Καταστασιακοί
Οι Καταστασιακοί δεν εμφανίστηκαν για να προτείνουν ένα ακόμη αισθητικό
πρόγραμμα ούτε για να διορθώσουν την πολιτική. Εμφανίστηκαν όταν έγινε φανερό
ότι η ζωή είχε αποσπαστεί από τους ανθρώπους της. Όχι με την ωμή βία, αλλά με
κάτι πιο ύπουλο, τη συνήθεια, την ανάθεση, την αποδοχή. Ο κόσμος συνέχιζε να
λειτουργεί, οι πόλεις να επεκτείνονται, οι εικόνες να πολλαπλασιάζονται, όμως η
εμπειρία φτώχαινε. Ζούσαμε περισσότερο ως θεατές του εαυτού μας παρά ως
παρόντες μέσα στην ίδια μας τη ζωή.
Αυτό που ονόμασαν Θέαμα δεν ήταν απλώς τα μέσα
ή η εικόνα. Ήταν μια συνολική συνθήκη, όπου κάθε τι άμεσο αντικαθίσταται από
την αναπαράστασή του και κάθε επιθυμία μεταφράζεται σε ρόλο. Ο άνθρωπος δεν
χάνει μόνο την εργασία του ή τον χρόνο του, χάνει τη δυνατότητα να βιώνει. Οι
Καταστασιακοί είδαν ότι εδώ βρισκόταν ο πραγματικός πυρήνας της αλλοτρίωσης και
γι’ αυτό αρνήθηκαν να διαχωρίσουν την τέχνη από τη ζωή ή την πολιτική από την
καθημερινότητα.
Η τέχνη, για αυτούς, είχε φτάσει σε αδιέξοδο
όχι επειδή εξαντλήθηκαν οι μορφές της, αλλά επειδή αποκόπηκε από την εμπειρία.
Όταν η δημιουργία γίνεται ειδικότητα, η ζωή μένει ακάλυπτη. Γι’ αυτό μίλησαν
για την πραγμάτωση και την υπέρβαση της τέχνης, όχι την κατάργησή της, αλλά τη
διάχυσή της μέσα στην ίδια τη ζωή. Όχι έργα για να τα κοιτάς, αλλά καταστάσεις
για να τις ζεις.
Η πόλη έγινε το κατεξοχήν πεδίο αυτής της
σύγκρουσης. Όχι ως αρχιτεκτονικό σχέδιο, αλλά ως τόπος συμπεριφορών, ρυθμών,
συναντήσεων και απωλειών. Η περιπλάνηση, η εκτροπή, η αποσταθεροποίηση των συνηθισμένων
διαδρομών δεν ήταν παιχνίδια, ήταν τρόποι να ξαναδιεκδικηθεί ο χώρος και ο
χρόνος ως βιωμένη εμπειρία. Να θυμηθούμε ότι η καθημερινότητα δεν είναι
ουδέτερη, αλλά πολιτική μέχρι το κόκκαλο.
Όταν μίλησαν για επανάσταση της καθημερινής
ζωής, δεν εννοούσαν μια βελτίωση των όρων της. Εννοούσαν τη ρήξη με τον τρόπο
που μας έμαθαν να υπάρχουμε. Να σταματήσουμε να περιμένουμε. Να πάψουμε να
αναθέτουμε. Να πάρουμε πίσω την ευθύνη της επιθυμίας, της χαράς, της απόφασης.
Η επανάσταση, γι’ αυτούς, δεν ήταν υπόσχεση του μέλλοντος, αλλά πράξη στο
παρόν.
Ο Μάης του ’68 δεν τους ανήκε, αλλά αποκάλυψε
ότι δεν ήταν μόνοι. Για μια στιγμή, η ιστορία άνοιξε και φάνηκε πως η ζωή
μπορεί να οργανωθεί αλλιώς. Μετά, το σύστημα έμαθε. Αφομοίωσε, εξουδετέρωσε,
μετέτρεψε την άρνηση σε πολιτισμικό προϊόν. Εκεί βρίσκεται ο μόνιμος κίνδυνος,
όχι η ήττα, αλλά η εξημέρωση.
Σήμερα, οι Καταστασιακοί δεν μας χρειάζονται
ως αναγνώστες ή μελετητές. Μας χρειάζονται ως παρόντες. Όχι για να τους
μιμηθούμε, αλλά για να σταθούμε στο ίδιο ερώτημα, ζούμε ή απλώς λειτουργούμε;
Αν η σκέψη τους παραμένει ζωντανή, είναι γιατί δεν προσφέρει απαντήσεις. Μόνο
μια επίμονη, ενοχλητική απαίτηση. να μην αρκεστούμε στη ζωή που μας παραδόθηκε
έτοιμη.
Κι
αυτό δεν είναι θεωρία. Είναι στάση.
Mr Post Fluxus
Eικόνα: Γραμμένο σε τοίχο από τους καταστασιακούς, γράφει. "Απαγορεύεται να απαγορεύεται!"
