Τσανταλίνα μανταλίνα


Πώς να μας βάλεις σε καλούπι; Πώς να χωρέσεις σε σύστημα εκείνους που μεγάλωσαν χωρίς σύστημα, με γόνατα σκισμένα και ψυχές ανοιχτές; Για εμάς η ελευθερία δεν ήταν έννοια θεωρητική, ήταν η αλάνα πίσω από το σπίτι, το πεζούλι της γειτονιάς, το φως της λάμπας του δρόμου που άναβε και γινόταν το άτυπο ρολόι της ημέρας.

Στη δεκαετία του ’80 η γειτονιά ήταν ολόκληρο σύμπαν. Δύο πέτρες για δοκάρια, μια μπάλα ξεφούσκωτη και κανονισμοί που γεννιούνταν από τη στιγμή. Τσανταλίνα μανταλίνα, κρυφτό και κυνηγητό μέχρι να σκοτεινιάσει τόσο που να μη ξεχωρίζεις πρόσωπα. Κι έπειτα εκείνο το γνώριμο κάλεσμα από το μπαλκόνι, «έλα μέσα!» η μόνη εντολή που είχε πραγματική ισχύ. Τσακωνόμασταν για ένα γκολ, ορκιζόμασταν πως «ήταν μέσα», και πέντε λεπτά μετά παίζαμε ξανά σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Η παρέα ήταν νόμος και η φιλία αυτονόητη.
Στις τσέπες μας δεν κουβαλούσαμε χρήματα αλλά θησαυρούς. Χαρτάκια της Panini, κάρτες ποδοσφαίρου με φθαρμένες άκρες από τις αμέτρητες ανταλλαγές. Ένα «το έχεις διπλό;» μπορούσε να ανοίξει διαπραγματεύσεις ολόκληρες. Ένα σπάνιο χαρτάκι σε ανέβαζε στην ιεραρχία της γειτονιάς. Ήταν η δική μας οικονομία, χωρίς χρήμα, μόνο με αξία. Υπήρχαν και τα φυσοκάλαμα με τα χάρτινα χωνάκια καμωμένα από χαρτιά τηλεφωνικού καταλόγου, κίτρινα, ροζ, γαλάζια, τα αυτοσχέδια σπαθιά, τα ποδήλατα που έτριζαν στις κατηφόρες, χωρίς φρένα με κόντρες. Κάθε γρατζουνιά ήταν παράσημο, κάθε σημάδι μια ιστορία.
Δεν είχαμε πολλά, αλλά είχαμε χρόνο. Είχαμε χώμα. Είχαμε ο ένας τον άλλον.
Και ύστερα ήρθαν τα ’90s και η εφηβεία μπήκε με παραμόρφωση κιθάρας. Το δωμάτιο έγινε καταφύγιο και τα ακουστικά εξομολόγηση. Οι Metallica μάς έμαθαν την ένταση, οι Nirvana τη μελαγχολία που δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε, οι Iron Maiden μας ταξίδευαν μακριά από τα στενά της γειτονιάς και οι Sex Pistols μας θύμιζαν πως η αμφισβήτηση είναι δικαίωμα. Η μουσική δεν ήταν απλώς ήχος, ήταν ταυτότητα, δήλωση ύπαρξης, άρνηση να μικρύνουμε για να χωρέσουμε.
Μας είπαν να μεγαλώσουμε, να προσαρμοστούμε, να μπούμε σε γραμμές. Μα εμείς είχαμε μάθει αλλιώς. Είχαμε μάθει να πέφτουμε και να σηκωνόμαστε χωρίς κοινό. Να υπερασπιζόμαστε ένα παιχνίδι σαν να ήταν παγκόσμιος τελικός. Να δίνουμε αξία σε μικρά πράγματα που για άλλους ήταν ασήμαντα, σε μια κασέτα, σε ένα χαρτάκι, σε ένα βλέμμα από το απέναντι μπαλκόνι.
Οι αλάνες έγιναν πάρκινγκ και οι πολυκατοικίες σκέπασαν τα γέλια μας. Τα χαρτάκια μπήκαν σε κουτιά και οι κιθάρες σώπασαν σε κάποια ντουλάπα. Όμως εκείνα τα παιδιά δεν χάθηκαν. Ζουν μέσα μας κάθε φορά που ακούμε μια παλιά εισαγωγή κιθάρας, κάθε φορά που μυρίζουμε καλοκαίρι και θυμόμαστε το φως του δρόμου να ανάβει.
Τα σώματα μπορείς να τα περιορίσεις. Να τα κλείσεις σε τέσσερις τοίχους, σε ρόλους, σε υποχρεώσεις, σε πρέπει. Τις ψυχές όμως όχι. Γιατί όποιος γνώρισε την ελευθερία της αλάνας, όποιος έτρεξε ξυπόλυτος στο χώμα χωρίς φόβο και χωρίς σχέδιο, δεν την παραδίδει ποτέ ολοκληρωτικά. Μπορεί να τη σκεπάσει με χρόνια, με ευθύνες, με σιωπές, αλλά δεν τη χάνει. Την κουβαλά μέσα του σαν μυστικό που δεν λέγεται εύκολα. Σαν σπίθα που μοιάζει να έσβησε, μα με το πρώτο φύσημα ξαναγίνεται φωτιά. Κι ίσως να μην καίει πάντα το ίδιο δυνατά. Ίσως κάποιες μέρες να είναι μόνο μια ζεστασιά στο βάθος του στήθους. Όμως είναι εκεί. Γιατί η αληθινή ελευθερία δεν είναι τόπος, είναι μνήμη και η μνήμη, όταν ριζώσει βαθιά, γίνεται πυξίδα. Γι’ αυτό, ό,τι κι αν αλλάξει γύρω μας, όσα κι αν μας επιβληθούν, η απάντηση θα βρίσκεται πάντα μέσα μας. Στο παιδί που ήμασταν και που, κάπου βαθιά, συνεχίζει να είναι.

Mr Post Fluxus