Αρχές της δεκαετίας του ’80
Ο δρόμος στενός, επαρχιακός, με στροφές που άνοιγαν μέσα σε χωράφια και χαμηλή βλάστηση. Ο ήλιος έγερνε αργά προς το απόγευμα και η ζέστη είχε αρχίσει να πέφτει πάνω στην άσφαλτο σαν κουρασμένη ανάσα. Ένα κόκκινο Seat 127 προχωρούσε με σταθερό ρυθμό, αφήνοντας πίσω του μικρά σύννεφα σκόνης κάθε φορά που οι ρόδες πατούσαν στην άκρη του δρόμου. Μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχε εκείνη η γνώριμη οικογενειακή σιωπή των ταξιδιών. Ο πατέρας οδηγούσε με τα δυο χέρια σφιχτά στο τιμόνι, τα μάτια καρφωμένα μπροστά. Η μητέρα κοιτούσε έξω από το παράθυρο τα χωράφια που περνούσαν σαν ξεθωριασμένες εικόνες κινηματογράφου. Στο πίσω κάθισμα δύο παιδιά παρατηρούσαν τον κόσμο χωρίς να μιλούν πολύ, με εκείνη τη σιωπηλή περιέργεια που έχουν τα παιδιά όταν προσπαθούν να καταλάβουν τους μεγάλους.Και τότε τον είδαν.
Έναν άντρα πεσμένο στην άκρη του δρόμου. Ξαπλωμένος πάνω στα χόρτα, σχεδόν ακίνητος. Το ένα του χέρι βρισκόταν απλωμένο προς την άσφαλτο, σαν να είχε προσπαθήσει να κρατηθεί από κάπου πριν σωριαστεί κάτω.
Το αυτοκίνητο τον προσπέρασε.
Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε. Μονάχα ο ήχος της μηχανής ακουγόταν μέσα στην καμπίνα.
Ύστερα η μητέρα γύρισε απότομα.
— Ένας άνθρωπος στο δρόμο… Σταμάτα!
Ο πατέρας έριξε μια γρήγορη ματιά από τον καθρέφτη.
— Τι να κάνω; είπε χαμηλόφωνα. Έχουμε τα παιδιά μαζί… Μπορεί να είναι επικίνδυνος.
Το αυτοκίνητο άρχισε να κόβει ταχύτητα. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου, αλλά το χέρι του πατέρα έμεινε πάνω στο λεβιέ, έτοιμο να ξαναβάλει ταχύτητα και να φύγει.
Η μητέρα τον κοίταξε με μάτια βουρκωμένα.
— Μα είναι άνθρωπος… είπε σχεδόν ψιθυριστά. Είναι πεσμένος κάτω. Χρειάζεται βοήθεια.
Μέσα στο αυτοκίνητο απλώθηκε μια βαριά σιωπή.
Τα δύο παιδιά στο πίσω κάθισμα κοιτούσαν μια τον πατέρα και μια τον δρόμο πίσω τους. Δεν καταλάβαιναν πλήρως τον φόβο των μεγάλων, αλλά ένιωθαν την αγωνία να γεμίζει τον χώρο σαν αόρατος καπνός.
Ο πατέρας έσβησε τη μηχανή.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Τα παιδιά γύρισαν τα κεφάλια τους προς το πίσω παράθυρο και τον παρακολουθούσαν βουβά καθώς απομακρυνόταν. Η φιγούρα του μίκραινε πάνω στην άσφαλτο, ώσπου στάθηκε δίπλα στον πεσμένο άντρα.
Γονάτισε.
Τον άγγιξε προσεκτικά στον ώμο.
Ο άντρας αναστέναξε και κουνήθηκε ελαφρά.
Ήταν ζωντανός.
Ο πατέρας κοίταξε γύρω του και άρχισε να κάνει νόημα στα διερχόμενα οχήματα. Ένα φορτηγό σταμάτησε λίγα μέτρα πιο πέρα. Ο οδηγός κατέβηκε χωρίς πολλές κουβέντες. Εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι συνεννοούνταν συχνά με τα μάτια.
Οι δυο άντρες έσκυψαν μαζί, έπιασαν τον μεθυσμένο από τις μασχάλες και προσπάθησαν να τον σηκώσουν. Εκείνος παραπατούσε, μύριζε έντονα αλκοόλ και ψέλλιζε ακατανόητες λέξεις.
Με κόπο τον ανέβασαν στην καρότσα του φορτηγού.
Ο οδηγός συμφώνησε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο της κοντινής πόλης.
Το φορτηγό χάθηκε αργά στον δρόμο.
Ο πατέρας στάθηκε για λίγο ακίνητος κοιτώντας το να απομακρύνεται. Ύστερα γύρισε στο αυτοκίνητο και κάθισε ξανά στη θέση του οδηγού.
Έβαλε μπροστά τη μηχανή.
— Ήταν πιωμένος, είπε τελικά.
Κανείς δεν απάντησε.
Το Seat 127 συνέχισε τον δρόμο του μέσα στο απογευματινό φως, όμως τίποτα δεν ήταν ακριβώς ίδιο πια μέσα σε εκείνο το αυτοκίνητο.
Τα παιδιά στο πίσω κάθισμα είχαν μόλις δει κάτι που δεν διδασκόταν σε σχολεία.
Είχαν δει τον φόβο.
Την αμφιβολία.
Την ευθύνη και τελικά την απόφαση να μη γυρίσεις το βλέμμα αλλού.
Χρόνια αργότερα, το ένα από εκείνα τα παιδιά θα φορούσε στολή εθελοντή διασώστη. Θα έσκυβε πάνω από ανθρώπους άγνωστους, τραυματισμένους, χαμένους, φοβισμένους. Και ίσως, κάθε φορά που θα πλησίαζε κάποιον πεσμένο στην άκρη ενός δρόμου, να υπήρχε βαθιά μέσα του εκείνη η παλιά εικόνα:
Ένας επαρχιακός δρόμος.
Ένα κόκκινο Seat 127.
Μια μητέρα που έκλαιγε για έναν άγνωστο άνθρωπο.
Κι ένας πατέρας που, παρά τον φόβο του, αποφάσισε να σταματήσει.
Στη μνήμη των γονιών μου Γιάννης Σταμενίτης
