Αγαπητοί πατριώτες


 Αγαπητοί πατριώτες,

όλοι εσείς που κόπτεστε για τα τραγούδια, αν είναι σλαβόφωνα ή όχι, που υψώνετε τις κορόνες του μίσους σας για μια γλώσσα, έναν ήχο, μια λέξη, θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο μαζί. Μπορείτε να μου απαντήσετε για την πραγματική κατάσταση της Ελλάδας; Για τη χώρα των χαμηλών μισθών και των υψηλών κερδών. Για τη χώρα όπου οι νέοι φεύγουν και οι γέροι μετρούν τα φάρμακα. Για τη χώρα που «αναπτύσσεται» στα χαρτιά, αλλά μικραίνει στην καθημερινότητα. Για τη χώρα που ξεπούλησε υποδομές, γη, ενέργεια, νερό, και το ονόμασε «μεταρρύθμιση». Μήπως και σε όλα αυτά φταίει η Αριστερά; Η Αριστερά που ποτέ δεν κυβέρνησε πραγματικά, που ποτέ δεν είχε τον έλεγχο του κράτους, που ποτέ δεν όρισε τους όρους του παιχνιδιού;

Θα σας απαντήσω εγώ. Η Ελλάδα δεν έφτασε εδώ από τραγούδια. Δεν έφτασε εδώ από μειονότητες, ούτε από γλώσσες. Έφτασε εδώ από πολιτικές επιλογές δεκαετιών, πάντα υπέρ του κεφαλαίου, πάντα υπέρ της αγοράς, πάντα εις βάρος της εργασίας και της κοινωνίας. Από κυβερνήσεις που δάνειζαν το κράτος χωρίς σχέδιο, που χάριζαν φόρους στους ισχυρούς,
που ιδιωτικοποιούσαν τα κέρδη και κοινωνικοποιούσαν τις ζημιές. Από ένα σύστημα που, όταν κατέρρευσε, δεν πλήρωσε ποτέ τους λογαριασμούς του και όταν ήρθε η κρίση, δεν «σωθήκαμε». δεθήκαμε. Με χρέος, με επιτήρηση, με φόβο. Και όλο αυτό το ονόμασαν «εθνική ευθύνη».

Τώρα, για να είμαι δίκαιος, θα κάνω και την κριτική μου στην Αριστερά. Ναι, η Αριστερά είχε δίκιο στη διάγνωση. Είπε ότι το σύστημα είναι άδικο, ότι το χρέος είναι μηχανισμός πειθαρχίας,
ότι οι πολιτικές εξυπηρετούν τους λίγους. Αλλά συχνά δεν είχε σχέδιο σύγκρουσης. Δεν είχε προετοιμασία, δεν είχε ειλικρίνεια για το κόστος, δεν είχε τη δύναμη να σπάσει τους συσχετισμούς.

Όταν βρέθηκε κοντά στην εξουσία, υποχώρησε. Όμως άλλο η ανεπάρκεια, κι άλλο η ευθύνη για την καταστροφή. Γι’ αυτό σας το λέω καθαρά. Αν θέλετε να φωνάζετε για πατρίδα, μην ψάχνετε εχθρούς στα τραγούδια. Ψάξτε τους στις πολιτικές που διέλυσαν την κοινωνία. Στις ανισότητες που βαφτίστηκαν «κανονικότητα».
Στην υποκρισία που έγινε ιδεολογία. Η πατρίδα δεν κινδυνεύει από τις γλώσσες. Κινδυνεύει όταν οι άνθρωποί της δεν μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Αυτό, όσο κι αν ενοχλεί, δεν είναι πολιτιστικός πόλεμος. Είναι κοινωνικός.

Mr Post Fluxus

26 Δεκεμβρίου 1991


26 Δεκεμβρίου 1991

Δεν ήταν μια ημερομηνία. Ήταν ένας ήχος. Ο ήχος από ένα μεγάλο σώμα που έπεφτε χωρίς χειροκρότημα. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης δεν συνέβη μόνο στα χαρτιά, στα κοινοβούλια και στις σημαίες που κατέβηκαν. Συνέβη μέσα στα σπίτια, στα εργοστάσια που σίγησαν, στα σχολεία που έμειναν χωρίς αφήγημα. Συνέβη στη μνήμη. Και η μνήμη, όταν μένει χωρίς πλαίσιο, γίνεται τραύμα. Μας είπαν ότι τελείωσε ένα σύστημα. Δεν μας είπαν ότι τελείωσε και μια υπόσχεση. Όχι η υπόσχεση της εξουσίας, αλλά εκείνη της συλλογικότητας. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνος απέναντι στον φόβο, την ανάγκη, την αγορά.

Μετά ήρθε το κενό. Και το κενό δεν μένει ποτέ άδειο. Γεμίζει με αριθμούς, ανταγωνισμό, «επιτυχία», ιδιωτικές ήττες και δημόσιες σιωπές. Γεμίζει με την ψευδαίσθηση της ελευθερίας, εκεί όπου η επιβίωση βαφτίστηκε επιλογή. Δεν υπερασπίζομαι καθεστώτα. Υπερασπίζομαι ερωτήματα. Τι κάνουμε όταν μια ιδέα καταρρέει; Τη θάβουμε ή τη μελετάμε; Τη γελοιοποιούμε ή τη μετασχηματίζουμε; Μαθαίνουμε ή απλώς προχωράμε σαν να μη συνέβη τίποτα;

Η 26η Δεκεμβρίου 1991 δεν είναι τέλος. Είναι αρχείο. Ένα αρχείο αποτυχιών, λαθών, εγκλημάτων, αλλά και οραμάτων που δεν πρόλαβαν να ενηλικιωθούν. Και τα αρχεία δεν τα φοβάσαι. Τα ανοίγεις. Γιατί ό,τι δεν διαβάζεται, επαναλαμβάνεται. Και ό,τι δεν πενθείται, επιστρέφει μεταμφιεσμένο. Ο άνθρωπος δεν τελείωσε το 1991. Ο αγώνας για αξιοπρέπεια ούτε.

Mr Post Fluxus

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΠΑΝΑΝΙΑΣ


ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΠΑΝΑΝΙΑΣ

Μια αλλόκοτη ιστορία από τον Mr Post Fluxus

Μια φορά κι έναν καιρό - όχι σε παραμύθι, αλλά σε μια χώρα που έμοιαζε επικίνδυνα με την πραγματική - υπήρχε ένα βασίλειο στο χάρτη που το ’λεγαν Μπανανία. Όχι επειδή είχε μπανάνες, αλλά επειδή όσο πιο πολύ σάπιζε, τόσο πιο πολύ οι άρχοντές της επέμεναν πως ήταν… παράδεισος.

Ο Μονάρχης των Καθρεφτών

Στην κορυφή της Μπανανίας κατοικούσε ο Μονάρχης των Καθρεφτών. Ένας ηγέτης που μπορούσε να βλέπει μόνο το δικό του είδωλο και τίποτα άλλο. Έλεγε ότι ήταν εκλεγμένος. Μα κυβερνούσε σαν μονάρχης. Τα βράδια ανέβαινε στον Πύργο των Μυστικών Αυτιών για να ακούει τις ανάσες ολόκληρου βασιλείου. Κι όταν πιάστηκε να παρακολουθεί μισή χώρα, είπε: «Μα εγώ απλώς προστάτευα τον λαό μου!» Και άλλαξε τον νόμο με μια μονοκονδυλιά, λες και έβαζε χρώμα σε μουσαμά που δεν του άρεσε.

Οι Άρχοντες της Φάρσας

Ο Μονάρχης είχε δίπλα του μια παράξενη αυλή. Τους έλεγαν Άρχοντες της Φάρσας γιατί όπου κι αν πήγαιναν, έκαναν τον κόσμο να αναρωτιέται αν βλέπει πολιτική ή κακόγουστη φαρσοκωμωδία. Κάποιοι δεν ήξεραν τι δουλειά κάνουν τα παιδιά τους. Άλλοι είχαν κερδίσει το Μεγάλο Τυχερό Παιχνίδι τόσες φορές που ούτε οι ίδιοι το θυμούνταν. Μερικοί ερχόντουσαν με χρυσές άμαξες που έμοιαζαν με Πόρσε και Φεράρι, χωρίς να ξέρουν από πού τους ήρθε το χρήμα. Κι όταν ρωτιούνταν για τα εκατομμύρια που είχαν, έλεγαν: «Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, το χάρισαν σε μένα.» Ήταν οι άνθρωποι που οι κάτοικοι της Μπανανίας αποκαλούσαν… Φραπέδες, Ποπάρες και Χασάπηδες, όχι για το επάγγελμά τους, αλλά για τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τη χώρα: με καφρίλα, με θράσος και με χέρια λερωμένα.

Τα Τρένα που Κλαίνε

Στη Μπανανία υπήρχαν και τρένα. Έμοιαζαν βουβά, σκουριασμένα, ξεχαρβαλωμένα. Και μια μέρα, η χώρα ξύπνησε με 57 σκιές στον ουρανό της. Όσοι έπρεπε να είχαν φτιάξει ράγες, τις είχαν πουλήσει για να γίνουν ευνοούμενοι του Μονάρχη. Όσοι έπρεπε να είχαν λάβει μέτρα ασφαλείας, είχαν βάλει έναν περίπτωση σταθμάρχη στη θέση ενός συστήματος. Όσοι έπρεπε να ζητήσουν συγγνώμη, σήκωναν το δάχτυλο και μιλούσαν με ύφος δάσκαλου που μαλώνει άτακτα παιδιά. Όταν τα μέλη των νεκρών βρέθηκαν πεταμένα στο χώμα, η Μπανανία έμεινε να αναρωτιέται: «Τι άλλο μπορεί να σάπισε τόσο βαθιά;» Οι γονείς, κουρασμένοι και πεινασμένοι, παρακαλούσαν δύο χρόνια μετά για το αυτονόητο: δικαιοσύνη. Μα η απάντηση ήταν η ίδια: σιωπή.

Το Βασίλειο χωρίς Νόμους

Στη Μπανανία, οι νόμοι ήταν σαν από ζυμάρι. Όποιος είχε δύναμη τους έπλαθε στα δάχτυλα του όπως τον βόλευε. Το ακαταδίωκτο ήταν για τους ισχυρούς.
Η τιμωρία ήταν για τους αδύναμους. Αν έκλεβες εκατομμύρια, μπορεί να σου έδιναν κι αξίωμα. Αν πλαστογραφούσες απολυτήριο Δημοτικού, μπορεί να σε περίμενε η φυλακή. Η Αστυνομία και το Λιμενικό είχαν γίνει σκιές που έμοιαζαν με τάγματα από άλλη εποχή. Κι οι δικαστές ψήφιζαν νόμους που οι ίδιοι μετά θα έβγαζαν… συνταγματικούς.

Οι Μάγισσες των Αγορών

Πάνω από το βασίλειο αιωρούνταν και τρεις μάγισσες: η Καρτέλεια, η Πινακολάντα και η Φουνταρουσία. Κρατούσαν στα χέρια τους το ψωμί, το ρεύμα, το σπίτι, το νερό. Κι όποιος είχε χρέος, έχανε το σπίτι του με ένα χτύπημα ραβδιού. Οι κάτοικοι της Μπανανίας δούλευαν 13 ώρες και πάλι δεν προλάβαιναν. Γιατί το σύστημα ήταν φτιαγμένο να τους έχει για πάντα κουρασμένους.

Η Πόλη του Μεγάλου Σπασίματος

Στην καρδιά της χώρας υπήρχε μια πόλη όπου οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με τα νεύρα τους σφιγμένα σαν γροθιές. Έβλεπες μάχες στα φανάρια, παπάδες να φωνάζουν σαν ταλιμπάν, σημαίες στα μπαλκόνια ανθρώπων που ήθελαν συγχαρητήρια επειδή… υπήρχαν. Άνθρωποι σπιρτόκουτα — κούφιοι από μέσα, φωνακλάδες απέξω, έτοιμοι να ανάψουν φωτιές. Εκεί έβλεπες τις δύο Μπανανίες: των λίγων που ζούσαν σε παλάτια και των πολλών που ζούσαν σε μποτιλιάρισμα, θλίψη, άγχος και ανασφάλεια.

Η Ψίχα της Ελπίδας

Κι όμως, μέσα στη Μπανανία, υπήρχε κάτι που δεν είχε σαπίσει ακόμη. Μικρό, σχεδόν αόρατο. Μια φωνή. Ένα παιδί. Ή ίσως πολλοί άνθρωποι μαζί που είχαν ξεχάσει πόσο δυνατοί ήταν. Αυτή η φωνή έλεγε: «Όταν η αδικία γεμίσει τόσο, που δεν χωράει άλλο, τότε η σιωπή γίνεται κραυγή.»
Και τότε, το βασίλειο ένιωσε κάτι να σείεται. Όχι από σεισμό. Αλλά από ανθρώπους που άρχισαν – σιγά σιγά - να καταλαβαίνουν ότι η Μπανανία δεν είναι κατάρα. Είναι κατασκευή. Και οι κατασκευές μπορούν να ξηλωθούν. Και το τέλος; Δεν έχει γραφτεί ακόμα. Γιατί, για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, κάποιοι στη Μπανανία ψιθυρίζουν ξανά μια απλή λέξη:

«Οξυγόνο»

Και ο ψίθυρος γίνεται ανάσα. Η ανάσα γίνεται φθόγγος. Ο φθόγγος γίνεται κραυγή.

Και η Μπανανία τρέμει στο όνομα της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης που θέλει να ξανά φέρει…

Εικόνα: Μαουρίτσιο Κατελάν , «Comedian». Η περίφημη μπανάνα με μονωτική ταινία πωλήθηκε σε δημοπρασία προς 5,8 εκ. ευρώ.

...στο κλιμακοστάσιο


Κι αν καθόταν και φέτος ο Mr Post Fluxus στο κλιμακοστάσιο, πλάι στον Lucky, τον μόνο φίλο που δεν ζητά εξηγήσεις, θα έλεγε πως ο κόσμος πάει κατά διαόλου, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Γιατί μόνο όταν φτάνεις στον πάτο της σκάλας, μαθαίνεις να ανεβαίνεις χωρίς να κρατιέσαι από τα κιγκλιδώματα που σου φόρεσαν για στήριγμα.

Ο Lucky τον κοιτά με εκείνο το βλέμμα που ξέρει τα πάντα πριν ειπωθούν. Σκύβει το κεφάλι, στρίβει ελαφρά το αυτί, σημάδι ότι καταλαβαίνει πως η δυστοπία του σήμερα δεν είναι τίποτα άλλο από τη χρυσή αφορμή να κλωτσήσουν το αύριο σε μια καινούρια τροχιά.

«Να μη φοβάσαι», θα έλεγε ο Mr Post Fluxus. «Ο φόβος είναι ο καλύτερος φύλακας του λάθους κόσμου». Κι ο Lucky θα γάβγιζε χαμηλά, σαν να συμφωνεί πως η ελευθερία δεν γράφεται σε μανιφέστα, μυρίζεται. Σε μια γωνία της πόλης που έχει ξεχάσει να είναι πόλη, οι δυο τους παρατηρούν τους ανθρώπους να σέρνουν ακόμη τα δεσμά που τους έμαθαν να αποκαλούν "κανονικότητα". Ο Mr Post Fluxus γελά πικρά: «Κοιτά να δεις, Lucky… ζητούν ουτοπία φορώντας ακόμα τα λουριά τους. Θέλουν αλλαγή, αλλά μην τους χαλάσεις το πρόγραμμα». Ο σκύλος σηκώνεται, τινάζεται, σαν να διώχνει απ’ το τρίχωμά του όλη τη σκόνη της λογικής. Κι εκεί, για μια στιγμή, ο αέρας στο κλιμακοστάσιο αλλάζει. Η δυστοπία μοιάζει να υποχωρεί. Η ουτοπία, ένα μικρό, θρασύ χαμόγελο, τρυπώνει ανάμεσα στα σκαλοπάτια.

«Να θυμάσαι», ψιθυρίζει ο Mr Post Fluxus. «Η αλήθεια δεν χρειάζεται στολίδια. Μόνο χώρο». Και ο Lucky, σαν πραγματικός κυνικός φιλόσοφος, ξαπλώνει δίπλα του. Κρατάει την τελευταία κουβέντα για τον εαυτό του , όπως κάθε σοφός.

Ανάμεσα στο Έμβιο και το Άβιο


Ανάμεσα στο Έμβιο και το Άβιο

Η έκθεση «Ανάμεσα στο Έμβιο και το Άβιο» προσεγγίζει τη φύση όχι ως σκηνικό, αλλά ως τον αληθινό πρωταγωνιστή ενός κόσμου που δοκιμάζεται. Στο έργο αυτό η φύση δεν είναι μακρινή εικόνα∙ είναι ο συνομιλητής μας, ο μάρτυρας της εποχής και ταυτόχρονα το εύθραυστο θεμέλιο της ύπαρξής μας. Γιατί χωρίς αυτήν, κανένα αύριο δεν μπορεί να υπάρξει.

Με βάση τη μακροχρόνια έρευνά μου στα εικαστικά, στην περιβαλλοντική ευαισθησία, στην πολιτική διάσταση της εικόνας και στη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό του υπόστρωμα, επιχειρώ να δημιουργήσω έναν χώρο όπου το έμβιο και το άβιο αλληλεξαρτώνται. Όπου η πέτρα «αναπνέει» και το φύλλο γίνεται σημάδι μνήμης. Όπου το υλικό μιλά πριν από τον άνθρωπο.

Τα έργα είναι φτιαγμένα πάνω σε χαρτί, με διάτρητα πρότυπα και χρωματιστά σπρέι. Η διαδικασία, γρήγορη αλλά ελεγχόμενη, φέρει κάτι από τον ρυθμό της αστικής επιφάνειας, κάτι από την τρωτότητα της φύσης και κάτι από το σχολαστικό βλέμμα του ανθρώπου που παρατηρεί πριν καταστρέψει. Τα διάτρητα πρότυπα λειτουργούν σαν φίλτρα: άλλοτε περιορίζουν την εικόνα και άλλοτε την αφήνουν να διαχυθεί, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή — όπου η ελευθερία και ο περιορισμός συνυπάρχουν.

Το σπρέι, από την άλλη, είναι χειρονομία: ένα ίχνος άμεσο, αέρινο, σχεδόν αναπνευστικό. Το χρώμα απλώνεται σαν νέφος, σαν ομίχλη που σκεπάζει και αποκαλύπτει. Το χαρτί το δέχεται όπως το χώμα δέχεται το νερό: με ανοχές, με απώλειες, με απρόβλεπτες διαδρομές.

Η έκθεση, περισσότερο από αισθητική εμπειρία, είναι μια πρόσκληση σε προσοχή.

Ζητά να παρατηρήσουμε πριν να είναι αργά.
Να καταλάβουμε ότι η φύση δεν χρειάζεται εμάς.
Εμείς χρειαζόμαστε εκείνη.

Ανάμεσα στο έμβιο και το άβιο υπάρχει πάντα μια λεπτή γραμμή.
Τα έργα προσπαθούν να δείξουν πως αυτή η γραμμή είναι ακόμη ορατή.

Και πως το αύριο εξαρτάται από το αν θα την σεβαστούμε.

Mr Chaos

«ίσως ζήσαμε το τελευταίο καλοκαίρι ειρήνης»


Σχόλιο Mr Post Fluxus

Η φράση «ίσως ζήσαμε το τελευταίο καλοκαίρι ειρήνης» ακούγεται σαν τελετουργικό ξόρκι φόβου, μια δημόσια πρόβα πολέμου που προετοιμάζει συνειδήσεις να δεχτούν το αδιανόητο ως αναπόφευκτο. Όταν οι υπουργοί Άμυνας μιλούν με τόση βεβαιότητα για το τέλος της ειρήνης, δεν περιγράφουν, κατασκευάζουν.

Η Ευρώπη γίνεται ξανά σκηνή ενός θεάτρου απειλών, όπου τα κράτη διαφημίζουν την αδυναμία τους ως δύναμη και τις προβλέψεις ως μαντείες. Ο λόγος τους στάζει ανησυχία, αλλά πίσω του κρύβεται η ίδια παλιά μηχανή: ο φόβος ως εργαλείο πειθαρχίας. Και κάθε φορά που οι ηγεσίες υψώνουν τον τόνο, οι πολίτες χαμηλώνουν το βλέμμα.

Ο Mr Post Fluxus βλέπει το παιχνίδι καθαρά:
Όταν μιλούν για πόλεμο, εννοούν οικονομία. Όταν μιλούν για ασφάλεια, εννοούν έλεγχο. Όταν μιλούν για ειρήνη που τελειώνει, εννοούν ότι χρειάζονται τη συναίνεσή μας.

Η Ευρώπη δεν έχασε την ειρήνη της. Την παραδίδει. Και ο καλλιτέχνης οφείλει να το φωνάξει, όχι για να διχάσει, αλλά για να σπάσει το ξόρκι. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να φοβηθούν, η ειρήνη δεν θα είναι ανάμνηση, θα είναι πράξη αντίστασης.

Εικαστική Πράξη


Από το 1997, η εικαστική μου μελέτη παραμένει μια αδιάκοπη πορεία γύρω από τον άνθρωπο–πολίτη και τη θέση του μέσα στον χώρο της δράσης. Ο άνθρωπος, όχι ως αισθητικό αντικείμενο, αλλά ως ενεργός φορέας ευθύνης, ως σώμα που συμμετέχει, αντιστέκεται, συγκρούεται. Δεν υπήρξε ποτέ για μένα ενδιαφέρον για το «όμορφο» ή το «αρμονικό». Η τέχνη μου γεννήθηκε μέσα από το ωμό, το τραχύ, το αντιαισθητικό, γιατί μόνο εκεί κατοικεί η αλήθεια.

Η αισθητική, όπως έχει επιβληθεί από τα μέσα επιρροής και τους θεσμούς του πολιτισμού, λειτουργεί σήμερα σαν προπέτασμα καπνού, σαν άμυνα απέναντι στη ρήξη. Ένας κόσμος που φοβάται να δει το αίμα του, τη σήψη του, τη φθορά του, κατασκευάζει μια εικόνα ευπρέπειας, ένα περιτύλιγμα ευαισθησίας που κρύβει την απάθεια. Αυτή η άλως του πρεπισμού, όπως την ονομάζω, είναι το τελευταίο οχυρό της μεταπολιτικής σιωπής, το πεδίο όπου η «εικαστική πράξη» εξουδετερώνεται, μεταφρασμένη σε lifestyle, χορηγίες και καμπάνιες κοινωνικής ευαισθησίας.

Η δική μου πρόθεση δεν υπήρξε ποτέ η διακόσμηση του κενού. Τα έργα μου δεν προσπαθούν να κατευνάσουν, αλλά να πυροδοτήσουν. Δεν υπηρετούν την ηρεμία, αλλά την αφύπνιση. Κάθε μορφή, κάθε ίχνος χρώματος ή ήχου, λειτουργεί ως κραυγή, μια πράξη διατάραξης της ψευδούς κανονικότητας. Η τέχνη, για μένα, είναι πολιτική πράξη, όχι ως προπαγάνδα, αλλά ως ενσώματη μαρτυρία της αδικίας.

Στον κόσμο της σκοτοδίνης, όπου τα πάντα βαφτίζονται πρόοδος, η τέχνη που δεν ανατρέπει γίνεται συνένοχη. Γι’ αυτό και ο καλλιτέχνης οφείλει να σταθεί εκεί όπου πονάει, στην αλήθεια. Να αναμετρηθεί με τον φόβο, την υποκρισία, την εξουσία της εικόνας. Η «εικαστική πράξη» δεν είναι αίτημα, είναι ανάγκη. Είναι η απόπειρα να ξαναβρεί ο άνθρωπος το δικαίωμα να συμμετέχει στο «εμείς».

Γιατί μόνο μέσα από τη ρήξη μπορεί να υπάρξει αναγέννηση. Και μόνο μέσα από την ωμή αλήθεια μπορεί η τέχνη να ξαναγίνει πράξη ζωής.

Η τέχνη, όπως την αντιλαμβάνομαι, δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Ο Guy Debord έγραψε ότι «ο θεαματικός κόσμος δεν είναι μια συλλογή εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους, μεσολαβημένη από εικόνες». Αυτή η παρατήρηση συνοψίζει όλο το πεδίο της σύγχρονης εικαστικής μου έρευνας, το πώς η εικόνα αντικατέστησε τη συμμετοχή, πώς το βλέμμα έγινε υποκατάστατο της δράσης.

Η εικαστική πράξη δεν είναι, επομένως, απλώς δημιουργία μορφών. Είναι αντίσταση στον μηχανισμό της θεαματικής αλλοτρίωσης. Από τη στιγμή που το έργο παύει να υπάρχει μόνο ως αισθητικό αντικείμενο και μετατρέπεται σε χώρο σύγκρουσης, σε σώμα πολιτικής εμπειρίας, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματική τέχνη.

Η Claire Bishop, εξετάζοντας τη συμμετοχική και επιτελεστική τέχνη, μιλά για την ανάγκη ενός «αγωνιστικού δημόσιου χώρου», όπου η τέχνη δεν λειτουργεί ως συμφιλίωση αλλά ως τόπος αντιπαράθεσης. Αυτός ο τόπος είναι ο φυσικός χώρος του Γιάννη Σταμενίτη. Εκεί όπου το έργο γεννιέται όχι για να καθησυχάσει, αλλά για να διαταράξει τη ροή της κανονικότητας, να προκαλέσει ερώτηση, σύγκρουση, επανατοποθέτηση.

Στο πλαίσιο αυτό, η αισθητική του ωμού λειτουργεί ως στρατηγική. Το ωμό δεν είναι απλώς ύφος, είναι ηθική στάση. Απορρίπτει τον εξωραϊσμό, αποδομεί την ψευδαίσθηση της ευγένειας του πολιτισμού και στρέφει το βλέμμα προς την πραγματικότητα της φθοράς, της ανισότητας, της αποξένωσης. Ο Jean Rustin και ο Antoni Tàpies, καθένας με τον τρόπο του, έδειξαν ότι η ύλη μπορεί να μιλήσει για την πληγή. Η τέχνη γίνεται τότε μια μορφή κοινωνικής αυτογνωσίας, ένας καθρέφτης που δεν χαρίζεται.

Ο Nicolas Bourriaud με την έννοια της relational aesthetics επιχείρησε να περιγράψει τη σύγχρονη τέχνη ως χώρο κοινωνικών σχέσεων. Όμως, εκεί όπου η θεωρία αυτή συχνά εκφυλίστηκε σε «καλλιτεχνικό ανθρωπισμό», ο Mr Post Fluxus απαντά με αντί-σχέσεις, με έργα που δεν προτείνουν συνύπαρξη, αλλά αντιπαράθεση. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική σχέση χωρίς ρήξη.

Ο ακραίος εικαστικός ήχος, που αποτελεί σήμερα το κύριο πεδίο δράσης μου, είναι η φυσική προέκταση αυτής της σκέψης. Δεν είναι μουσική, είναι σύγκρουση ήχου και σώματος, μια βιωματική διαδικασία όπου το κοινό εκτίθεται σε μια εμπειρία πέρα από την αρμονία. Είναι το σημείο όπου ο ήχος γίνεται πολιτικό γεγονός.

Η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο από μόνη της, αλλάζει όμως τον τρόπο που τον αντιλαμβανόμαστε. Και αυτό, από μόνο του, είναι πράξη επανάστασης.

Η επαναστατική τέχνη δεν είναι πλέον το προνόμιο των επαναστατών, αλλά το καθήκον των ζωντανών. Κάθε έργο που αρνείται τη σιωπή, κάθε εικόνα που επιστρέφει το βλέμμα στον θεατή και τον αναγκάζει να σταθεί, να νιώσει, να πάρει θέση, είναι μια μικρή νίκη ενάντια στην εξουσία της απάθειας.

Η εικαστική μου μελέτη, στο σύνολό της, δεν διακοσμεί τον κόσμο. Τον ξεγυμνώνει.
Για να δούμε επιτέλους τι απομένει όταν πέσουν τα προσωπεία.

Γιάννης Σταμενίτης 

Δεν είσαι ξένος, φίλε μου


Δεν είσαι ξένος, φίλε μου. Είσαι φτωχός. Κι αυτή είναι η μόνη “ξενότητα” που αναγνωρίζει η κοινωνία των προνομιούχων. Οι πλούσιοι δεν είναι ποτέ ξένοι, ταξιδεύουν με διαβατήριο από χρυσάφι και χαμόγελα υποκρισίας. Όπου κι αν πάνε, τους περιμένει ένα χαλί στρωμένο, ένα τραπέζι έτοιμο, μια κάμερα που τους υποδέχεται με φλας. Οι υπόλοιποι, εμείς, πρέπει να δώσουμε εξηγήσεις για το ποιοι είμαστε, γιατί ήρθαμε, και τι “θέλουμε” από έναν κόσμο που δεν μας ανήκει, κι ας τον χτίζουμε καθημερινά με τον ιδρώτα μας.


Η κοινωνία αγαπά τη φτώχεια μόνο στα ποιήματα και στις ταινίες. Στην πραγματικότητα τη φοβάται. Την κρύβει πίσω από λέξεις όπως “παράτυπος”, “παρείσακτος”, “επικίνδυνος”. Έτσι κατασκευάζει τα σύνορά της, όχι από πέτρα και συρματόπλεγμα, αλλά από φόβο και αδιαφορία.

Κι όμως, πίσω από κάθε φτωχό, πίσω από κάθε μετανάστη, υπάρχει μια ιστορία που δεν γράφτηκε ακόμη. Ένα παιδί που ονειρεύτηκε να γίνει κάτι περισσότερο από εργάτης. Μια μητέρα που άφησε πίσω της τον ουρανό της για να ταΐσει ένα πιάτο φαΐ. Ένας πατέρας που έμαθε να χαμογελάει ακόμη κι όταν η ζωή τον έπνιγε.

Δεν υπάρχει ξένος στη γη, μόνο άνθρωποι που τους ξέχασε η αδικία. Και όσο θα θυμόμαστε πως η φτώχεια δεν είναι ντροπή αλλά κάλεσμα για αλληλεγγύη, τόσο θα πλησιάζουμε ξανά ο ένας τον άλλον. Γιατί, όταν η καρδιά ανοίγει, τα σύνορα καταρρέουν. Κι εκεί αρχίζει ξανά ο άνθρωπος.

Mr Post Fluxus

Νερό καθαρό, νερό ζωής, μαζί τα καταφέραμε εμείς


Μια φορά κι έναν καιρό, πέρα από τα μεγάλα βουνά και τα πυκνά σύννεφα, υπήρχε ένας τόπος όπου το νερό δεν πινόταν. Οι λίμνες είχαν γίνει θολές, τα ποτάμια πικρά, και τα πηγάδια ξερνάγανε λάσπη αντί για δροσιά. Τα ζώα εκεί ζούσαν μέσα στην αγωνία. Τα πουλιά δεν τραγουδούσαν πια, τα ελάφια περπατούσαν σκυφτά, κι οι λαγοί μετρούσαν τις μέρες ώσπου να βρέξει.

Μα δεν έβρεχε. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο τα ζώα μαλώνανε μεταξύ τους για μια σταγόνα καθαρού νερού.

«Πρέπει να πάμε στον βασιλιά μας, το Λιοντάρι!» φώναξε ο σοφός γέρος Γερανός.
Έτσι κι έγινε. Όλα τα ζώα μαζεύτηκαν κάτω από το μεγάλο δέντρο του βασιλιά και του είπαν τα βάσανά τους.
Το Λιοντάρι άκουσε, αναστέναξε και είπε:
«Θα το φροντίσω εγώ. Θα καλέσω τους συμβούλους μου και θα δούμε τι θα γίνει.»

Μα οι μέρες έγιναν εβδομάδες, κι οι εβδομάδες μήνες και χρόνια. Το Λιοντάρι ζούσε στο δάσος που είχε ακόμα νερό, κι έτσι δεν βιαζόταν. Έπινε, έτρωγε, κι έλεγε μεγάλα λόγια, χωρίς να κάνει τίποτα.

Τα ζώα όμως δεν άντεχαν άλλο.
Μια μέρα, σε μια Μυρμηγκοφωλιά, και το πιο εργατικό πλάσμα του τόπου το Μυρμήγκι, μάζεψε τα ζώα και είπε:
«Αν περιμένουμε το Λιοντάρι, θα χαθούμε. Ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Ο καθένας έχει κάτι να προσφέρει.»

Και τότε έγινε κάτι μαγικό.

Τα πουλιά πέταξαν ψηλά και βρήκαν ένα παλιό ποτάμι που είχε σκεπαστεί από πέτρες.
Οι κάστορες άρχισαν να σκάβουν με τα δόντια τους, οι αλεπούδες κουβαλούσαν τα χαλίκια, οι ελέφαντες με τις προβοσκίδες τους έβγαζαν τις μεγάλες πέτρες.
Τα μυρμήγκια δούλευαν μέρα και νύχτα, σέρνοντας κόκκους χώματος για να καθαρίσουν τη ροή.
Ακόμα και τα βατράχια, που είχαν σχεδόν ξεχάσει το τραγούδι τους, έπιασαν ρυθμό και συντόνιζαν την εργασία με το "κροάκ, κροάκ!" τους.

Κι ένα πρωινό, ο ήλιος έλαμψε πάνω σε κάτι που όλοι είχαν ξεχάσει πως υπήρχε, ένα ρυάκι, καθαρό και κρυστάλλινο, που άρχισε να κυλά ξανά μέσα από το δάσος.

Όλα τα ζώα έτρεξαν να πιούν.
Και τότε κατάλαβαν κάτι σπουδαίο:
Η δύναμη δεν βρίσκεται στον βασιλιά, αλλά στη συνεργασία.
Δεν σώζει ένας, αλλά όλοι μαζί.

Από τότε, κάθε χρόνο, την πρώτη μέρα που τρέχει το νερό, τα ζώα μαζεύονται γύρω από το ρυάκι και τραγουδούν:
«Νερό καθαρό, νερό ζωής, μαζί τα καταφέραμε εμείς.»

Κι αν ποτέ περάσεις από εκεί, θα ακούσεις τον ήχο του νερού να σου ψιθυρίζει το ίδιο μυστικό, πως τίποτα δεν αλλάζει αν δεν ενωθούν οι καρδιές των ανθρώπων, ή των ζώων.

Mr Post Fluxus

εικόνα δάνειο από το διαδίκτυο

Η μικρή γοργόνα


Η μικρή γοργόνα ζούσε στα βαθιά νερά του Αιγαίου. Δεν ήξερε από όρια, ούτε από φόβο. Κολυμπούσε πάντα πιο μακριά από τις άλλες, άκουγε τους ήχους των πλοίων, έβλεπε τα φώτα των πόλεων και ονειρευόταν.

«Θέλω να ζήσω ελεύθερη», έλεγε στο κύμα. «Να δω τι υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα.»
Τα ψάρια τη φοβούνταν λίγο, ήταν αλλιώτικη. Δεν ήθελε να ανήκει πουθενά. Είχε μαλλιά σαν φύκια που λάμπανε στο φεγγάρι και μάτια γεμάτα περιέργεια. Κάθε βράδυ ανέβαινε πιο ψηλά, εκεί όπου το νερό αρχίζει να μυρίζει άνθρωπο.
Μια νύχτα, όταν η θάλασσα ήταν ήσυχη σαν καθρέφτης, είδε για πρώτη φορά ένα καΐκι. Στα ξύλινα πλευρά του καθρεφτιζόταν το φως της. Ήταν όμορφο, αλλόκοτο και επικίνδυνο. Μα αυτή δεν γύρισε πίσω. Πλησίασε.
Οι ψαράδες την είδαν. Στην αρχή νόμιζαν πως είναι ψάρι με φως, μετά πνεύμα, και τέλος, λεία. Την έπιασαν με δίχτυα που μύριζαν θάνατο και πετρέλαιο. Πάλεψε, μα τα δίχτυα ήταν πιο δυνατά από τα όνειρά της.
Την ανέβασαν στο καΐκι, τη φωτογράφισαν, τη σχολίασαν, τη μέτρησαν. Κανείς δεν είδε το βλέμμα της, εκείνο που ακόμα ζητούσε ελευθερία. Κανείς δεν κατάλαβε πως δεν ήταν θήραμα, αλλά ψυχή.
Την πήγαν στο εργοστάσιο. Εκεί, ανάμεσα σε μηχανές και κονσέρβες, η μικρή γοργόνα έλιωσε σε μορφή και σώμα. Έμεινε μόνο η φωνή της, ένα μακρινό τραγούδι που ακούγεται καμιά φορά μέσα από το μέταλλο, όταν κάποιος ανοίγει μια κονσέρβα και για μια στιγμή νομίζει πως άκουσε τη θάλασσα.
Έτσι τελείωσε το όνειρο της μικρής γοργόνας που ήθελε να ζήσει ελεύθερη.
Ή ίσως όχι, γιατί κάθε φορά που κάποιος τολμά να ονειρευτεί, εκείνη ξαναζεί για λίγο, μέσα στη μνήμη του νερού.

Mr Post Fluxus

Σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη

Το παραμύθι του ανθρώπου που δεν ανήκε πουθενά


Το παραμύθι του ανθρώπου που δεν ανήκε πουθενά

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα όμορφη σαν ζωγραφιά και κουρασμένη σαν γέρος ναύτης, οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει να κοιτάζονται στα μάτια. Είχαν μάθει μόνο να κοιτούν τις οθόνες και τα χαρτιά, εκεί όπου κάποιοι έλεγαν πως βρίσκεται η αλήθεια.
Σ’ αυτή τη χώρα, κάθε τέσσερα χρόνια, ξεφύτρωναν νέοι σωτήρες. Φορούσαν κοστούμια από λόγια και υποσχέσεις από αέρα. Μιλούσαν δυνατά, τόσο δυνατά, που δεν ακουγόταν πια η φωνή των απλών ανθρώπων.

Και κάθε φορά έλεγαν το ίδιο παραμύθι, πως θα σώσουν τη χώρα, πως θα φέρουν φως, πως αυτή τη φορά θα είναι αλλιώς. Μα το φως δεν ερχόταν ποτέ. Μόνο μια μυρωδιά καμένου απλωνόταν στον αέρα, κι ένας ήχος σαν ράγισμα από ψυχές που κουράστηκαν να περιμένουν. Κάπου εκεί ζούσε κι ένας άνθρωπος που δεν ανήκε πουθενά. Δεν είχε κόμμα, δεν είχε σημαία, δεν είχε βολή. Είχε μόνο μια καρδιά που πονούσε για το δίκαιο και δυο μάτια που έβλεπαν καθαρά μέσα στη θολούρα. Περπατούσε στους δρόμους και μιλούσε με τους ανθρώπους. Άκουγε τις ιστορίες τους, τις μικρές νίκες και τις μεγάλες ήττες τους. Και κάθε φορά που κάποιος του έλεγε “όλοι ίδιοι είναι”, εκείνος χαμογελούσε πικρά και έλεγε: “Όχι όλοι. Υπάρχουν ακόμα μερικοί που κρατούν τη φωτιά.”

Κάποτε, οι σωτήρες τον κάλεσαν στα παλάτια τους. Του είπαν να σωπάσει, να γίνει ένας από αυτούς. Να πάρει θέση, να φορέσει κι εκείνος ένα ωραίο κουστούμι από ψέμα. Μα εκείνος γύρισε την πλάτη. Τους είπε να πάνε στα συντρίμμια της απληστίας τους, εκεί που φυτρώνει μόνο στάχτη και σκουριά. Γιατί εκεί ανήκαν. Κι έφυγε πάλι στους δρόμους. Ανάμεσα στους εργάτες, στους γέρους που ταΐζουν τα περιστέρια, στα παιδιά που ζωγραφίζουν με κιμωλία πάνω στο πεζοδρόμιο. Εκεί όπου χτυπάει ακόμα η καρδιά της χώρας, όχι στα έδρανα, αλλά στις καρδιές των απλών ανθρώπων.

Και τότε κατάλαβε. Πως η πατρίδα δεν είναι αυτοί που μιλούν γι’ αυτήν, αλλά αυτοί που την κουβαλούν μέσα τους. Πως η ελπίδα δεν βρίσκεται στα μεγάλα λόγια, αλλά στη μικρή, καθημερινή αντοχή. Κι έτσι, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, έλεγε σιγανά.

«Δεν ανήκω πουθενά. Ανήκω μόνο σε ό,τι ακόμα αξίζει.» Κι ίσως, λένε κάποιοι, πως εκείνη τη νύχτα, κάπου πάνω από τις στέγες των σπιτιών, ένα μικρό φως άναψε ξανά.

Mr Post Fluxus

Εικόνα, σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη 2003, μαρκαδόροι σε χαρτί

Ο σκαντζόχοιρος, που τον έλεγαν Χόρτο


Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα δάσος γεμάτο ήχους, μυρωδιές και φως, ζούσε ένας μικρός σκαντζόχοιρος με τη φαμίλια του. Είχε τρία μικρά σκαντζοχοιράκια, σκανταλιάρικα και πεινασμένα, κι έναν χειμώνα που ήρθε πιο νωρίς απ’ ό,τι περίμενε κανείς. Τα φύλλα δεν πρόλαβαν καλά καλά να κιτρινίσουν, και η γη πάγωσε. Τα σκουλήκια κρύφτηκαν, τα φρούτα λιγόστεψαν, κι οι κοιλιές άρχισαν να γουργουρίζουν.

Ο σκαντζόχοιρος, που τον έλεγαν Χόρτο, κάθε βράδυ έβγαινε να βρει κάτι να φάει για τα παιδιά του. Όμως το δάσος ήταν φτωχό, κι ό,τι έβρισκε, το μοιραζόταν σε ίσα μικρά κομμάτια. Μέχρι που μια νύχτα, είδε στο ξέφωτο μια μηλιά, την τελευταία του φθινοπώρου. Τα μήλα της κόκκινα, βαριά, γεμάτα ζωή. Μα ήταν φυτεμένη κοντά στην καλύβα του γεωργού, κι ο σκαντζόχοιρος ήξερε πως ό,τι φυτρώνει εκεί δεν ανήκει στο δάσος.
Κρύφτηκε, περίμενε να σκοτεινιάσει για τα καλά, κι όταν ο άνεμος ησύχασε, πλησίασε σιωπηλά. Με τα μικρά του αγκάθια μάζεψε δύο μήλα στην πλάτη του και έτρεξε πίσω στο λαγούμι του. Τα μικρά του έφαγαν εκείνο το βράδυ και γέλασαν ξανά.
Μα ο γεωργός ανακάλυψε το πρωί τα σημάδια. Και έστησε παγίδα. Την επόμενη νύχτα, όταν ο Χόρτο πήγε πάλι να φέρει φαγητό, πιάστηκε. Ο γεωργός τον σήκωσε θυμωμένος και του είπε:
— Εσύ λοιπόν μου κλέβεις τα μήλα; Δεν ντρέπεσαι, μικρέ κλέφτη;
Ο σκαντζόχοιρος δεν μίλησε, μόνο κουλουριάστηκε σφιχτά. Ο γεωργός όμως, σκύβοντας πιο κοντά, είδε στα μάτια του φόβο, όχι πονηριά. Και τότε, από το σκοτάδι, ακούστηκαν μικρές φωνές, τα σκαντζοχοιράκια που έψαχναν τον πατέρα τους. Ο άνθρωπος σώπασε για λίγο. Κοίταξε τη μηλιά του, ύστερα τον σκαντζόχοιρο, και κατάλαβε.
Τον άφησε ελεύθερο. Και κάθε βράδυ, από τότε, έριχνε λίγα μήλα πιο πέρα, μακριά από το σπίτι, λέγοντας:
— Για τα παιδιά του δάσους.
Ο Χόρτο δεν έκλεψε ποτέ ξανά, μα δεν ξέχασε εκείνον τον άνθρωπο που διάλεξε να δει με την καρδιά κι όχι με τον θυμό.
Κι έτσι, όταν τα σκαντζοχοιράκια του μεγάλωσαν, τους έλεγε:
— Να θυμάστε, μικρά μου, δεν είναι κακό να ζητάς ό,τι χρειάζεσαι για να ζήσεις. Κακό είναι να μη βλέπεις ποιος πεινάει δίπλα σου.

Μr Post Fluxus

Εικόνα, σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη

Η μοναξιά της ψυχής μου


Η μοναξιά της ψυχής μου

Η μοναξιά της ψυχής μου δεν είναι σιωπή, είναι κραυγή που δεν ακούγεται, γιατί κανείς δεν έχει πια χρόνο να ακούσει. Όλοι τρέχουν να προλάβουν κάτι που δε θυμούνται γιατί το ήθελαν. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μοιράζονται “στιγμές” που δεν έζησαν ποτέ, ενώ στις πραγματικές τους στιγμές, δεν υπάρχει κοινή ματιά, δεν υπάρχει κοινός παλμός. Κι έτσι, ο άνθρωπος γίνεται ένας θεατής της ίδιας του της ζωής, ένα σκιάχτρο που χαμογελάει για την κάμερα. Ο κόσμος γύρω μου φοράει ταμπέλες, κόμματα, ιδεολογίες, επαγγέλματα, ρόλους, κι όλοι αυτοί οι ρόλοι τους φυλακίζουν μέσα σε έναν ψυχρό κοινωνικό μηχανισμό που ονομάζουν “πρόοδο”. Μα ποια πρόοδος είναι αυτή, όταν οι ψυχές μας πεινάνε; Όταν η ευαισθησία θεωρείται αδυναμία και η ενσυναίσθηση χάσιμο χρόνου; Εγώ, δεν ντρέπομαι να πω πως πολλές φορές λύγισα, πως ένιωσα μόνος μέσα σε μια κοινωνία που φοβάται να νιώσει. Μα έμαθα πως η μοναξιά δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή. Είναι ο τόπος όπου η ψυχή ξανασυναντά το φως της. Εκεί, μέσα στη σιωπή, ακούγεται επιτέλους η αλήθεια μας. Κι αν κάτι έχω να πω σ’ εσάς που ακόμα πιστεύετε, είναι αυτό: Μη φοβάστε να είστε ευαίσθητοι σε έναν κόσμο σκληρό. Εκεί βρίσκεται η δύναμή σας. Η μοναξιά δεν είναι έλλειψη, είναι ο χώρος όπου φυτρώνει η ελευθερία.

Μια φορά κι έναν καιρό


Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα που δεν είχε όνομα, υπήρχε ένας Πύργος. Ήταν χτισμένος από πέτρα και λάσπη, με παράθυρα που άνοιγαν μόνο προς τα μέσα, για να μη φαίνεται ποτέ τι γινόταν έξω. Στον Πύργο κατοικούσαν οι Άρχοντες, οι οποίοι μιλούσαν συνέχεια για το «Καλό του Λαού» και για τη «Μεγάλη Τάξη των Πραγμάτων».


Κάθε πρωί, κατέβαιναν στην πλατεία και μοίραζαν υποσχέσεις. Τις νύχτες όμως, μαζεύονταν όλοι γύρω από ένα τεράστιο τραπέζι και συζητούσαν πώς να κρατήσουν τα φώτα σβηστά, ώστε να μην φαίνονται τα ίχνη τους. Οι υπηρέτες έπλεναν το τραπέζι με χρυσό νερό, και οι γραμματείς έγραφαν ψιθυριστά όσα δεν έπρεπε να ακουστούν.

Ένα πρωί, ένας Άνεμος σηκώθηκε από τα χαμηλά. Έλεγε ότι είδε σκιάδες να κινούνται μέσα στο Πηγάδι των Νόμων. Οι άνθρωποι στην πλατεία τον άκουσαν και άρχισαν να ψάχνουν. Και τότε, από τα βάθη του Πύργου, ακούστηκε ένας ήχος σαν σεισμός. Ήταν τα θεμέλια που έτριζαν.

Κάποιοι είπαν πως ο Άνεμος ψεύδεται. Πως είναι μόνο φήμη, πως δεν πρέπει να ταράζεται η τάξη. Άλλοι όμως θυμήθηκαν πως εδώ και χρόνια, όποιος μιλούσε για τα σκοτάδια, εξαφανιζόταν στις κατακόμβες της Σιωπής. Έτσι, για πρώτη φορά, άναψαν λυχνάρια στις αυλές και φώτισαν τα πρόσωπά τους. Είδαν τότε πόσο κουρασμένα ήταν, πόσο πολύ είχαν συνηθίσει να ζουν με σκυμμένο το κεφάλι.

Ο Πύργος προσπάθησε να κρατήσει τα τείχη του όρθια. Έστειλε τους αγγελιοφόρους του να φωνάξουν ότι όλα είναι ψέματα, ότι δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθούν. Μα κάθε ψέμα έσπαγε σαν καθρέφτης στο φως των λυχναριών.

Οι άνθρωποι δεν είχαν όπλα. Είχαν μόνο φωνές. Κι όταν τις ένωσαν, ο Πύργος άρχισε να ραγίζει. Κάθε λέξη τους ήταν ένα χτύπημα στη σιωπή. Και τότε, μέσα από τη ρωγμή, φάνηκαν χαρτιά, σφραγίδες και υπογραφές. Έπεσαν κάτω σαν ξεραμένα φύλλα και αποκάλυψαν το μυστικό: πως αυτοί που μιλούσαν για δικαιοσύνη, είχαν μάθει να ράβουν κουκούλες από νόμους και κορδέλες από ψεύτικες υποσχέσεις.

Ο Άνεμος σώπασε. Δεν χρειαζόταν να πει άλλο τίποτα. Οι άνθρωποι είχαν δει. Και αυτό, σε κάθε βασίλειο, ήταν η αρχή του τέλους για όσους ζούσαν πίσω από τα κλειστά παράθυρα.

Κι έτσι, στο βασίλειο χωρίς όνομα, γράφτηκε ένας νέος νόμος, όχι σε χαρτί, αλλά στις καρδιές των ανθρώπων:

**Καμιά εξουσία δεν στέκει πάνω από την αλήθεια. Και κανένα κουκούλωμα δεν μπορεί να σκεπάσει το φως, όταν αυτό αποφασίσει να ξυπνήσει.**

Mr Post Fluxus

εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο

Το νερό δεν ζητά τίποτα. Απλώς θυμίζει


Η αδιαφορία είναι ο πιο ύπουλος εχθρός της εποχής μας. Δεν κάνει θόρυβο, δεν κρατά πανό, δεν φωνάζει. Απλώς κοιτάζει αλλού. Σιωπηλή, σταθερή, γλιστρά μέσα στις ρωγμές της καθημερινότητας και απλώνεται σαν ομίχλη. Κάνει τους ανθρώπους να προσπερνούν τον πόνο, να θεωρούν το άδικο φυσιολογικό, να νοιάζονται μόνο για ό,τι τους αγγίζει προσωπικά.

Κι έτσι, σιγά σιγά, πεθαίνει η συλλογικότητα. Οι σχέσεις γίνονται εμπορεύσιμες, οι αξίες αναλώσιμες, το νερό, το πιο ιερό αγαθό, μετριέται σε κυβικά και τιμές. Όμως, το νερό δεν μας ανήκει. Μας δίνεται. Και μας παρακολουθεί. Όταν μιλάμε για νερό, δεν μιλάμε για σωλήνες και συνδέσεις, αλλά για το αν έχουμε ακόμη ψυχή ως κοινωνία. Αν πιστεύουμε ότι κάτι είναι κοινό, ότι υπάρχει μια ευθύνη που μας ξεπερνά. Όταν πίνεις νερό, πίνεις μνήμη. Πίνεις το βλέμμα του παππού σου που έσκυβε στη βρύση, το χώμα που δέχτηκε τον πρώτο σου ιδρώτα, τη βροχή που πότισε τον κάμπο πριν εκατό χρόνια. Δεν είμαι ουτοπιστής, είμαι ρεαλιστής της ψυχής. Ξέρω πως η γη δεν θα περιμένει για πάντα. Τα νιτρικά, τα φυτοφάρμακα, η αδιαφορία δεν έχουν χρώμα, μα δηλητηριάζουν σιωπηλά. Κι όμως, υπάρχει πάντα ένας τρόπος να επιστρέψεις, να δεις τον διπλανό σου και να τον αναγνωρίσεις. Να ξανανοίξεις το βλέμμα που χρόνια κρατάς κλειστό. Αυτό δεν είναι πολιτική ρητορική. Είναι ανθρώπινη πράξη.
Γιατί ο αγώνας για το νερό δεν είναι μάχη με εταιρείες ή συμφέροντα είναι μάχη με την αδιαφορία μέσα μας. Και αν νικήσουμε εκεί, τότε το νερό θα ξαναγίνει αυτό που ήταν πάντα, πηγή ζωής, καθρέφτης του ανθρώπου.

“Το νερό δεν ζητά τίποτα. Απλώς θυμίζει.”

Εκεί όπου όλα είναι δυνατά, και όλα αρχίζουν ξανά


Αυτό που μου λείπει δεν είναι τα χρόνια. Είναι το βλέμμα. Εκείνο το καθαρό, απλό, ανυποψίαστο βλέμμα που έβλεπε τον κόσμο χωρίς φίλτρα, χωρίς ερμηνείες, χωρίς φόβο.

Τότε που τα πράγματα δεν χρειάζονταν εξήγηση, απλώς υπήρχαν, όπως το φως, η βροχή, ένα χαμόγελο.

Θυμάμαι πως κάθε μέρα είχε τη δική της υπόσχεση. Ένα κλαδάκι μπορούσε να γίνει σπαθί, ένα κουτί, καράβι. Το χώμα είχε τη μυρωδιά της ζωής, κι εμείς ήμασταν μέρος του, όχι απέναντί του. Δεν υπήρχε “να προλάβω”, “να αποδείξω”, “να φαίνομαι”. Υπήρχε μόνο το “να είμαι”.

Κάπου ανάμεσα στις ευθύνες, στις οθόνες και στις σιωπές των ενηλίκων, χάθηκε αυτή η απλότητα. Ο κόσμος έγινε περίπλοκος, κι εγώ μαζί του. Μάθαμε να μετράμε την αξία με νούμερα, και ξεχάσαμε να μετράμε τη χαρά με το χαμόγελο.

Μου λείπει η παιδική αθωότητα, όχι σαν νοσταλγία, αλλά σαν ανάγκη. Να μπορώ να κοιτάζω ξανά τον ουρανό χωρίς ερωτήσεις. Να χαίρομαι χωρίς λόγο.
Να μην ξέρω και να μη με νοιάζει.

Ίσως, τελικά, η αληθινή επανάσταση είναι να επιστρέψεις εκεί. Όχι πίσω στα χρόνια, αλλά πίσω στο βλέμμα.
Εκεί όπου όλα είναι δυνατά, και όλα αρχίζουν ξανά.

Mr Post Fluxus

Η 28η Οκτωβρίου


Η 28η Οκτωβρίου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο ημερολόγιο ή μια ακόμα σχολική γιορτή. Είναι η στιγμή που ένας ολόκληρος λαός στάθηκε απέναντι στο αδύνατο και το κοίταξε στα μάτια. Δεν είπαμε “Ναι” στον πόλεμο, είπαμε “Όχι” στη σκλαβιά. Δεν πολεμήσαμε για σύνορα, αλλά για το δικαίωμα να υπάρχουμε όρθιοι, με αξιοπρέπεια.

Οι παππούδες μας δεν ήταν ήρωες επειδή ήθελαν να γίνουν ήρωες. Ήταν άνθρωποι απλοί, αγρότες, εργάτες, δάσκαλοι, που άφησαν τα σπίτια τους για να υπερασπιστούν κάτι που δεν αγοράζεται, την ελευθερία. Την ελευθερία να ζεις, να αγαπάς, να δημιουργείς, να μη σου επιβάλλει κανείς ποιος είσαι.

Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της ημέρας, η αγάπη για την πατρίδα ως αγάπη για τον άνθρωπο, όχι ως σύνορο, αλλά ως κοινή ψυχή. Η πατρίδα δεν είναι οι σημαίες που ανεμίζουν, αλλά οι άνθρωποι που παλεύουν καθημερινά να κρατήσουν την ανθρωπιά τους μέσα σε έναν κόσμο που σπρώχνει προς την αδιαφορία και την υποταγή.

Σήμερα, μέσα στα κοινωνικά μας αδιέξοδα, τα ταξικά μας τείχη και τη φθορά της δημόσιας σφαίρας, το ΟΧΙ αποκτά νέα μορφή. Είναι το ΟΧΙ στη λήθη, στο ψέμα, στην αποξένωση. Είναι το ΟΧΙ του ανθρώπου που επιμένει να ονειρεύεται, να αγαπά και να παλεύει χωρίς να χρειάζεται εχθρούς για να νιώσει ζωντανός.

Γιατί στο τέλος, η ελευθερία δεν είναι κάτι που κερδίζεις μια φορά, είναι κάτι που υπερασπίζεσαι κάθε μέρα με την ψυχή σου.

Αγαπώ την πατρίδα μου, όχι γιατί είναι τέλεια, αλλά γιατί μέσα της μάθαμε πως η ελευθερία γεννιέται κάθε φορά που ένας άνθρωπος λέει ΟΧΙ στον φόβο.

Mr Post Fluxus

Ο Γνωστός Στρατιώτης


Ο Γνωστός Στρατιώτης

Δεν έχω όνομα, μα με ξέρεις. Ήμουν εκεί πριν αρχίσει το Έθνος να προφέρεται σαν λέξη. Στα βουνά της Ρούμελης, με το φυσεκλίκι στον ώμο και το αίμα να στάζει απ’ τα δέντρα. Ήμουν αυτός που γύρισε σπίτι και δεν βρήκε σπίτι. Αυτός που έδωσε γη, ψυχή και σάρκα, κι έμεινε να μετράει σιωπές πάνω από καμένα χωριά.
Μετά με είπαν επαναστάτη, μετά ταραχοποιό, μετά ήρωα, μετά τίποτα. Κι εγώ, πάντα εγώ, περπάτησα ξανά στα ίδια χώματα, με διαφορετική στολή κάθε φορά. Άλλοτε στο Δομοκό, άλλοτε στον Σαγγάριο, άλλοτε στα βουνά της Αλβανίας. Το χώμα άλλαζε χρώμα, μα το αίμα είχε πάντα την ίδια γεύση.

Στη Ζάκυνθο ήμουν ο σκιάχτρο της αγγλικής αυτοκρατορίας, στη Θράκη το σώμα που χάθηκε χωρίς σταυρό, στη Μικρασία το πρόσωπο που δεν πρόλαβε να επιστρέψει. Στο χιόνι της Πίνδου πάγωσα μ’ ένα τραγούδι στα χείλη, στην Αθήνα του ’44 περπάτησα ξανά, μέσα απ’ τα πλήθη που έκλαιγαν και γονάτιζαν.
Κάποτε με φυλάκισαν οι δικοί μου. Μου φόρεσαν τον τίτλο του “επικίνδυνου”. Άλλοι με κρέμασαν, άλλοι με ξέχασαν, άλλοι μ’ έστειλαν σε ξερονήσια να σωπάσω. Μα εγώ ποτέ δεν σώπασα, μιλούσα με τα μάτια των παιδιών, με το σπαραγμό των μανάδων που άφηναν ένα πιάτο στο τραπέζι για τους απόντες.

Ήμουν κι εκεί, όταν οι πρέσβεις έδιναν διαταγές στα ανάκτορα. Όταν οι στρατηγοί έπλεκαν συμμαχίες με την ίδια ευκολία που άλλαζαν στολές. Όταν η Κύπρος φλεγόταν κι οι φωνές από το Ριζοκάρπασο έσβηναν μέσα στη θάλασσα. Τότε κατάλαβα πως το σώμα μου απλωνόταν παντού, στα χαρακώματα, στα στρατόπεδα, στα υπόγεια της σιωπής, στα σχολεία όπου τα παιδιά έγραφαν εκθέσεις για “ήρωες” χωρίς να ξέρουν πως ήμουν εγώ.

Και τώρα με βλέπεις. Μα δε με βλέπεις αληθινά. Είμαι κάτω απ’ το μάρμαρο που φωτογραφίζεις, στην πλατεία που περνάς αδιάφορος, στην παρέλαση που χειροκροτάς χωρίς να θυμάσαι γιατί. Είμαι ο Γνωστός Στρατιώτης. Όχι γιατί με αναγνώρισε το κράτος, αλλά γιατί με αναγνωρίζει η Ιστορία κάθε φορά που ένας άνθρωπος λέει “όχι” και το πληρώνει. Δεν θέλω στεφάνια. Ούτε λόγους. Μόνο να μη με ξεχνάς όταν διαλέγεις πλευρά. Γιατί εγώ δεν πολέμησα για σημαίες, πολέμησα για να μπορείς να μιλάς, να αγαπάς, να θυμάσαι. Κι αν ποτέ σταθείς μπροστά μου,
μην υποκλιθείς, μόνο να ψιθυρίσεις το όνομά σου. Να ξέρω πως υπάρχω ακόμα.

Mr Post Fluxus

εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο

Η τέχνη μέσα στη σκόνη


Η τέχνη μέσα στη σκόνη

Πολλές φορές σκύβω πάνω από τον καμβά και νιώθω το βάρος της εποχής να στάζει σαν μαύρο λάδι στις πινελιές μου. Ζούμε σε μια περίοδο που το φως λιγοστεύει και η σκιά των ισχυρών καλύπτει τα πάντα, τη σκέψη, την πίστη, την πράξη. Μια κοινωνία που αυτοαποκαλείται δημοκρατική, αλλά πνίγει τη φωνή του δρόμου με χημικά και χειροπέδες. Ένας κόσμος που λατρεύει τη βιτρίνα και περιφρονεί το περιεχόμενο.
Η τέχνη όμως, σύντροφοι και συντρόφισσες της ψυχής, δεν φτιάχτηκε για τα εύκολα. Η τέχνη είναι το εργαλείο που μεταμορφώνει τη μιζέρια σε κραυγή, τον φόβο σε ρυθμό, τη σιωπή σε χρώμα. Δεν ζωγραφίζω πια για να δω το ωραίο, ζωγραφίζω για να θυμηθώ πως το ωραίο υπάρχει ακόμη, θαμμένο κάτω από τα μπάζα των πολυεθνικών και των ψεύτικων ηρώων.

Η πόλη βουίζει από απόγνωση, αλλά μέσα στις ρωγμές της μεγαλουπόλεως φυτρώνουν ακόμα λουλούδια. Εκεί, στα πεζοδρόμια που κοιμούνται οι άστεγοι, εκεί που το παιδί του μετανάστη γελάει με μια μπάλα φτιαγμένη από κουρέλια, εκεί βρίσκεται η αλήθεια που μας σώζει. Η τέχνη που δεν κοιτάζει προς τα κάτω, χάνει τον προσανατολισμό της.
Η καταστολή, ο ρατσισμός, ο φασισμός, οι αντιλαϊκές πολιτικές δεν είναι «ειδήσεις», είναι ο σύγχρονος μηχανισμός που μας κρατά φοβισμένους και σιωπηλούς. Αλλά δεν θα τους περάσει. Γιατί όσο υπάρχει ακόμη έστω ένας που κρατά πινέλο, κιθάρα, σπρέι, λέξη, σώμα, φωνή, υπάρχει αντίσταση. Και η αντίσταση δεν είναι μόδα, είναι στάση ζωής.

Κι αν μερικές φορές νιώθω εγκλωβισμένος μέσα στα ίδια μου τα σύμβολα, θυμάμαι πως ο άνθρωπος είναι πιο βαθύς από κάθε περσόνα του. Ο εκφραστής δεν πρέπει να φοβάται να είναι ευάλωτος, να μιλάει για την ομορφιά, να γελάει, να συγκινείται. Γιατί εκεί βρίσκεται η αληθινή δύναμη, στην τρυφερότητα που δεν φοβάται να φανεί. Η τέχνη δεν γεννιέται μέσα στην πολυτέλεια, γεννιέται μέσα στη σκόνη, για να θυμίζει πως ακόμα κι εκεί, η ψυχή μπορεί να λάμπει.

Στο περιθώριο της κοινής λογικής

Ζούμε σε μια κοινωνία που έχει μάθει να φοβάται την αλήθεια περισσότερο απ’ το ψέμα. Μια κοινωνία που σε μαθαίνει να σωπαίνεις, να χαμογελάς ευγενικά, να προσποιείσαι πως όλα είναι εντάξει, αρκεί να μη διαταράξεις την «τάξη» της αγοράς και της υποκρισίας. Η δημόσια σφαίρα έχει καταντήσει θέατρο σκιάς, οι άνθρωποι χειροκροτούν σκιές αντί για πράξεις, τίτλους αντί για περιεχόμενο.

Η τέχνη, λένε, είναι πολυτέλεια. Εγώ λέω πως είναι ανάγκη. Γιατί όταν οι θεσμοί καταρρέουν και οι λέξεις χάνουν το νόημά τους, μόνο η τέχνη μπορεί να μεταφράσει τον πόνο σε πράξη, τον φόβο σε ήχο, την οργή σε φως. Κι αν δεν το κάνει αυτή, τότε ποιος; Οι πολιτικοί που αποστειρώνουν τη συνείδηση; Οι σχολιαστές της τηλεόρασης που πουλάνε τρόμο; Ή μήπως οι καλλιτέχνες που συμβιβάστηκαν με τις γκαλερί της ευπρέπειας;
Δεν είναι εύκολο να σταθείς όρθιος μέσα στην κοινωνική λάσπη, αλλά είναι απαραίτητο. Γιατί μέσα σε κάθε άνθρωπο που σκέφτεται, που νιώθει, που αρνείται να υποταχθεί, υπάρχει ένα μικρό φως. Και αυτό το φως δεν το γεννά η επιτυχία, το γεννά η συνείδηση. Η συνείδηση πως ανήκουμε ο ένας στον άλλον, πως κανείς δεν σώζεται μόνος του.

Ναι, είμαι ευάλωτος. Και ναι, μερικές φορές η θλίψη μου μοιάζει με παλέτα γεμάτη ωμή όμπρα και στάχτη. Όμως ξέρω πως ακόμη και μέσα στη στάχτη υπάρχει σπίθα. Γιατί το πιο γενναίο έργο δεν είναι αυτό που φωνάζει, αλλά εκείνο που ψιθυρίζει μέσα στη σιωπή του κόσμου: «Μπορεί να αλλάξει». Η ελπίδα δεν είναι αφέλεια. Είναι πράξη αντίστασης. Και αν η κοινωνία επιμένει να παγιδεύει τους ανθρώπους στα σύμβολα και στις μάσκες τους, εγώ επιλέγω να είμαι άνθρωπος πρώτα, και περσόνα μετά.

Η ελευθερία δεν χαρίζεται ούτε εκτίθεται, χτίζεται κάθε μέρα, εκεί όπου ο φόβος συναντά το θάρρος και αποφασίζει να σωπάσει.
Φοράνε τη μάσκα και την κουκούλα της ντροπής, τρώνε το ψωμί του θλιμμένου αύριο, ζυμωμένο με φόβο και απάθεια. Περπατούν ανάμεσά μας σαν άγγελοι με φτερά πλαστικά και κέρατα καμουφλαρισμένα κάτω από την ευπρέπεια της καθημερινότητας. Είναι τα τέκνα της σύγχρονης κοινωνίας της επίδειξης, της εποχής όπου το φαίνεσθαι αντικατέστησε το είναι, και η συνείδηση παραδόθηκε οικειοθελώς στις οθόνες.

Φοράνε τη μάσκα για να επιβιώσουν στο θέατρο της δημόσιας ζωής, για να μη φανούν ανθρώπινοι, να μη δείξουν αδυναμία, να μη ραγίσουν μπροστά στον καθρέφτη του συστήματος. Τρώνε το ψωμί που τους ταΐζει η αδικία και το βαφτίζουν πρόοδο. Φωνάζουν για ελευθερία, μα ψηφίζουν αλυσίδες. Και μέσα σ’ αυτή τη γενικευμένη υποκρισία, η κοινωνία μαθαίνει να αγαπά τα προσωπεία της. Να τα υπερασπίζεται, να τα προωθεί, να τα κάνει φίλτρα και brands, hashtags και μόδες. Η μάσκα έγινε ταυτότητα, το ψέμα προστασία, η σιωπή τρόπος επιβίωσης.

Όμως κάποια μέρα, ίσως όχι μακριά, οι μάσκες θα λιώσουν κάτω από το φως της αλήθειας. Και τότε, πίσω από τα φτερά και τα κέρατα, πίσω από την ντροπή και την επίφαση, θα απομείνει ξανά ο άνθρωπος. Γυμνός, εύθραυστος, μα ικανός να ξαναμάθει την αγάπη, την αξιοπρέπεια, τη συλλογικότητα. Η μάσκα μπορεί να σε προστατεύει από τους άλλους, μα ποτέ από τον εαυτό σου. Κάποια στιγμή, θα χρειαστεί να την αφαιρέσεις για να θυμηθείς ποιος είσαι.

Mr Post Fluxus

Εικόνα, χαρακτικό έργο του Γιάννη Σταμενίτη

Σχόλιο για τον Χρόνο και τη Ζωγραφική


Σχόλιο για τον Χρόνο και τη Ζωγραφική

Ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Δεν περιμένει κανέναν να τον καταλάβει. Τρέχει πάνω από τις ταμπέλες, τα μανιφέστα και τα βραβεία. Ό,τι μένει πίσω, είναι η ουσία. Κι αυτή η ουσία, το έργο, η πράξη, το ίχνος, δεν έχει ανάγκη από θεωρίες, γιατί γεννήθηκε μέσα από ανθρώπους που δεν είχαν άλλο τρόπο να μιλήσουν, παρά μόνο να ζωγραφίσουν, να γράψουν, να υπάρξουν.

Στις πόλεις του σήμερα, μέσα σε γυάλινους πύργους και φανταχτερά κτίρια χωρίς ψυχή, το βλέμμα δεν βλέπει, καταναλώνει. Η Τέχνη γίνεται άλλο ένα προϊόν σε βιτρίνα, μια υπόσχεση πολιτισμού μέσα σε έναν κόσμο που πνίγει τον πολιτισμό του κάθε μέρα. Κι εκεί, στους δρόμους που δεν φτάνει το φως, στα σχολεία χωρίς βιβλία, στα νοσοκομεία χωρίς φάρμακα, στα σώματα χωρίς στέγη, εκεί ζει ακόμα το χρώμα. Όχι το ωραίο, το αληθινό.

Ο χρόνος της Ζωγραφικής, λοιπόν, δεν είναι το ρολόι των αγορών ούτε των ιδρυμάτων. Είναι ο χρόνος των ανθρώπων που παλεύουν για να μείνουν άνθρωποι. Των καλλιτεχνών που ζωγραφίζουν όχι για να αναγνωριστούν, αλλά για να μην πεθάνουν από σιωπή.

Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο, η εξουσία πάντα φοβάται το βλέμμα που βλέπει. Το βλέμμα που δεν αγοράζεται. Οι αντιλαϊκές πολιτικές, η καταστολή, ο ρατσισμός, ο φασισμός, όλα είναι όψεις της ίδιας βίας που θέλει τον άνθρωπο χωρίς μνήμη και χωρίς φωνή. Η Τέχνη, όταν είναι ζωντανή, γίνεται ανάσα απέναντι σε αυτό το πνίξιμο.

Αλλά δεν φτάνει μόνο να αντιστεκόμαστε, πρέπει να αγαπάμε. Τον συνάνθρωπο, το χώμα, το νερό, τα δέντρα, τα παιδιά που ακόμα δεν ξέρουν τι σημαίνει "αξία" και "όνομα". Γιατί η ομορφιά δεν είναι πολυτέλεια, είναι επιβίωση. Και χωρίς αυτήν, ο αγώνας γίνεται πίκρα.

Ο χρόνος της ζωγραφικής είναι ο χρόνος της καρδιάς. Κι αν η κοινωνία μάς παγιδεύει στα σύμβολά μας, η Αντίσταση είναι ο τρόπος να ξαναγεννιόμαστε μέσα τους. Η τέχνη δεν ζητά να τη θαυμάσεις, ζητά να τη ζήσεις. Και κάθε φορά που ζωγραφίζεις με αγάπη, κερδίζεις λίγο χρόνο απ’ τον θάνατο.

Mr Post Fluxus

Ο Διασώστης των Συνόρων


Ο Διασώστης των Συνόρων

Λέει πως είναι πατριώτης. Κι ίσως να είναι. Αλλά λέει κι άλλο, πως είναι εθνικιστής. Κι εκεί, η πυξίδα χάνει το Βορρά. Γιατί ο εθνικισμός χτίζει φράχτες, κι η διάσωση ρίχνει σκοινιά. Δεν σώζεις με σύνορα. Δεν μετράς πατρίδες όταν ένας άνθρωπος πνίγεται. Το νερό δεν ξεχωρίζει εθνικότητες. Ο παλμός δεν έχει χρώμα. Η ζωή δεν έχει σημαία. Να είσαι πατριώτης, ναι. Αλλά πατριώτης του ανθρώπου. Να αγαπάς τη γη σου, όχι τα τείχη της. Ο διασώστης δεν ρωτάει “ποιος είσαι”. Ρωτάει “αναπνέεις;” Η αληθινή πατρίδα δεν είναι χάρτης. Είναι χέρι που απλώνεται. Είναι βλέμμα που αναγνωρίζει. Είναι ανάσα που επιστρέφει. Και τότε, όταν σώσεις χωρίς να μετρήσεις, χωρίς να ξεχωρίσεις, χωρίς να σκεφτείς “δικό μου” και “ξένο”, θα έχεις σώσει και κάτι ακόμη, τον εαυτό σου. Γιατί μόνο όταν πέφτουν τα σύνορα μέσα σου, γεννιέται ο άνθρωπος που μπορεί να σώσει.

Ο πατριώτης αγαπά. Ο εθνικιστής συγκρίνει. Ο φασίστας φοβάται. Κι έτσι αρχίζει ο κύκλος. Ο πατριώτης σπέρνει δέντρα. Ο εθνικιστής μετράει ρίζες. Ο φασίστας κόβει ό,τι δεν φυτρώνει ίσια.
Η αγάπη, όταν δεν φωτίζεται από συνείδηση, μεταμορφώνεται σε σκιά. Και τότε η σκιά ζητά εξουσία. Η πατρίδα γίνεται σημαία, η σημαία γίνεται όπλο, το όπλο στρέφεται σε άνθρωπο.
Έτσι ο φόβος βαφτίζεται “τιμή”. Η ανασφάλεια λέγεται “πίστη”. Η βία, “καθήκον”. Ο πατριώτης υπερασπίζεται το χώμα για να ανθίσει. Ο εθνικιστής το φυλά για να μην το αγγίξουν. Ο φασίστας το σφραγίζει, σαν τάφο. Ο ένας αγαπά το φως του τόπου. Ο άλλος τρέμει τη σκιά του άλλου. Ο τρίτος καίει και τα δύο. Κι όμως, το χώμα είναι κοινό. Το αίμα είναι κοινό. Ο φόβος, ίδιος. Η ανάσα, ίδια. Μόνο ο τρόπος που κοιτάζεις τον άνθρωπο διαφέρει. Εκεί τελειώνει η πατρίδα και αρχίζει η ανθρωπότητα.
Κι όταν ο κύκλος του φόβου σπάσει, όταν πάψει η λέξη “εμείς” να χρειάζεται εχθρό, τότε ο πατριώτης επιστρέφει καθαρός, άνθρωπος, όχι στρατιώτης. Γιατί όποιος αγαπά πραγματικά τον τόπο του, δεν φοβάται τον ξένο, τον καλεί να τον γνωρίσει.

Mr Post Fluxus

Ο Αρίων στο δελφίνι


Ο Αρίονας, διάσημος κιθαρωδός από τη Μήθυμνα της Λέσβου, υπήρξε μια από τις πιο γοητευτικές μορφές του αρχαίου ελληνικού κόσμου, καλλιτέχνης, ταξιδευτής, και εν τέλει σύμβολο ελπίδας μέσα στην απόγνωση. Κατά την επιστροφή του από τον Τάραντα, φορτωμένος με τιμές και βραβεία, προδόθηκε από τους ίδιους τους ναύτες που τον μετέφεραν. Εκείνοι, παρασυρμένοι από την απληστία, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν και να αρπάξουν τα πλούτη του.


Μπροστά στον βέβαιο χαμό, ο Αρίονας ζήτησε μόνο ένα τελευταίο πράγμα, να τραγουδήσει. Στάθηκε στην πλώρη του πλοίου, φόρεσε τον μουσικό του χιτώνα και άρχισε να παίζει την κιθάρα του, αφιερώνοντας το άσμα του στον Απόλλωνα. Ήταν η στιγμή που η τέχνη έγινε προσευχή, κι η μουσική γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και το θείο.

Όταν τελείωσε, πήδηξε στη θάλασσα. Όμως εκεί όπου ο άνθρωπος περίμενε τον θάνατο, η φύση απάντησε με ζωή, ένα δελφίνι, σταλμένο από τον θεό, τον σήκωσε στη ράχη του και τον μετέφερε σώο στο Ταίναρο. Ο Αρίονας σώθηκε, όχι από τύχη, αλλά επειδή δεν σταμάτησε να πιστεύει στην τέχνη του, στην αρμονία, και στο θαύμα που μπορεί να φέρει η πίστη.

Η ιστορία του, όπως τη διηγείται ο Ηρόδοτος, είναι κάτι περισσότερο από ένα θαλασσινό θαύμα, είναι η πρώτη αφήγηση διάσωσης στη Μεσόγειο, μια προαιώνια εικόνα του ανθρώπου που, μέσα στο σκοτάδι της απελπισίας, δεν σιωπά αλλά τραγουδά. Και κάπως έτσι, με την κιθάρα του για σωσίβιο, ο Αρίονας έγινε το αρχέτυπο όλων όσοι επιλέγουν την ελπίδα, ακόμη κι όταν αυτή μοιάζει ναυαγισμένη.

Εικόνα: Πίνακας του Φρανσουά Μπουσέ, «Ο Αρίων στο δελφίνι», έργο του 1748.

Ο Δάσκαλος και ο Στρατιωτικός


Ο Δάσκαλος και ο Στρατιωτικός

Ο δάσκαλος κρατά κιμωλία, ο στρατιωτικός όπλο. Κι όμως, και οι δύο πιστεύουν πως υπηρετούν το ίδιο πράγμα, την Πατρίδα. Μόνο που ο πρώτος τη βλέπει σαν παιδί που πρέπει να μάθει, ο δεύτερος σαν τείχος που πρέπει να μείνει όρθιο.

Ο δάσκαλος προσπαθεί να φέρει την ουτοπία. Μοιράζει γνώση αντί για εντολές, ανοίγει βιβλία αντί για χάρτες συνόρων, ψιθυρίζει «όλοι ίσοι», εκεί που άλλοι φωνάζουν «όλοι εχθροί». Ξέρει πως η ειρήνη δεν έρχεται με διαταγή, αλλά με κατανόηση.

Ο στρατιωτικός συνεχίζει την δυστροπία που του φόρεσαν. Δεν είναι πάντα επιλογή του, είναι ο φόβος που τον διδάξανε σαν μάθημα πρώτης γραμμής. Φοβάται το άγνωστο, γιατί ποτέ δεν του είπαν ότι το άγνωστο είναι ο Άλλος, κι ο Άλλος είναι ο εαυτός του που δεν γνώρισε.

Ο δάσκαλος χτίζει πολιτισμό πάνω στην ειρήνη, ο στρατιωτικός φυλάει την ειρήνη πίσω από σκοπιές. Ο πρώτος σπέρνει τέχνη, ο δεύτερος θερίζει πειθαρχία. Κι ανάμεσά τους, ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει τη φωνή του, εκεί όπου το μολύβι συναντά το σίδερο.

Ίσως μια μέρα, ο δάσκαλος και ο στρατιωτικός να καθίσουν στο ίδιο θρανίο. Να μάθουν ξανά απ’ την αρχή πως ο πολιτισμός δεν χρειάζεται σύνορα, μόνο ανθρώπους που θυμούνται να αγαπούν.

Mr Post Fluxus

Ο Δάσκαλος, ο Στρατιωτικός και ο Καλλιτέχνης


 Ο Δάσκαλος, ο Στρατιωτικός και ο Καλλιτέχνης

Ο δάσκαλος μαθαίνει στα παιδιά πώς να γράφουν. Ο στρατιωτικός τους δείχνει πώς να υπακούν. Και ο καλλιτέχνης; Ο καλλιτέχνης τους μαθαίνει πώς να σβήνουν και να ξαναγράφουν τον κόσμο.

Ο δάσκαλος ονειρεύεται την ουτοπία. Ο στρατιωτικός φυλάει τα όρια της δυστοπίας. Ο καλλιτέχνης περνά ανάμεσά τους με χρώματα στα χέρια, σβήνει σύνορα, μουτζουρώνει σημαίες, γράφει πάνω στους τοίχους ό,τι δεν τολμούν να πουν οι άνθρωποι.

Για τον δάσκαλο, η γνώση είναι το φως. Για τον στρατιωτικό, η πειθαρχία είναι το καθήκον. Για τον καλλιτέχνη, και τα δύο είναι εργαλεία. Φως για να δει βαθύτερα το σκοτάδι, καθήκον για να το σπάσει.

Ο δάσκαλος καλλιεργεί τον νου, ο στρατιωτικός προστατεύει το σώμα, ο καλλιτέχνης ελευθερώνει το πνεύμα. Γιατί μόνο εκεί, στο σημείο που το σώμα τρέμει και το μυαλό αμφιβάλλει, γεννιέται το αληθινό έργο.

Ο καλλιτέχνης δεν θέλει να νικήσει. Δεν θέλει να διδάξει ούτε να διοικήσει. Θέλει να αφυπνίσει. Να δείξει στον στρατιωτικό πως ο φόβος είναι καμβάς, και στον δάσκαλο πως η γνώση χωρίς συναίσθημα είναι μια τάξη χωρίς παιδιά.

Κι αν κάποτε οι τρεις συναντηθούν, ίσως ο δάσκαλος αφήσει κάτω την κιμωλία, ο στρατιωτικός το όπλο, κι ο καλλιτέχνης, το πινέλο του, και με τα χέρια γυμνά να πλάσουν από χώμα
τον νέο άνθρωπο.

Mr Post Fluxus

Οι Τέσσερις Όψεις του Κόσμου


 Οι Τέσσερις Όψεις του Κόσμου

Ο Στρατιωτικός βλέπει ξένους να εισβάλλουν. Η αποστολή του είναι να κρατά γραμμές, να ορίζει όρια και να υπερασπίζεται σημαίες. Μα πίσω από το κράνος, ο φόβος είναι ο ίδιος με όλων, μην χαθεί ο κόσμος που γνώρισε, μην σβήσει η τάξη που του έμαθαν να υπηρετεί.

Ο Δάσκαλος βλέπει ανθρώπους να διδάξει. Κρατά κιμωλία αντί για όπλο, σπέρνει φως σε μάτια που ακόμη δεν ξέρουν να βλέπουν. Δεν θέλει να πείσει, θέλει να αφυπνίσει.
Ξέρει πως το αύριο χτίζεται με λέξεις, κι ότι το λάθος δεν είναι ήττα, αλλά αρχή.

Ο Καλλιτέχνης βλέπει ψυχές να αγγίξει. Στέκεται ανάμεσα στο χάος και την ελπίδα, κρατώντας το άυλο με χρώμα, ήχο, ή πληγή. Δεν θεραπεύει, αποκαλύπτει. Δεν σώζει, θυμίζει. Είναι εκεί για να πει πως και η σιωπή έχει φωνή.

Κι έπειτα έρχεται ο διασώστης. Αυτός δεν ρωτά ποιος έχει δίκιο, ποια σημαία ανεμίζει, ποια γλώσσα φωνάζει βοήθεια. Τρέχει προς το χάος όταν όλοι τρέχουν μακριά του. Μπαίνει στο σκοτάδι για να βρει ζωή. Δεν κρατά όπλο, ούτε βιβλίο, ούτε πινέλο, κρατά μια ανάσα που δεν είναι δική του, μια ελπίδα που δεν τον ρώτησε αν προλαβαίνει. Ο διασώστης είναι ο κρίκος που ενώνει τους τρεις. Την πειθαρχία του στρατιωτικού,
τη σοφία του δασκάλου, την ευαισθησία του καλλιτέχνη. Είναι η πράξη του ανθρώπου όταν η θεωρία σωπαίνει.
Η τελευταία χειρονομία ανθρωπιάς μέσα στη στάχτη.

Κι αν ποτέ οι τέσσερις σταθούν πλάι πλάι, ας μην ψάξουν ποιος έχει τον ρόλο του σωστού. Γιατί εκείνη τη στιγμή, ο κόσμος ίσως σωθεί, όχι από τη δύναμη, ούτε από τη γνώση, ούτε από την τέχνη, αλλά από την ανθρώπινη πράξη.

Mr Post Fluxus

Μνήμη για τον άγνωστο


Μνήμη για τον άγνωστο

Το 1926, μέσα στα ερείπια μιας χαμένης Μεγάλης Ιδέας, το κράτος έστησε ένα μνημείο για τους “αγνώστους”. Μα ποιοι ήταν οι άγνωστοι; Οι στρατιώτες που δεν γύρισαν; Ή οι άνθρωποι που δεν ρωτήθηκαν ποτέ αν θέλουν να φύγουν;

Την ίδια χρονιά που τα χειμερινά ανάκτορα κάηκαν, όταν ο καπνός ανέβαινε πάνω από το Σύνταγμα κι η μνήμη έπνιγε τον αέρα της Αθήνας, το κτίριο έγινε νοσοκομείο, πρόσφυγες απ’ τη Δυτική Μικρασία, μητέρες με μάτια γεμάτα θάλασσα, παιδιά που έψαχναν πατρίδα μέσα στα σεντόνια των τραυμάτων.

Κι απέναντι, στην άδεια πλατεία, στήθηκε το μνημείο. Όχι για να τιμήσει, μα για να ξεχάσει. Για να κρύψει την ήττα κάτω από λουλούδια. Έτσι άνοιξαν τα λουλουδάδικα, να πουλάνε συγχώρεση με το κοτσάνι. Ο χαροκαμένος λαός αγόραζε γαρύφαλλα, τα άφηνε στο άγνωστο και έφευγε λίγο πιο πειθήνιος.

Το μάρμαρο μιλούσε τη γλώσσα της υπακοής. “Σιωπή για να υπάρχει τάξη.” “Τιμή για να υπάρχει πατρίδα.” Μα οι νεκροί δεν θέλουν τιμή, θέλουν αλήθεια.

Κι όταν ήρθε ο Δεκέμβρης του ’44, η αλήθεια ξαναβγήκε στους δρόμους. Από τα μπαλκόνια της Μεγάλης Βρεταννίας κι απ’ το μέγαρο που κοιμούνται τα θηρία, άνοιξαν πυρ. Το αίμα έβαψε το πεζοδρόμιο μπροστά στο μνημείο. Όχι πια ξένων στρατών, μα Ελλήνων ενάντια σε Έλληνες.

Κι έτσι το μάρμαρο έγινε πάλι ζεστό. Όχι από δόξα, από αίμα. Και τότε κατάλαβε ο λαός, ο “άγνωστος” ήταν ο ίδιος. Αυτό το μνημείο δεν είναι σύμβολο ενότητας, είναι υπενθύμιση ήττας, μάθημα λησμονιάς. Αν είναι να το τιμήσουμε, να το γκρεμίσουμε πρώτα μέσα μας. Και στη θέση του να γράψουμε:

Εδώ κοιμάται η ψευδαίσθηση του έθνους. Κι εδώ αρχίζει η μνήμη του ανθρώπου.

Mr Post Fluxus

Παγκόσμια Ημέρα Ειρήνης


 Σχόλιο του Mr Post Fluxus για την Παγκόσμια Ημέρα Ειρήνης

Η ειρήνη, λέει, γιορτάζεται σήμερα. Μια μέρα το χρόνο. Μια μέρα που γεμίζει με περιστέρια τα δελτία τύπου, με λευκές σημαίες τις οθόνες και με κούφιες δηλώσεις τα στόματα αυτών που κρατάνε στα χέρια τους τις πραγματικές σκανδάλες. Τι ειρωνεία, η μέρα της ειρήνης να κλείνει το μάτι στον πόλεμο, σαν να ’ναι και οι δύο μέρος του ίδιου παιχνιδιού εξουσίας.
Μα εγώ δεν μπορώ να δω την ειρήνη μόνο σαν μια αφίσα στον τοίχο, ούτε σαν hashtag. Την βλέπω στο βλέμμα των παιδιών που παίζουν στις πλατείες χωρίς να ξέρουν ακόμα τι σημαίνει φόβος. Την νιώθω στην αγκαλιά των ανθρώπων που πεισμώνουν κόντρα στη βαρβαρότητα, που μοιράζονται το λίγο τους ψωμί κι ας ξέρουν πως αύριο ίσως να μην έχουν ούτε αυτό.
Γιατί η κοινωνία μας έχει ταξικές ρωγμές, αγκυλώσεις που χωρίζουν τους ανθρώπους σε κερδισμένους και χαμένους. Μας μαθαίνουν πως η ειρήνη είναι ουτοπία, ενώ στην πραγματικότητα είναι η πιο χειροπιαστή ανάγκη, να ζεις χωρίς τον φόβο, να δουλεύεις χωρίς να εξανδραποδίζεσαι, να ερωτεύεσαι χωρίς να σε δικάζουν.
Δεν αρνούμαι τον θυμό μου απέναντι σε μια δημόσια σφαίρα που εμπορεύεται την ελπίδα και που τρέφεται από τις ουλές της. Όμως ξέρω πως, αν θέλουμε να επιβιώσουμε σαν άνθρωποι, η ειρήνη δεν μπορεί να είναι απλώς μια μέρα. Πρέπει να γίνει η καθημερινή μας επανάσταση, η πράξη της αλληλεγγύης, το χαμόγελο που προσφέρεται χωρίς αντάλλαγμα, η άρνηση να δεχτούμε πως ο άλλος είναι «ξένος».
Γιατί ναι, η ειρήνη δεν χαρίζεται, κατακτιέται. Και η κατάκτησή της ξεκινάει μέσα μας, με το πείσμα να βλέπουμε τον άνθρωπο πριν τη σημαία, τον γείτονα πριν τον αντίπαλο, το παιδί πριν τον στρατιώτη.
Η ειρήνη δεν είναι η απουσία του πολέμου, αλλά η παρουσία της αγάπης, κι αυτήν κανείς δεν μπορεί να μας την αφαιρέσει αν δεν την παραδώσουμε οι ίδιοι.