτό είναι κάτι απλό, δεδομένο, προσιτό. Άραγε ξέρουν τι σημαίνει πραγματικά;

Η άνω τελεία δεν είναι απλώς ένα σημάδι στον γραπτό λόγο.

Είναι μια παύση — όχι η οριστική σιωπή της τελείας, ούτε η αέναη αναμονή της αποσιωπητικής. Είναι μια πρόσκληση να σκεφτείς, να συνθέσεις, να συνεχίσεις. Αλλά στην εποχή μας, το να σταθείς για λίγο χωρίς να προχωρήσεις φαίνεται σχεδόν επαναστατικό. Σε έναν κόσμο όπου η ταχύτητα επιβάλλεται, η άνω τελεία φωνάζει: “Περίμενε, σκέψου”.

Ας δούμε την κοινωνία μας. Πόσοι άνθρωποι έχουν την πολυτέλεια της “άνω τελείας”; Ο εργάτης στη βιομηχανία, η μητέρα που δουλεύει και φροντίζει το σπίτι, ο φοιτητής που παλεύει να πληρώσει το νοίκι του. Αυτοί δεν σταματούν. Κι όμως, στα ΜΜΕ, ("βάλε μια άνω τελεία", λένε) —αυτή τη βιτρίνα της “πραγματικότητας”—, η άνω τελεία αναφέρεται λες και είναι κάτι που όλοι μπορούμε να κάνουμε ανά πάσα στιγμή. Δεν είναι όμως. Γιατί χρειάζεται χρόνο. Και ο χρόνος είναι προνόμιο.

Αλλά εγώ, ο Mr Post Fluxus, δεν θα σας αφήσω με την πίκρα αυτής της σκέψης. Πιστεύω στη δύναμη της συνειδητοποίησης. Το να αναγνωρίσουμε ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπου η “παύση” είναι ταξικά φορτισμένη είναι το πρώτο βήμα. Το δεύτερο είναι να διεκδικήσουμε το δικαίωμα στην άνω τελεία. Όχι μόνο για εμάς, αλλά για όλους. Η ζωή δεν μπορεί να είναι μια συνεχής φράση χωρίς ανάσα. Αν είναι, τότε χάνεται το νόημα.

Και αν όντως η άνω τελεία δεν υπάρχει στα πληκτρολόγια των περισσότερων, υπάρχει στη φαντασία μας. Κι εκεί, κανείς δεν μπορεί να μας τη στερήσει.

Και ιδού το δώρο μου! Ο συνδυασμός αυτός Alt 0183 στα windows πληκτρολόγια φέρει την άνω τελεία•

Mr Post Fluxus

Μνήμη και Αντί-Αρχείο: Στα όρια της Αντί-Τέχνης


Μνήμη και Αντί-Αρχείο: Στα όρια της Αντί-Τέχνης

Από τον Mr Post Fluxus

Η «Μνήμη» — μια απρόβλεπτη συνοδοιπόρος, άλλοτε φορτισμένη με χρώματα, άλλοτε κρυμμένη στις σκιές της καθημερινότητας. Η μνήμη λειτουργεί σαν ανοιχτό τραύμα — ένα αδιάκοπο αντι-αρχείο που επιμένει να μαρτυρά όσα προτιμούμε να ξεχάσουμε. Και η κοινωνία μας, βολεμένη στην ευκολία της αποστασιοποίησης, αγωνίζεται να θάψει το παρελθόν κάτω από το χαλί της ευμάρειας.

Αυτή η αντι-μνήμη, αυτός ο ανολοκλήρωτος καθρέφτης, γίνεται η βάση για την Αντί-Τέχνη. Όχι, δεν είναι μια μορφή τέχνης που απλώς αρνείται τις συμβάσεις — είναι μια τέχνη που επιτίθεται στο ίδιο το θεμέλιο της αποδοχής, της αμνησίας, της απόρριψης του «άβολου». Η Αντί-Τέχνη δεν στολίζει το παρόν — το εκθέτει. Είναι εκεί για να δείξει τα σφάλματα, τα ρήγματα, τις ανεπάρκειες.

Και εμείς, οι θεατές και οι δημιουργοί, τι ρόλο παίζουμε μέσα σε αυτή την αντι-πορεία; Η δημόσια σφαίρα γεμάτη θόρυβο, διχασμούς και κούφιες υποσχέσεις, δημιουργεί μια παρανοϊκή ελπίδα. Η ελπίδα αυτή όμως πρέπει να αναδιατυπωθεί — να βασιστεί στη μνήμη και όχι στην άρνησή της. Γιατί μόνο όταν αποδεχτούμε ότι είμαστε μέρος μιας κοινής αφήγησης, μόνο τότε μπορούμε να προχωρήσουμε.

Η Αντί-Τέχνη δεν είναι απόδραση, είναι επιστροφή. Και η μνήμη, όσο επώδυνη κι αν είναι, προσφέρει ένα ασφαλές λιμάνι — όχι για να μείνουμε, αλλά για να ξαναφύγουμε, αυτή τη φορά πιο έτοιμοι. Η λύση δεν είναι να γυρίσουμε την πλάτη στη δημόσια σφαίρα, αλλά να διεκδικήσουμε τον χώρο μας μέσα σε αυτή. Να θυμηθούμε, να ανακαλύψουμε, να δημιουργήσουμε.

«Η μνήμη είναι η πιο επαναστατική πράξη: δεν εξιδανικεύει, δεν ξεχνά. Είναι η πυξίδα που δείχνει την έξοδο από τον λαβύρινθο της λήθης. Η μνήμη είναι φτερό. Αν τη βάλεις σε κλουβί, σαπίζει. Αν την αφήσεις στον άνεμο, ταξιδεύει»

Εικόνα, έργο του Γιάννη Σταμενίτη, μέρος εγκατάστασης, από τη σειρά με τίτλο: Φόβητρο / Φόβος / Τραύμα / Μνήμη.

Η Καλή Πλευρά της Αλητείας


Η Καλή Πλευρά της Αλητείας

Η αλητεία είναι το πανεπιστήμιο του δρόμου. Είναι εκεί που οι ψυχές ζυμώνονται από την τριβή με τη δημόσια σφαίρα και την πραγματικότητά της εκεί όπου οι χαρακτήρες σμιλεύονται μέσα στη φωτιά της εμπειρίας. Οι «αλήτες του δρόμου», δεν έχουν πάντα τη ζεστή αγκαλιά του σαλονιού. Έχουν όμως τα πεζοδρόμια, τις πλατείες, τα πάρκα, όπου μαθαίνουν να διαβάζουν την κοινωνία μέσα από τα σκισμένα αφισάκια και τις κραυγές στους τοίχους.

Στην αλητεία δεν υπάρχει μάθημα που δεν δίνει δίδαγμα. Μια γροθιά στην κυριολεξία ή στη μεταφορά μπορεί να σε μάθει την αλήθεια για το ποιος στέκεται δίπλα σου στα δύσκολα. Ένα χαμόγελο από έναν άγνωστο μπορεί να σου θυμίσει την αξία της ανθρώπινης επαφής. Ένα ξερό ψωμί που μοιράζεται, χτίζει δεσμούς πιο δυνατούς από κάθε συμβόλαιο.

Βέβαια, η κοινωνία προτιμά να κατηγοριοποιεί. Οι «κανονικοί» τα βλέπουν όλα αυτά μέσα από το πρίσμα του κυρ Παντελή, σαν τα περιθωριακά στοιχεία, τις κακές παρέες, τα κακά παραδείγματα. Και ποιος είπε ότι οι «κανονικοί» είναι παράδειγμα για μίμηση; Οι «αλήτες του δρόμου» τουλάχιστον ζούνε την αλήθεια τους. Δεν κρύβονται πίσω από κοστούμια, γραβάτες και ψεύτικα χαμόγελα.

Η αλητεία, όμως, έχει και μια αγνότητα. Είναι το παιδί που παίζει στη γειτονιά χωρίς να νοιάζεται για το αύριο. Είναι το γκράφιτι που φωνάζει «είμαι εδώ» σε μια πόλη που σε κάνει αόρατο. Είναι η αλήθεια που χτυπάει στο πρόσωπο μια κοινωνία που λατρεύει τα ψέματα.

Και στο τέλος της ημέρας, η αλητεία είναι ελευθερία. Να ξέρεις να ζεις με λιγότερα, να διεκδικείς περισσότερα και να εκτιμάς εκείνα που δεν μπορεί να σου πάρει κανείς.


Skateboarding, δρόμος και αλητεία

Ήταν η εποχή που οι δρόμοι ήταν το καταφύγιό μας και το skateboarding η απόδρασή μας. Τα πόδια μας πίεζαν τη σανίδα, και κάθε σπρώξιμο μάς έφερνε πιο κοντά σε κάτι που δε μπορούσαμε να εξηγήσουμε, μόνο να νιώσουμε. Τα πεζοδρόμια, οι πλατείες και τα κάγκελα δεν ήταν απλά αντικείμενα· ήταν ο κόσμος μας. Μας φώναζαν "αλήτες". Το δεχτήκαμε. Για εμάς, αυτή η λέξη σήμαινε κάτι διαφορετικό: μια ζωή δίχως περιορισμούς, ένα κυνήγι εμπειριών που δεν μπορούσε να κλειστεί σε βιβλία ή κανόνες.

Στην πόλη δεν περπατούσαμε, κυλούσαμε. Όπου κι αν βρισκόμασταν, οι σκιάσεις της μέρας και οι αντηχήσεις της σανίδας μας πάνω στο τσιμέντο έδιναν ρυθμό στις ώρες μας. Οι πτώσεις ήταν συχνές, μα δε μας ένοιαζε. Ο δρόμος μάς έμαθε ότι οι πληγές επουλώνονται, αρκεί να μη φοβηθείς να σηκωθείς. Ήταν ένα σχολείο, όχι όπως αυτά που κλειδώνονταν πίσω από κάγκελα, αλλά ένα σχολείο ανοιχτό, με δασκάλους τη βροχή, τον άνεμο και τη σκόνη της ασφάλτου.

Η κοινωνία μας κοιτούσε με καχυποψία, μα η αλήθεια είναι ότι δε μας ενδιέφερε. Δεν χωρούσαμε στις συμβάσεις της. Δεν είχαμε ανάγκη από φράχτες, γιατί οι δρόμοι ήταν τα όριά μας, και αυτά μπορούσαμε να τα διασχίσουμε. Το skateboarding δεν ήταν απλά μια διασκέδαση· ήταν ένας τρόπος να συνδεθούμε με τον εαυτό μας και τους άλλους. Αν κάποιος έπεφτε, τον σηκώναμε. Αν κάποιος χρειαζόταν μια σανίδα, του δίναμε τη δική μας.

Με τα χρόνια, ο χρόνος μας απομάκρυνε από εκείνους τους δρόμους. Οι πλατείες άλλαξαν, τα πεζοδρόμια γέμισαν σπασμένα πλακάκια και οι φωνές μας έδωσαν τη θέση τους στη σιωπή. Μα η αλήθεια παραμένει. Εκείνες οι μέρες μάς έκαναν να καταλάβουμε ότι η αλητεία δεν ήταν μια προσβολή, αλλά μια επιλογή. Ήταν ο τρόπος μας να φωνάξουμε ότι δεν χρειαζόμαστε την έγκριση κανενός για να ζήσουμε.

Όπως είπε και ο Mr Post Fluxus:

"Αλητεία δεν είναι η φυγή από την κοινωνία· είναι η ανακάλυψη της δικής σου αλήθειας μέσα σε αυτήν."

"Η ελευθερία είχε πάντα μια τιμή: να ζεις τη ζωή σου όπως εσύ θέλεις, ακόμα κι αν οι άλλοι το αποκαλούν αλητεία."


Εικόνα
: Skateboarding, Grap Ollie, Παραλία Επανομής 1992

Τραύμα: Η Βαριά Κληρονομιά της Σιωπής


Τραύμα: Η Βαριά Κληρονομιά της Σιωπής

Το τραύμα είναι σαν μια ρωγμή στον καθρέφτη της ύπαρξής μας. Σου επιτρέπει να δεις την αντανάκλασή σου, αλλά ποτέ όπως τι είναι στ’ αλήθεια. Είναι εκείνη η αόρατη βαλίτσα που κουβαλάς παντού, γεμάτη από φόβους, ντροπές, και άβολες ερωτήσεις που κανείς δεν τόλμησε να κάνει.

Η κοινωνία αγαπά το τραύμα, αλλά από μακριά. Το χειροκροτεί σαν έργο τέχνης σε κάποια αποστειρωμένη αίθουσα, αλλά αρνείται να το αντιμετωπίσει. "Ό,τι δεν φαίνεται, δεν υπάρχει" λένε. Έτσι, το τραύμα γίνεται μια βαριά κληρονομιά, που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, σαν κατάρα.

Όμως, γιατί να ζούμε με πληγές που δε μας ανήκουν; Γιατί να αφήνουμε τον φόβο να μας καθορίζει; Ίσως γιατί έχουμε εκπαιδευτεί να σκύβουμε το κεφάλι αντί να ανοίγουμε τα μάτια. Το τραύμα δεν είναι μόνο ο πόνος που βιώσαμε, αλλά και η σιωπή που το αγκάλιασε.

Κι όμως, σε κάθε ρωγμή υπάρχει φως. Το τραύμα μπορεί να γίνει εργαλείο, πυξίδα, ακόμα και καύσιμο για αλλαγή. Η δύναμη δεν βρίσκεται στην απόκρυψη, αλλά στην αποδοχή. Στο να κάνεις τον πόνο σου τέχνη, να τον μετατρέπεις σε γέφυρα που ενώνει τους ανθρώπους.

Ας αφήσουμε λοιπόν τη σιωπή και ας μιλήσουμε για τα τραύματά μας. Γιατί μόνο έτσι μπορείς να τα ξορκίσεις. Το τραύμα δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή μιας νέας αφήγησης.

Το Τραύμα στην Τέχνη

Στην τέχνη, το τραύμα βρίσκει τον φυσικό του καμβά. Είναι η πληγή που δεν κρύβεται, το ουρλιαχτό που αποτυπώνεται με χρώμα, σχήμα ή ήχο. Από την ωμή αγωνία του Goya μέχρι τους παραμορφωμένους κόσμους του Bacon, το τραύμα είναι η γλώσσα που μιλάει εκεί που οι λέξεις αδυνατούν.

Η τέχνη έχει μια μοναδική ικανότητα: να μετατρέπει τον πόνο σε κάτι χειροπιαστό, κάτι που μπορούμε να αγγίξουμε, να κοιτάξουμε κατάματα, να διαπραγματευτούμε. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το τραύμα γίνεται κάτι περισσότερο από μια εμπειρία: γίνεται κοινό έδαφος, ένας καθρέφτης της συλλογικής μας ψυχής.

Κι εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο: ενώ η τέχνη αποκαλύπτει την αλήθεια του τραύματος, την ίδια στιγμή το απαλύνει. Η δημιουργία προσφέρει έναν δρόμο διαφυγής, έναν τρόπο να μετασχηματίσεις την απελπισία σε νόημα. Δεν πρόκειται για εξιδανίκευση ή παρηγοριά, αλλά για επαναδιεκδίκηση της ταυτότητας μέσα από τη διαδικασία της έκφρασης.

Η τέχνη, όμως, δεν περιορίζεται στον δημιουργό της. Είναι ένας διάλογος, μια πρόσκληση στο κοινό να σταθεί απέναντι στο δικό του τραύμα. Ένα έργο που γεννήθηκε από πόνο μπορεί να πυροδοτήσει σκέψεις, αναμνήσεις, ακόμα και θεραπεία σε όσους το βιώνουν. Είναι σαν να λες: "Δεν είσαι μόνος. Δες, κι εγώ πονάω, κι εγώ παλεύω, αλλά συνεχίζω."

Όταν το τραύμα εισέρχεται στην τέχνη, σπάει τα δεσμά της μοναχικότητας. Παύει να είναι το σκοτεινό μυστικό ενός ανθρώπου και γίνεται φάρος που φωτίζει έναν κοινό δρόμο. Η τέχνη, στο τέλος, είναι ο τόπος όπου το τραύμα βρίσκει τον δρόμο του προς τη λύτρωση.

«Η τέχνη δεν θεραπεύει το τραύμα, αλλά του δίνει ένα σώμα για να χορέψει μέσα στη φωτιά.»

 Mr Post Fluxus

Εικόνα, έργο του Γιάννη Σταμενίτη, μέρος εγκατάστασης, από τη σειρά με τίτλο: Φόβητρο / Φόβος / Τραύμα / Μνήμη.

Το έχουμε φάει από παλιά και δε θυμόμαστε και τίποτα


 Το έχουμε φάει από παλιά και δε θυμόμαστε και τίποτα


Από μικροί μάθαμε να τρώμε αμάσητα ό,τι μας σερβίρεται. Είτε ήταν η ιστορία της χώρας μας, είτε τα ιδανικά της κοινωνίας, είτε το τι σημαίνει «καλή ζωή». Μεγαλώσαμε μ’ έναν κόσμο που μας έμαθε να πιστεύουμε ότι υπάρχει μόνο ένα πιάτο στο τραπέζι, και αυτό είναι το «σωστό».

Αλλά αλήθεια, τι τρώμε; Μας το σερβίρουν ξαναζεσταμένο και κακομαγειρεμένο από την προηγούμενη γενιά. Είναι το γεύμα της υποταγής, της προσαρμογής και της σιωπής. Το έχουμε φάει τόσες φορές, που δεν θυμόμαστε πια τη γεύση του. Έχουμε μουδιάσει.

Το «φαΐ» μας σήμερα περιέχει λίγο φόβο, λίγο θυμό, μια δόση αδιαφορίας, και για επίγευση, μια στάλα ανευθυνότητας. Δεν χορταίνουμε ποτέ.

Αλλά υπάρχει ελπίδα. Γιατί, όπως κάθε μάγειρας που σέβεται τον εαυτό του, μπορούμε να μάθουμε να φτιάχνουμε το δικό μας πιάτο. Με φρέσκα υλικά, από επιλογές και αξίες που διαλέξαμε εμείς, όχι που μας επέβαλαν. Και ας θυμηθούμε: η πραγματική αλλαγή ξεκινάει από το τι αποφασίζεις να καταπιείς.

«Η γεύση της ζωής δεν είναι στο πιάτο που σου δίνουν, αλλά σ’ εκείνο που φτιάχνεις μόνος σου.»

Mr Post Fluxus

Εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο.

Στην πατρίδα των παιδικών μας χρόνων


Στην πατρίδα των παιδικών μας χρόνων

Στάθηκα στη μέση του δωματίου. Η σιωπή είχε βαριά υφή, σαν ομίχλη που σε τυλίγει. Δεν ήθελα να σιωπήσω. Όχι πια. Είχα κουραστεί να σωπαίνω, να αφήνω τον χρόνο να ρέει ανάμεσα σε όσα έγιναν και σε όσα δεν έγιναν ποτέ. Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να μιλάω, όχι δυνατά, αλλά μέσα μου, με έναν θόρυβο που έμοιαζε με ανάσα ήχων που προσπαθούν να βρουν διέξοδο.

«Για τις παιδικές μου αναμνήσεις που έσβησε το κύμα, μιλώ. Όχι γιατί χάθηκαν, αλλά γιατί η άμμος ακόμα με περιμένει να την πατήσω ξανά.

Για τις κρυψώνες που γέμισαν τσιμέντο και σκουριά, μιλώ. Όχι γιατί δεν υπάρχουν πια, αλλά γιατί τις έχω μέσα μου, στη σκιά κάθε γωνιάς που με έκανε να νιώθω ασφαλής.

Για το μικρό, στενό μου "εγώ", που έμεινε εγκλωβισμένο, μιλώ. Όχι για να το θρηνήσω, αλλά για να του δείξω τον δρόμο προς το "εμείς".

Μιλώ για τις ματιές που κάποτε ηλεκτρίστηκαν και μετά σβήστηκαν. Όχι γιατί χάθηκαν, αλλά γιατί έγιναν σπίθες που φωτίζουν άλλες διαδρομές.

Για τα ελληνικά μας, που τρεκλίζουν ανάμεσα στα greeklish, μιλώ. Όχι γιατί χάλασαν, αλλά γιατί ακόμα ξέρουν να στήνουν λέξεις που γιατρεύουν.

Για τη γειτονιά που έμεινε έρημη από παιδικές φωνές, μιλώ. Όχι γιατί είναι άδεια, αλλά γιατί μια μέρα θα την ξαναγεμίσω με τα γέλια που θυμάμαι.

Μιλώ για έναν Θεό που τον έκανα "σύμπαν", που Τον έβαλα σε νόμους και συνομωσίες. Όχι γιατί Τον πρόδωσα, αλλά γιατί ακόμα περιμένει στη γωνία, όπως τότε που έψαχνα στα παραμύθια για σημάδια Του.

Για τα νιάτα που πέρασαν σε περισπασμούς, μιλώ. Όχι γιατί πήγαν χαμένα, αλλά γιατί με έφεραν εδώ.

Για την πατρίδα που γέρασε χωρίς ταυτότητα, μιλώ. Όχι γιατί τη λυπάμαι, αλλά γιατί μπορώ ακόμα να τη φωνάζω "σπίτι".

Για το αλλιώτικο που δεν έγινα, μιλώ. Όχι γιατί το πρόδωσα, αλλά γιατί ακόμα περιμένει να το συναντήσω».

Άνοιξα τα μάτια. Η σιωπή δεν είχε πια βάρος. Ο θόρυβος μέσα μου είχε γεμίσει το κενό. Για να γεμίσω τον χρόνο που νόμιζα πως είχα χάσει. Και τότε, κατάλαβα. Δεν είχα χάσει τίποτα. Ήμουν ακόμα εδώ στην πατρίδα των παιδικών μας χρόνων κάπου στην παραλία της Επανομής, μια ατέλειωτη αμμουδιά όπου τα παιδικά μας όνειρα ξαπλώνονταν σαν χαρταετοί στον άνεμο. Μαζί με τον Χρήστο, κάναμε το κύμα σύμμαχό μας. Ήμασταν μικροί κατακτητές της αμμουδιάς, με τα κάστρα μας να αντιστέκονται στο αναπόφευκτο του νερού. Θυμάμαι τη θάλασσα να παίρνει μαζί της τα σχέδιά μας, αλλά να αφήνει πίσω κάτι πιο σημαντικό: την υπόσχεση ότι την επόμενη μέρα θα προσπαθούσαμε ξανά.

Η παιδούπολη ήταν το βασίλειό μας. Ένας κόσμος γεμάτος κρυψώνες και περιπέτειες, όπου οι φανταστικοί εχθροί μας ήταν πάντα πιο αδύναμοι από τη φιλία μας. Κάθε κορμός δέντρου, κάθε σπασμένο παιχνίδι, ήταν κομμάτι ενός θησαυρού που μόνο εμείς ξέραμε να εκτιμήσουμε. Όμως, αυτή η παιδούπολη δεν υπάρχει πια όπως την γνωρίσαμε. Ένα απόγευμα, την αντικρίσαμε στις μνήμες μας μπαζωμένη. Οι αναμνήσεις μας φυλακίστηκαν σε μπετό αρμέ, αλλά εμείς συνεχίσαμε να παίζουμε, βρίσκοντας ελευθερία σε κάθε νέο μέρος που πατούσαμε.

Το Αγνάντι, με εκείνο το τσιμεντένιο πεζούλι, ήταν το σημείο αναφοράς μας. Εκεί καθόμασταν για ώρες, μιλώντας για τα πάντα και για τίποτα. Ο κόσμος μας ήταν γεμάτος υποσχέσεις. Ο Χρήστος με το αιώνιο του χαμόγελο και εγώ με τη μανία μου να ανακαλύπτω το νόημα σε ό,τι κάναμε. Τα λόγια μας γέμιζαν τον αέρα, σαν φωνές που αρνούνταν να σωπάσουν μπροστά στην πραγματικότητα.

Σήμερα, καθώς κοιτάζω πίσω, σκέφτομαι πώς η πατρίδα μας δεν ήταν ποτέ τόπος. Ήταν οι στιγμές που ζήσαμε, τα βλέμματα που μοιραστήκαμε, τα παιχνίδια που παίξαμε. Πατρίδα μας ήταν η αθωότητα που χάθηκε πριν προλάβουμε να τη χορτάσουμε.

Αλλά δεν μπορώ να μείνω μόνο στη νοσταλγία. Γιατί αν έμαθα κάτι από εκείνα τα χρόνια, είναι ότι όσα χάνονται, δεν χάνονται πραγματικά. Είναι εδώ, μέσα μας, σε κάθε βλέμμα που δίνουμε στον κόσμο. Κι αν το τσιμεντένιο πεζούλι δεν υπάρχει πια, εγώ το κουβαλάω στις σκέψεις μου, σαν βάση για ό,τι χτίζω τώρα.

Η ζωή είναι γεμάτη από μικρές, προσωπικές πατρίδες που διαμορφώνουν αυτό που είμαστε. Μην αφήσεις ποτέ την πραγματικότητα να τις μπαζώσει. Και αν το κάνει, χτίσε άλλες, καλύτερες.

«Η μόνη πατρίδα που δεν μπορεί να μας πάρει κανείς, είναι αυτή που κουβαλάμε μέσα μας. Και αν η μνήμη είναι τσιμέντο, η ελπίδα είναι τα αγριολούλουδα που το σπάνε».

Mr Post Fluxus 

Η Φωτιά και η Αφοσίωση


Η Φωτιά και η Αφοσίωση:
Μια φανταστική ιστορία, παραφράζοντας κάποια άλλη, που ίσως και να είναι αληθινή…

Ο επικεφαλής κοίταξε τον δασοπυροσβέστη με την ίδια αυστηρότητα που είχε μάθει να επιδεικνύει σε κάθε περίπτωση. Στην έκφρασή του δεν υπήρχε ίχνος αμφιβολίας. «Δεν θέλω να ρισκάρεις τη ζωή σου για κάποιον που πιθανότατα είναι ήδη νεκρός», είπε, βάζοντας ένα τέλος σε κάθε συζήτηση πριν καν την αρχίσει.

Ο δασοπυροσβέστης, σιωπηλός, ένιωσε για μια στιγμή τον βάρος της διαταγής. Η εντολή ήταν σαφής, όπως οι περισσότερες εντολές του συστήματος: μετράς τα ρίσκα, υπολογίζεις τις πιθανότητες, και ακολουθείς την ασφαλή οδό. Όμως, κάτι του έλεγε ότι αυτή η λογική δεν ήταν η σωστή. Η ζωή, η ανθρώπινη ζωή, δεν ήταν ποτέ θέμα μαθηματικών υπολογισμών. Δεν ήταν ποτέ μόνο αριθμοί και δεδομένα ή δεν θα έπρεπε να είναι έτσι, αφουγκράστηκε.

Όμως δεν είπε τίποτα. Απλά γύρισε και απομακρύνθηκε. Ήξερε τι είχε να κάνει.

Η φωτιά δεν είχε σβήσει ακόμα. Ο καπνός ήταν πυκνός και τα πάντα γύρω του φαίνονταν να καταρρέουν κάτω από την ορμή της. Κι όμως, δεν έστρεψε την πλάτη του. Πήγε προς το σημείο που του είχαν αναφέρει ότι είχε βρεθεί ο συνάδελφός του. Ήξερε πως το ρίσκο ήταν μεγάλο, αλλά το μεγαλύτερο ρίσκο ήταν να μείνει αμέτοχος.

Μετά από αρκετή ώρα, μέσα από τις φλόγες και την ατμόσφαιρα που έμοιαζε να πνίγει τα πάντα, τον βρήκε. Τραυματισμένος και σχεδόν αναίσθητος, αλλά ζωντανός. Ένας άνθρωπος που, αν και σε άσχημη κατάσταση, δεν είχε χάσει τη θέληση για ζωή.

Όταν γύρισε, κουβαλώντας τον πίσω, ο επικεφαλής τον κοίταξε με την ίδια απογοήτευση, αν και κάτι είχε αλλάξει στα μάτια του. «Σου είπα ότι δεν υπήρχε λόγος», είπε ξανά, αλλά αυτή τη φορά η φωνή του ήταν πιο αδύναμη. «Άξιζε όλο αυτό το ρίσκο;»

Ο δασοπυροσβέστης σήκωσε το βλέμμα του χωρίς να απαντήσει αμέσως. Το μόνο που έβλεπε μπροστά του ήταν τον τραυματισμένο συνάδελφό του, που άνοιξε τα μάτια του και του είπε, με μια αχνή, αλλά ξεκάθαρη φωνή: «Ήξερα ότι θα ερχόσουν».

Και εκεί, για μια στιγμή, όλος ο κόσμος γύρω τους πάγωσε. Δεν υπήρχε τίποτα πιο σημαντικό από αυτή τη στιγμή. Ο επικεφαλής σιωπούσε, ίσως προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε χάσει, ίσως να αμφισβητούσε τη λογική που είχε προσπαθήσει να του περάσει. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν υπήρχε επιστροφή από εκεί…

_Η πραγματική αξία δεν μετριέται με όρους επιβίωσης ή με αριθμούς. Η πραγματική αξία βρίσκεται στη διατήρηση της ανθρώπινης αλληλεγγύης, στη θυσία και στην αφοσίωση, στον έμπρακτο σεβασμό για τη ζωή του άλλου, ακόμα κι αν η ζωή του άλλου δεν μπορεί να εξασφαλιστεί. Η αφοσίωση σε κάτι πέρα από το προσωπικό συμφέρον είναι αυτή που δίνει ουσία στην ύπαρξή μας. Η ζωή δεν είναι απλώς να επιβιώνεις. Είναι να έχεις κάποιον να σώσεις και να πιστεύεις ότι αξίζει τον κόπο.

Στον κόσμο μας, που καθημερινά υποκύπτει στον φόβο και στην απομόνωση, οι στιγμές αλληλεγγύης και αφοσίωσης είναι το μόνο που μας ενώνει πραγματικά. Και αυτό, τελικά, είναι που δίνει αξία στην ανθρώπινη ζωή.

"Η φωτιά δεν καίει μόνο τα σώματα. Καίει και τα όρια μας, για να μας δείξει πώς πραγματικά ενώνεται ο κόσμος."

Mr Post Fluxus