Από τον καναπέ στο μαντρί
Μεγαλώσαμε ως κυρ-Παντελήδες. Σε μικρά, άβουλα ανθρωπάκια που έμαθαν πρώτα να κοιτάνε δεξιά κι αριστερά και μετά, αν ποτέ, να κοιτάνε μέσα τους. «Τι θα πουν οι άλλοι;» έγινε δόγμα. Η κοινωνική εικόνα πιο ιερή από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μας έμαθαν να περιμένουμε ποδιές. Να τις φιλάμε όχι από πίστη, αλλά από ανάγκη. Να βολευτούμε! Να χωθούμε κάπου! Να σωθούμε μόνοι μας, αθόρυβα, χωρίς να χαλάσουμε τη σειρά. Μας λέγανε. «Μην μπλέκεις». «Μην μιλάς». «Μην κατεβαίνεις στους δρόμους». «Κάτσε στα αυγά σου, δε βλέπεις τι γίνεται;»Έτσι εκπαιδευτήκαμε. με γκλομπ, με φόβο, με απαγορεύσεις, με συμβουλές, με νόμους, με υπονοούμενα. Εγώ κι εσύ, εμείς; Δεν σηκωθήκαμε. Όχι γιατί δεν βλέπαμε τι ερχότανε. Αλλά γιατί μάθαμε να εξηγούμε τα πάντα χωρίς να κινούμαστε ούτε εκατοστό. Μάθαμε πως ο πόνος έχει γεωπολιτική ταυτότητα. Πως η καταπίεση επιτρέπεται ή απαγορεύεται ανάλογα με το ποιος είναι «δικός μας» και ποιος «των άλλων». Πως η εξέγερση δεν είναι ποτέ ανθρώπινη ανάγκη, είναι πάντα σχέδιο κάποιου τρίτου.
Η γυναίκα που καίγεται για να αναπνεύσει ελευθερία; Έγινε όργανο. Ο εργάτης που σπάει τη σιωπή του εργοστασίου; Είναι πράκτορας. Ο νέος που βγαίνει στον δρόμο με άδεια χέρια; Φυσικά και είναι υποκινούμενος. Μόνο εμείς είμαστε οι καθαροί. Καθαροί γιατί δεν λερωθήκαμε με συμμετοχή. Καθαροί γιατί δεν ρισκάραμε τίποτα. Καθαροί γιατί περιμέναμε τους άλλους να κάνουν κάτι για εμάς. Περιμέναμε τον σωστό ηγέτη, που θα μας σώσει! Τον «λιγότερο κακό». Τον κοινοβουλευτικά αποδεκτό. Τον Μεσσία με γραβάτα, που μιλάει για τον λαό χωρίς να τον συναντά ποτέ. Όσο περιμέναμε, μάθαμε να μισούμε κάθε αυθόρμητη κίνηση. Γιατί η αυθορμησία χαλάει την αφήγηση.
Σπάει βιτρίνες του καθωσπρεπισμού και των βεβαιοτήτων και αυτό είναι επικίνδυνο. Όχι για το σύστημα. Για την άνεσή μας. Σιγά, σιγά αρχίσαμε να βελάζουμε. Να τρώμε το χορτάρι του κουτού προβάτου και να το βρίσκουμε νόστιμο. Να λέμε «δεν αλλάζει τίποτα», πριν καν δοκιμάσουμε να αλλάξουμε οτιδήποτε. Κάθε γενιά παρέδιδε στην επόμενη όχι εμπειρία αγώνα, αλλά εγχειρίδιο παραίτησης. Να μη φαίνεσαι. Να μη ξεχωρίζεις. Να μη θυμώνεις πολύ. Να μη ζητάς πολλά και όταν κάποιος σήκωνε κεφάλι, δεν χρειαζόταν το κράτος να τον φιμώσει. Το κάναμε εμείς. Με το βλέμμα. Με το σχόλιο. Με το «έλα μωρέ, θα βρεις τον μπελά σου».
Έτσι όλα εξηγούνται εύκολα. Δεν υπάρχουν λαοί, υπάρχουν πόλοι. Δεν υπάρχουν τάξεις, υπάρχουν άξονες. Δεν υπάρχει Ιστορία, υπάρχουν σενάρια. Πάντα κάποια μυστική υπηρεσία για να μας γλιτώνει από την ευθύνη. Κι εμείς; Θεατές. Με άποψη αλλά χωρίς σώμα. Με θυμό αλλά χωρίς δρόμο. Με λόγια αλλά χωρίς ρωγμές. Μας έπεισαν πως η ελπίδα ήταν παιδική αρρώστια. Πως η αλληλεγγύη ήταν παλιά μόδα. Πως όσοι μιλούσαν για κοινή ανθρώπινη μοίρα ήταν αφελείς ή επικίνδυνοι. Κι έτσι ωριμάσαμε. Καθιστοί. Σοφοί. Ακίνητοι. Η Ιστορία συνεχίζει να γράφεται. Απλώς χωρίς εμάς. Δεν γεννηθήκαμε πρόβατα. Μας έμαθαν να φοβόμαστε τον λύκο περισσότερο απ’ όσο φοβόμαστε τη σφαγή.
Mr Post Fluxus
