Κι αν με ρωτάς τι έγινε με τις ζωές μας, ρε φίλε, σου απαντώ: κατάφεραν να κάνουν τις Παρασκευές βράδυ να μοιάζουν Δευτέρα πρωί
Κι αν με ρωτάς τι έγινε με τις ζωές μας, ρε φίλε, θα σου απαντήσω χωρίς μεγάλα λόγια και χωρίς δικαιολογίες. Μας πήραν λίγο λίγο τον χρόνο, τη ξεγνοιασιά, τη νύχτα, την επιθυμία να περιμένουμε το τέλος της εβδομάδας σαν μικρή γιορτή επιβίωσης. Μας έμαθαν να ζούμε κουρασμένοι πριν καν γεράσουμε. Να κοιμόμαστε με άγχος και να ξυπνάμε με ενοχές. Οι δρόμοι γέμισαν ανθρώπους που περπατούν σαν χαλασμένα ρολόγια και οι παρέες γέμισαν σιωπές, οθόνες και μισές κουβέντες. Κάποτε η Παρασκευή το βράδυ μύριζε ελευθερία, μουσική, ιδρώτα, έρωτα και φυγή. Τώρα μυρίζει υπερωρία, καμένο καφέ και φόβο για το αύριο. Κατάφεραν το αδιανόητο: να κάνουν τις Παρασκευές βράδυ να μοιάζουν με Δευτέρα πρωί. Κι όμως, κάπου βαθιά κάτω από τη σκόνη αυτής της εποχής, υπάρχει ακόμη μια σπίθα που αρνείται να πεθάνει. Ένα παιδί που ζωγραφίζει, ένας άνθρωπος που ερωτεύεται, μια παρέα που γελάει αληθινά, ένας ποιητής που συνεχίζει να γράφει πάνω στα συντρίμμια. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το τελευταίο μας καταφύγιο.Mr Post Fluxus
Η ειρήνη δεν χτίζεται με απειλές
Δεν χρειάζεται να φωνάζεις για κάτι που κουβαλά αιώνες μέσα του. Το Αιγαίο δεν απέκτησε μνήμη από διπλωματικά τραπέζια, ούτε ρίζες από υπογραφές υπουργών. Πριν υπάρξουν σύνορα, υπήρχαν άνθρωποι. Πριν υπάρξουν χάρτες, υπήρχαν καΐκια, γλώσσες, τραγούδια και πέτρες που μιλούσαν ελληνικά κάτω από τον ίδιο ήλιο. Στα νησιά του Αιγαίου δεν κατοικεί μόνο η γεωγραφία, κατοικεί η συνέχεια. Οι ψαράδες, οι ναυτικοί, οι γυναίκες που άναβαν καντήλια στα μικρά ξωκλήσια, οι γέροντες που κράτησαν λέξεις και μνήμες ζωντανές όταν αυτοκρατορίες γεννιούνταν και κατέρρεαν. Το Αιγαίο δεν είναι απλή θαλάσσια ζώνη, είναι ένα αρχείο ανθρώπων. Κάποιοι που μιλούν για «γαλάζιες πατρίδες» σαν να σχεδιάζουν συνθήματα πάνω στο νερό, όμως η ιστορία δεν γράφεται με προπαγάνδα. Γράφεται με παρουσία, με πολιτισμό και με επιμονή μέσα στον χρόνο. Από τα αρχαία λιμάνια μέχρι τα βυζαντινά μοναστήρια και τα ξεχασμένα σχολεία των νησιών, υπάρχει μια αδιάκοπη γραμμή που δεν έσπασε ποτέ. Γλώσσα, μουσική, μνήμη και επιβίωση, αυτά είναι τα πραγματικά σύνορα των λαών. Γι’ αυτό και οι επέτειοι πονάνε ακόμη. Ο ξεριζωμός των Ποντίων δεν είναι παρελθόν κλεισμένο σε βιβλία, αλλά τραύμα που περνά από γενιά σε γενιά σαν σιωπηλή προσευχή. Όπως και η πληγή της Κύπρου που παραμένει ανοιχτή μέσα στον χρόνο, πίσω από ψυχρές ανακοινώσεις και πολιτικές ισορροπίες. Η ειρήνη δεν χτίζεται με απειλές ούτε με φαντασιώσεις επέκτασης. Χτίζεται με αλληλοσεβασμό, με συνύπαρξη και με την αποδοχή ότι οι λαοί μπορούν να μοιράζονται θάλασσες χωρίς να σβήνουν ο ένας την ιστορία του άλλου. Τα ήρεμα νερά δεν είναι αποτέλεσμα φόβου, είναι αποτέλεσμα σοβαρότητας και αυτό αφορά και τους απέναντι, αλλά και αυτούς που κρατούν σήμερα το τιμόνι αυτού του τόπου.
Mr Post Fluxus
Global Sumud Flotilla
Ο κόσμος αλλάζει όνομα στα πάντα για να μην φαίνεται η βία. Τα σύνορα έγιναν «ζώνες επιρροής», οι πόλεμοι «στρατηγικές επιχειρήσεις», η φτώχεια «δημοσιονομική προσαρμογή» και η υποταγή «συμμαχία σταθερότητας». Μόνο η πραγματικότητα μένει ίδια. Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να πληρώσει το ρεύμα του βλέπει μαχητικά αεροσκάφη να σκίζουν τον ουρανό πάνω από παρελάσεις και του ζητούν να αισθανθεί υπερηφάνεια. Ένας νέος που δουλεύει για ψίχουλα ακούει καθημερινά για γεωπολιτικές επιτυχίες, ενώ το μέλλον του μοιάζει με δωμάτιο χωρίς παράθυρα. Η Ελλάδα μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια χώρα όπου η ζωή ακριβαίνει και ο άνθρωπος φθηναίνει.
Γύρω μας υπάρχει μια κοινωνία κουρασμένη, εξαντλημένη από την ανασφάλεια, την ακρίβεια, την προπαγάνδα και τον φόβο. Σχολεία που καταρρέουν, νοσοκομεία που μοιάζουν με εγκαταλελειμμένους σταθμούς αναμονής και νέοι άνθρωποι που φεύγουν στο εξωτερικό γιατί εδώ δεν μπορούν ούτε να ονειρευτούν. Ηλικιωμένοι μετρούν κέρματα μπροστά στα ράφια των σούπερ μάρκετ και οικογένειες επιβιώνουν χάρη στις συντάξεις των παππούδων και των γιαγιάδων. Κι όμως, μέσα σε αυτή την κοινωνική διάλυση, τα δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς εμφανίζονται πάντα διαθέσιμα. Για όπλα υπάρχουν λεφτά. Για ανθρώπους όχι.
Την ίδια στιγμή, η Μεσόγειος μυρίζει θάνατο και συμφέροντα. Πολιτικοί φωτογραφίζονται χαμογελαστοί δίπλα σε ηγέτες και στρατηγούς, υπογράφουν συμφωνίες, μιλούν για ειρήνη και σταθερότητα, ενώ γύρω τους λαοί βομβαρδίζονται, παιδιά θάβονται κάτω από ερείπια και η ανθρώπινη ζωή μετατρέπεται σε παράπλευρη απώλεια. Η γενοκτονία βαφτίζεται «δικαίωμα άμυνας», οι σφαγές παρουσιάζονται σαν κανονικότητα και η σιωπή γίνεται επίσημη κρατική θέση. Οι θάλασσες γεμίζουν πολεμικά πλοία, drones και φρεγάτες, ενώ οι λαοί καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό της γεωπολιτικής παράνοιας.
Κάποτε οι δάσκαλοι μάθαιναν στα παιδιά να σκέφτονται. Σήμερα το σύστημα θέλει ανθρώπους που να συνηθίζουν. Να συνηθίζουν τη φτώχεια, την αδικία, την παρακολούθηση, την εξαθλίωση, την ιδέα ότι τίποτα δεν αλλάζει. Να θεωρούν φυσιολογικό να δουλεύουν μια ζωή και να μην μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς. Να αποδέχονται ότι το σπίτι είναι πολυτέλεια, η υγεία εμπόρευμα και η ελευθερία προνόμιο.
Η κοινωνία έμαθε να φοβάται και να σωπαίνει. Συχνά πουλά την αξιοπρέπειά της για λίγη ασφάλεια, μια θεσούλα, ένα μικρό προσωπικό συμφέρον. Οι άνθρωποι θυμώνουν μεταξύ τους αλλά σπάνια με εκείνους που πραγματικά ευθύνονται. Τα τηλεοπτικά πάνελ γεμίζουν με «ειδικούς» που μιλούν σαν πωλητές πολέμου και αναπαράγουν έναν πατριωτισμό φτηνό, τηλεοπτικό, χωρίς άνθρωπο μέσα του. Έναν πατριωτισμό που αγαπά τις σημαίες αλλά όχι την κοινωνία.
Και όμως, μέσα σε αυτή τη σκοτεινή εικόνα, υπάρχει ακόμα κάτι ζωντανό. Υπάρχει στον διασώστη που τρέχει μέσα στη φωτιά χωρίς να ρωτήσει ποιος είσαι. Υπάρχει στον δάσκαλο που επιμένει να μιλά στα παιδιά για ανθρωπιά και ελευθερία. Υπάρχει στον καλλιτέχνη που συνεχίζει να δημιουργεί χωρίς να υπηρετεί κανένα κόμμα και κανέναν χορηγό. Υπάρχει στους ανθρώπους που αρνούνται να συνηθίσουν τον θάνατο, την αδικία και την απανθρωπιά.
Γιατί η πραγματική πατρίδα δεν είναι οι πύραυλοι, ούτε οι στρατιωτικές συμφωνίες, ούτε οι φωτογραφίες δίπλα σε ηγέτες. Πατρίδα είναι να μπορεί ένας άνθρωπος να ζει με αξιοπρέπεια, χωρίς φόβο, χωρίς εξευτελισμό, χωρίς να αισθάνεται πως το μέλλον του ανήκει σε εταιρείες, κυβερνήσεις και πολεμικές βιομηχανίες. Και ίσως η τελευταία πράξη αντίστασης σήμερα να είναι το να παραμένεις άνθρωπος μέσα σε έναν κόσμο που προσπαθεί καθημερινά να σε μετατρέψει σε υπάκουο θεατή.
Mr Post Fluxus
Η πόλη δεν κοιμόταν ποτέ
Η πόλη δεν κοιμόταν ποτέ, απλώς άλλαζε πλευρό μέσα στον πυρετό της. Από τα ανοιχτά παράθυρα έβγαιναν τηλεοράσεις, μυρωδιές καμένου λαδιού και κουβέντες κομμένες στα δύο. Οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να μιλούν σαν να κρατούσαν σπασμένο γυαλί πίσω από τα δόντια τους. Κάθε πρόταση έκρυβε μια μικρή απειλή. Κάθε βλέμμα ζητούσε διαβατήριο. Δεν χρειάστηκαν σειρήνες ούτε στρατιώτες. Ο διαχωρισμός ήρθε αθόρυβα, σαν υγρασία που ανεβαίνει στους τοίχους. Πρώτα άλλαξαν οι λέξεις. Η λέξη «γείτονας» ξέβαψε, η λέξη «άνθρωπος» απέκτησε υποσημειώσεις και η λέξη «ξένος» άρχισε να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα με σκουριασμένη μεταλλική γεύση.Ο άνθρωπος το κατάλαβε μέσα σε ένα λεωφορείο που μύριζε βρεγμένα ρούχα και φθηνό αποσμητικό. Μια γυναίκα κρατούσε στην αγκαλιά της ένα παιδί που κοιμόταν με το στόμα ανοιχτό, σαν να εμπιστευόταν ακόμη τον κόσμο. Δύο καθίσματα πιο πίσω, ένας αρσενικός με καλοσιδερωμένο πουκάμισο και βλέμμα υπαλλήλου λογιστηρίου χαμογέλασε στραβά.
— Αυτοί πληθαίνουν, είπε.
Όχι, δεν είπε «πεινάνε», Δεν είπε «τρέχουν να σωθούν», όχι, δεν είπε «ζουν». Πληθαίνουν είπε. Πληθαίνουν, σαν υγρασία, σαν έντομα, σαν κάτι που πρέπει να ψεκαστεί πριν απλωθεί. Η λέξη έπεσε στο βαγόνι και κόλλησε πάνω στα ανδροειδή σαν βρώμικος καπνός. Κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν αντέδρασε. Μονάχα το παιδί συνέχισε να κοιμάται. Αυτό ήταν το πιο τρομακτικό σημείο της σκηνής.
Ο άνθρωπος κατέβηκε τρεις στάσεις νωρίτερα. Ένιωθε πως το λεωφορείο δεν κυλούσε πάνω σε άσφαλτο αλλά πάνω σε πρόσωπα. Η πόλη έξω έμοιαζε με τεράστιο στόμα που μασούσε νευρικά τον εαυτό του. Στην κεντρική πλατεία, οι γιγαντοοθόνες έσταζαν αριθμούς. Δείκτες, ποσοστά, καμπύλες, οικονομικά δελτία. Υπάνθρωποι με ακριβά ρολόγια και φωνές χωρίς θερμοκρασία μιλούσαν για «σταθερότητα», «ανάπτυξη», «εθνική ασφάλεια». Οι λέξεις τους δεν έμοιαζαν με λόγο, έμοιαζαν με έπιπλα γραφείου, γυαλισμένα, βαριά, αεικίνητα.
Ο άνθρωπος το ήξερε πια. Οι υπάνθρωποι που άναβαν τη φωτιά δεν κρατούσαν ποτέ δάδες, δεν φώναζαν σε πλατείες, ούτε έσφιγγαν μαχαίρια μέσα σε στενά. Κυκλοφορούσαν καθαροί, καλοντυμένοι, με γραβάτες δεμένες σαν θηλιές μικρής πολυτέλειας γύρο από το σβέρκο τους.
Δεν είχαν πατρίδα, δεν είχαν Θεό, δεν είχαν μνήμη, μόνο αριθμούς. Ο δικός τους Θεός χωρούσε μέσα σε χρηματιστηριακούς πίνακες, η πίστη τους μετρούσε κέρδη ανά τρίμηνο και η σημαία τους ανέμιζε πάνω από ουρανοξύστες με φιμέ τζάμια.
Κάτω από αυτούς, στους δρόμους, άλλοι υπάνθρωποι έσφιγγαν γροθιές, τρέφονταν με θυμό δεύτερης διαλογής, πεταμένο σαν αποφάγια από τα ίδια χέρια που υπέγραφαν συμβόλαια και μιλούσαν για ειρήνη στα δελτία ειδήσεων. Τους είχαν μάθει να κοιτούν ο ένας τον άλλο σε σπασμένο καθρέφτη.
Όταν η οργή ξεχείλιζε, έβγαιναν τα μαχαίρια της υπανθρώπινης κενοδοξίας. Πρόσωπα άσβερκα, παραμορφωμένα από μίσος όρμαγαν πάνω στο διαφορετικό με την πείνα άγριων όρνεων που έχουν ξεχάσει πως κάποτε ήταν κι αυτά ζωντανά πλάσματα και όχι μηχανές κατασπαραγμού.
Ο άνθρωπος στάθηκε μπροστά σε μια σκοτεινή βιτρίνα, μέσα στο τζάμι έβλεπε το πρόσωπό του μπλεγμένο με αντανακλάσεις από συρματοπλέγματα, διαφημίσεις και κόκκινα φανάρια. Για μια στιγμή δεν ήξερε αν κοιτούσε άνθρωπο ή απομεινάρι εποχής. Τότε του πέρασε μια σκέψη τόσο ψυχρή που σχεδόν τον ανακούφισε: Ίσως το τέλος να μη φτάνει με εκρήξεις και σειρήνες. Ίσως να έρχεται αργά, όταν ο άνθρωπος συνηθίζει τον εξευτελισμό του άλλου και συνεχίζει να πίνει τον καφέ του χωρίς να του πέφτει πια πικρός. Κοίταξε γύρω του την πόλη, αναρωτήθηκε: Άραγε πόσους ανθρώπους χωρά ένα κενοτάφιο πριν αρχίσει να ονομάζεται κανονικότητα;
Mr Post Fluxus
εικόνα αλιευμένη από το διαδίκτυο
Αρχές της δεκαετίας του ’80
Αρχές της δεκαετίας του ’80
Ο δρόμος στενός, επαρχιακός, με στροφές που άνοιγαν μέσα σε χωράφια και χαμηλή βλάστηση. Ο ήλιος έγερνε αργά προς το απόγευμα και η ζέστη είχε αρχίσει να πέφτει πάνω στην άσφαλτο σαν κουρασμένη ανάσα. Ένα κόκκινο Seat 127 προχωρούσε με σταθερό ρυθμό, αφήνοντας πίσω του μικρά σύννεφα σκόνης κάθε φορά που οι ρόδες πατούσαν στην άκρη του δρόμου. Μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχε εκείνη η γνώριμη οικογενειακή σιωπή των ταξιδιών. Ο πατέρας οδηγούσε με τα δυο χέρια σφιχτά στο τιμόνι, τα μάτια καρφωμένα μπροστά. Η μητέρα κοιτούσε έξω από το παράθυρο τα χωράφια που περνούσαν σαν ξεθωριασμένες εικόνες κινηματογράφου. Στο πίσω κάθισμα δύο παιδιά παρατηρούσαν τον κόσμο χωρίς να μιλούν πολύ, με εκείνη τη σιωπηλή περιέργεια που έχουν τα παιδιά όταν προσπαθούν να καταλάβουν τους μεγάλους.Και τότε τον είδαν.
Έναν άντρα πεσμένο στην άκρη του δρόμου. Ξαπλωμένος πάνω στα χόρτα, σχεδόν ακίνητος. Το ένα του χέρι βρισκόταν απλωμένο προς την άσφαλτο, σαν να είχε προσπαθήσει να κρατηθεί από κάπου πριν σωριαστεί κάτω.
Το αυτοκίνητο τον προσπέρασε.
Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε. Μονάχα ο ήχος της μηχανής ακουγόταν μέσα στην καμπίνα.
Ύστερα η μητέρα γύρισε απότομα.
— Ένας άνθρωπος στο δρόμο… Σταμάτα!
Ο πατέρας έριξε μια γρήγορη ματιά από τον καθρέφτη.
— Τι να κάνω; είπε χαμηλόφωνα. Έχουμε τα παιδιά μαζί… Μπορεί να είναι επικίνδυνος.
Το αυτοκίνητο άρχισε να κόβει ταχύτητα. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου, αλλά το χέρι του πατέρα έμεινε πάνω στο λεβιέ, έτοιμο να ξαναβάλει ταχύτητα και να φύγει.
Η μητέρα τον κοίταξε με μάτια βουρκωμένα.
— Μα είναι άνθρωπος… είπε σχεδόν ψιθυριστά. Είναι πεσμένος κάτω. Χρειάζεται βοήθεια.
Μέσα στο αυτοκίνητο απλώθηκε μια βαριά σιωπή.
Τα δύο παιδιά στο πίσω κάθισμα κοιτούσαν μια τον πατέρα και μια τον δρόμο πίσω τους. Δεν καταλάβαιναν πλήρως τον φόβο των μεγάλων, αλλά ένιωθαν την αγωνία να γεμίζει τον χώρο σαν αόρατος καπνός.
Ο πατέρας έσβησε τη μηχανή.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Τα παιδιά γύρισαν τα κεφάλια τους προς το πίσω παράθυρο και τον παρακολουθούσαν βουβά καθώς απομακρυνόταν. Η φιγούρα του μίκραινε πάνω στην άσφαλτο, ώσπου στάθηκε δίπλα στον πεσμένο άντρα.
Γονάτισε.
Τον άγγιξε προσεκτικά στον ώμο.
Ο άντρας αναστέναξε και κουνήθηκε ελαφρά.
Ήταν ζωντανός.
Ο πατέρας κοίταξε γύρω του και άρχισε να κάνει νόημα στα διερχόμενα οχήματα. Ένα φορτηγό σταμάτησε λίγα μέτρα πιο πέρα. Ο οδηγός κατέβηκε χωρίς πολλές κουβέντες. Εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι συνεννοούνταν συχνά με τα μάτια.
Οι δυο άντρες έσκυψαν μαζί, έπιασαν τον μεθυσμένο από τις μασχάλες και προσπάθησαν να τον σηκώσουν. Εκείνος παραπατούσε, μύριζε έντονα αλκοόλ και ψέλλιζε ακατανόητες λέξεις.
Με κόπο τον ανέβασαν στην καρότσα του φορτηγού.
Ο οδηγός συμφώνησε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο της κοντινής πόλης.
Το φορτηγό χάθηκε αργά στον δρόμο.
Ο πατέρας στάθηκε για λίγο ακίνητος κοιτώντας το να απομακρύνεται. Ύστερα γύρισε στο αυτοκίνητο και κάθισε ξανά στη θέση του οδηγού.
Έβαλε μπροστά τη μηχανή.
— Ήταν πιωμένος, είπε τελικά.
Κανείς δεν απάντησε.
Το Seat 127 συνέχισε τον δρόμο του μέσα στο απογευματινό φως, όμως τίποτα δεν ήταν ακριβώς ίδιο πια μέσα σε εκείνο το αυτοκίνητο.
Τα παιδιά στο πίσω κάθισμα είχαν μόλις δει κάτι που δεν διδασκόταν σε σχολεία.
Είχαν δει τον φόβο.
Την αμφιβολία.
Την ευθύνη και τελικά την απόφαση να μη γυρίσεις το βλέμμα αλλού.
Χρόνια αργότερα, το ένα από εκείνα τα παιδιά θα φορούσε στολή εθελοντή διασώστη. Θα έσκυβε πάνω από ανθρώπους άγνωστους, τραυματισμένους, χαμένους, φοβισμένους. Και ίσως, κάθε φορά που θα πλησίαζε κάποιον πεσμένο στην άκρη ενός δρόμου, να υπήρχε βαθιά μέσα του εκείνη η παλιά εικόνα:
Ένας επαρχιακός δρόμος.
Ένα κόκκινο Seat 127.
Μια μητέρα που έκλαιγε για έναν άγνωστο άνθρωπο.
Κι ένας πατέρας που, παρά τον φόβο του, αποφάσισε να σταματήσει.
Στη μνήμη των γονιών μου Γιάννης Σταμενίτης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




