Η πόλη δεν κοιμόταν ποτέ, απλώς άλλαζε πλευρό μέσα στον πυρετό της. Από τα ανοιχτά παράθυρα έβγαιναν τηλεοράσεις, μυρωδιές καμένου λαδιού και κουβέντες κομμένες στα δύο. Οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να μιλούν σαν να κρατούσαν σπασμένο γυαλί πίσω από τα δόντια τους. Κάθε πρόταση έκρυβε μια μικρή απειλή. Κάθε βλέμμα ζητούσε διαβατήριο. Δεν χρειάστηκαν σειρήνες ούτε στρατιώτες. Ο διαχωρισμός ήρθε αθόρυβα, σαν υγρασία που ανεβαίνει στους τοίχους. Πρώτα άλλαξαν οι λέξεις. Η λέξη «γείτονας» ξέβαψε, η λέξη «άνθρωπος» απέκτησε υποσημειώσεις και η λέξη «ξένος» άρχισε να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα με σκουριασμένη μεταλλική γεύση.Ο άνθρωπος το κατάλαβε μέσα σε ένα λεωφορείο που μύριζε βρεγμένα ρούχα και φθηνό αποσμητικό. Μια γυναίκα κρατούσε στην αγκαλιά της ένα παιδί που κοιμόταν με το στόμα ανοιχτό, σαν να εμπιστευόταν ακόμη τον κόσμο. Δύο καθίσματα πιο πίσω, ένας αρσενικός με καλοσιδερωμένο πουκάμισο και βλέμμα υπαλλήλου λογιστηρίου χαμογέλασε στραβά.
— Αυτοί πληθαίνουν, είπε.
Όχι, δεν είπε «πεινάνε», Δεν είπε «τρέχουν να σωθούν», όχι, δεν είπε «ζουν». Πληθαίνουν είπε. Πληθαίνουν, σαν υγρασία, σαν έντομα, σαν κάτι που πρέπει να ψεκαστεί πριν απλωθεί. Η λέξη έπεσε στο βαγόνι και κόλλησε πάνω στα ανδροειδή σαν βρώμικος καπνός. Κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν αντέδρασε. Μονάχα το παιδί συνέχισε να κοιμάται. Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό σημείο της σκηνής.
Ο άνθρωπος κατέβηκε τρεις στάσεις νωρίτερα. Ένιωθε πως το λεωφορείο δεν κυλούσε πάνω σε άσφαλτο αλλά πάνω σε πρόσωπα. Η πόλη έξω έμοιαζε με τεράστιο στόμα που μασούσε νευρικά τον εαυτό του. Στην κεντρική πλατεία, οι γιγαντοοθόνες έσταζαν αριθμούς. Δείκτες, ποσοστά, καμπύλες, οικονομικά δελτία. Υπάνθρωποι με ακριβά ρολόγια και φωνές χωρίς θερμοκρασία μιλούσαν για «σταθερότητα», «ανάπτυξη», «εθνική ασφάλεια». Οι λέξεις τους δεν έμοιαζαν με λόγο, έμοιαζαν με έπιπλα γραφείου, γυαλισμένα, βαριά, αεικίνητα.
Ο άνθρωπος το ήξερε πια. Οι υπάνθρωποι που άναβαν τη φωτιά δεν κρατούσαν ποτέ δάδες, δεν φώναζαν σε πλατείες, ούτε έσφιγγαν μαχαίρια μέσα σε στενά. Κυκλοφορούσαν καθαροί, καλοντυμένοι, με γραβάτες δεμένες σαν θηλιές μικρής πολυτέλειας γύρο από το σβέρκο τους.
Δεν είχαν πατρίδα, δεν είχαν Θεό, δεν είχαν μνήμη, μόνο αριθμούς. Ο δικός τους Θεός χωρούσε μέσα σε χρηματιστηριακούς πίνακες, η πίστη τους μετρούσε κέρδη ανά τρίμηνο και η σημαία τους ανέμιζε πάνω από ουρανοξύστες με φιμέ τζάμια.
Κάτω από αυτούς, στους δρόμους, άλλοι υπάνθρωποι έσφιγγαν γροθιές, τρέφονταν με θυμό δεύτερης διαλογής, πεταμένο σαν αποφάγια από τα ίδια χέρια που υπέγραφαν συμβόλαια και μιλούσαν για ειρήνη στα δελτία ειδήσεων. Τους είχαν μάθει να κοιτούν ο ένας τον άλλο σε σπασμένο καθρέφτη.
Όταν η οργή ξεχείλιζε, έβγαιναν τα μαχαίρια της υπανθρώπινης κενοδοξίας. Πρόσωπα άσβερκα, παραμορφωμένα από μίσος όρμαγαν πάνω στο διαφορετικό με την πείνα άγριων όρνεων που έχουν ξεχάσει πως κάποτε ήταν κι αυτά ζωντανά πλάσματα και όχι μηχανές κατασπαραγμού.
Ο άνθρωπος στάθηκε μπροστά σε μια σκοτεινή βιτρίνα, μέσα στο τζάμι έβλεπε το πρόσωπό του μπλεγμένο με αντανακλάσεις από συρματοπλέγματα, διαφημίσεις και κόκκινα φανάρια. Για μια στιγμή δεν ήξερε αν κοιτούσε άνθρωπο ή απομεινάρι εποχής. Τότε του πέρασε μια σκέψη τόσο ψυχρή που σχεδόν τον ανακούφισε: Ίσως το τέλος να μη φτάνει με εκρήξεις και σειρήνες. Ίσως να έρχεται αργά, όταν ο άνθρωπος συνηθίζει τον εξευτελισμό του άλλου και συνεχίζει να πίνει τον καφέ του χωρίς να του πέφτει πια πικρός. Κοίταξε γύρω του την πόλη, αναρωτήθηκε: Άραγε πόσους ανθρώπους χωρά ένα κενοτάφιο πριν αρχίσει να ονομάζεται κανονικότητα;
Mr Post Fluxus
εικόνα αλιευμένη από το διαδίκτυο
