Μια ωραία μέρα δηλαδή...


Μια ωραία μέρα δηλαδή...

Σαν σήμερα, 30 Απριλίου 1945.
Στο Βερολίνο τα τανκς του Ζούκοφ έχουν ήδη κυκλώσει την πόλη, ο κλοιός σφίγγει, και μέσα σε ένα υπόγειο bunker κάποιος καταλαβαίνει επιτέλους ότι το παιχνίδι τελείωσε. Ο Αδόλφος Χίτλερ, ο άνθρωπος που έβαλε φωτιά στην Ευρώπη και τον κόσμο όλο, που έστειλε εκατομμύρια σε κρεματόρια, που ονειρεύτηκε αιώνια κυριαρχία, φεύγει από τη ζωή με τον πιο ταπεινωτικό τρόπο για τον ίδιο, σαν να ήξερε πως δεν άξιζε καν να τον συλλάβουν.
Λίγες ώρες αργότερα, δύο Σοβιετικοί στρατιώτες, ο Μιχαήλ Εγκόροφ και ο Μελιτόν Καντάρια, υψώνουν την κόκκινη σημαία στην οροφή του Ράιχσταγκ. Εκεί που κάποτε ορκίζονταν να κυβερνήσουν τον κόσμο. Πίσω από εκείνη τη σημαία ήταν 27 εκατομμύρια νεκροί, ολόκληρες πόλεις στάχτη, παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς πατέρες. Αλλά η σημαία υψώθηκε. Ναι, μια ωραία μέρα δηλαδή!

Η ιστορία που δεν βολεύει

Υπάρχουν αποφάσεις που δεν ξεχνιούνται εύκολα. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Σεπτεμβρίου 2019 είναι μία από αυτές, δεν είναι τολμηρή, αλλά είναι βολική. Η ιστορική αλήθεια δεν κάνει εκπτώσεις στη βολικότητα.
Ναι, το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ του 1939 ήταν πραγματικό. Ναι, η Σοβιετική Ένωση συνεργάστηκε διπλωματικά και οικονομικά με τη ναζιστική Γερμανία για δύο χρόνια. Αυτό είναι ιστορικό γεγονός που δεν αμφισβητείται. Αλλά να τελειώνει εκεί η συζήτηση και να τεθεί η ΕΣΣΔ στην ίδια κατηγορία με τον επιτιθέμενο, αυτό δεν είναι ιστορική ανάλυση, είναι πολιτική επιλογή ντυμένη με ακαδημαϊκό περίβλημα.
Γιατί βολική; Επειδή η εξίσωση ναζισμού και κομμουνισμού, ή η απεικόνιση της ΕΣΣΔ ως «συνεργάτη» του Χίτλερ, εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη αφήγηση, αυτή που θέλει τη Δύση ως αποκλειστικό πρωταγωνιστή της νίκης κατά του φασισμού. Αλλά οι αριθμοί μιλούν διαφορετικά. 27 εκατομμύρια νεκροί. 80% των γερμανικών απωλειών σε αρμάτων και ανδρών έπεσαν στο ανατολικό μέτωπο, όχι στο δυτικό. Το Στάλινγκραντ, το Κουρσκ, το Βερολίνο, αυτές οι μάχες ήταν που έσπασαν τη ραχοκοκαλιά του Τρίτου Ράιχ.
Υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στη νηφάλια ιστορική κριτική και στην αναθεωρητική στρέβλωση. Η πρώτη θέτει ερωτήματα, εξετάζει αντιφάσεις, αναγνωρίζει σκιές. Η δεύτερη ανακατεύει χρονολογίες και ρόλους για να εξυπηρετήσει το παρόν. Ένα ψήφισμα που εξισώνει θύτη και θύμα, ή χειρότερα, που χαρακτηρίζει «συνεργάτη» εκείνον που πλήρωσε το μεγαλύτερο τίμημα, δεν είναι ιστορική δικαίωση. Είναι πολιτική χειραγώγηση.
Δεν χρειάζεται κανείς να είναι φιλοσοβιετικός ή να αγνοεί τα εγκλήματα του Στάλιν για να διαβλέπει αυτή την αντίφαση. Χρειάζεται μόνο να θυμάται ποιος κάρφωσε τη σημαία στο Ράιχσταγκ.
Η Ιστορία έχει μνήμη μακρύτερη από οποιαδήποτε κοινοβουλευτική θητεία.

Mr Post Fluxus

«Θα την πάρω όμως, αύριο να δεις τι θα κάνω. Θα με δεις σε όλα τα κανάλια»


«Θα την πάρω όμως, αύριο να δεις τι θα κάνω. Θα με δεις σε όλα τα κανάλια»

Δεν απειλούσε, έγραψε το τελευταίο του σύνθημα. Ο 89χρονος δεν είχε πια χρόνο για διαπραγματεύσεις με χαρτιά, ουρές και αριθμούς προτεραιότητας. Είχε μόνο φωνή και μια φράση που έσπαγε σαν γυαλί μέσα σε ένα ταξί που μύριζε καθημερινότητα. «Θα με δεις σε όλα τα κανάλια», είπε. Όχι από ματαιοδοξία, αλλά από απόγνωση. Είκοσι χρόνια να ζητάς το αυτονόητο και να σου επιστρέφουν απαξίωση. Είκοσι χρόνια να σε τελειώνουν λίγο-λίγο, μέχρι να μείνεις μια σκιά που διεκδικεί το δίκαιο. Ο οδηγός έκανε το σωστό, το σύστημα έκανε το γνωστό, κι ανάμεσα τους, ένας 89 ετών  άνθρωπος που δεν χωρούσε πια σε καμία αίτηση του κράτους.

Δεν ήταν απειλή, ήταν εξάντληση. Διαβάζω τα λόγια αυτού του ανθρώπου και δεν μπορώ να τα δω σαν «είδηση», τα βλέπω σαν αποτέλεσμα, σαν το τέλος μιας μακράς διαδρομής όπου κάποιος χτυπά πόρτες και βρίσκει μόνο τοίχους κόλασης. Είκοσι χρόνια να περιμένεις κάτι που δικαιούσαι, είκοσι χρόνια να σου λένε «όχι τώρα», «περίμενε», «δεν γίνεται», κάποια στιγμή δεν θυμώνεις απλά, σπας μέσα σου.

Όταν σπας, δεν μιλάς με όρους λογικής, μιλάς για να ακουστείς, έστω και με τον πιο λάθος και ακραίο τρόπο. Αυτό που με ανησυχεί δεν είναι η φράση του, είναι ότι την καταλαβαίνω. Γιατί ζούμε σε μια πραγματικότητα όπου, αν δεν φτάσεις στο όριο, δεν σε προσέχει κανείς. Όπου η αξιοπρέπεια γίνεται αίτηση και η ανάγκη σου αριθμός πρωτοκόλλου.

Δεν δικαιολογώ καμία πράξη βίας, αλλά αρνούμαι και να κάνω ότι δεν βλέπω πώς γεννιέται. Αντί να ψάχνουμε μόνο τον «επικίνδυνο», ίσως πρέπει να κοιτάξουμε και το περιβάλλον που τον διαμόρφωσε. Γιατί αν αυτό δεν αλλάξει, θα συνεχίσουμε να ακούμε τέτοιες φράσεις, μέχρι να πάψουν να μας κάνουν εντύπωση.

Γιατί εκεί, στο κενό ανάμεσα στη σύνταξη που δεν ήρθε ποτέ και στην πράξη που όλοι φοβήθηκαν ότι θα έρθει, γεννιέται κάτι πιο επικίνδυνο από μια απειλή. Η βεβαιότητα ότι δεν σε βλέπει κανείς αν δεν σπάσεις κάτι με θόρυβο, κι όχι απαραίτητα μόνο μέσα σου.

Τότε ο κόσμος σε μαθαίνει, αλλά είναι ήδη αργά, κι εσύ κρατά σημειώσεις σήμερα, όχι για το τι ειπώθηκε, αλλά για το γιατί φτάσαμε να το ακούμε σαν προειδοποίηση κι όχι σαν κραυγή βοήθειας.

Mr Post Fluxus