Από το 1997, η εικαστική μου μελέτη παραμένει μια αδιάκοπη πορεία γύρω από τον άνθρωπο–πολίτη και τη θέση του μέσα στον χώρο της δράσης. Ο άνθρωπος, όχι ως αισθητικό αντικείμενο, αλλά ως ενεργός φορέας ευθύνης, ως σώμα που συμμετέχει, αντιστέκεται, συγκρούεται. Δεν υπήρξε ποτέ για μένα ενδιαφέρον για το «όμορφο» ή το «αρμονικό». Η τέχνη μου γεννήθηκε μέσα από το ωμό, το τραχύ, το αντιαισθητικό, γιατί μόνο εκεί κατοικεί η αλήθεια.
Η αισθητική,
όπως έχει επιβληθεί από τα μέσα επιρροής και τους θεσμούς του πολιτισμού,
λειτουργεί σήμερα σαν προπέτασμα καπνού,
σαν άμυνα απέναντι στη ρήξη. Ένας
κόσμος που φοβάται να δει το αίμα του, τη σήψη του, τη φθορά του, κατασκευάζει
μια εικόνα ευπρέπειας, ένα περιτύλιγμα ευαισθησίας που κρύβει την απάθεια. Αυτή
η άλως του πρεπισμού, όπως την
ονομάζω, είναι το τελευταίο οχυρό της μεταπολιτικής
σιωπής, το πεδίο όπου η «εικαστική πράξη»
εξουδετερώνεται, μεταφρασμένη σε lifestyle, χορηγίες και καμπάνιες κοινωνικής
ευαισθησίας.
Η δική μου πρόθεση δεν υπήρξε ποτέ η
διακόσμηση του κενού. Τα έργα μου δεν προσπαθούν να κατευνάσουν, αλλά να πυροδοτήσουν. Δεν υπηρετούν την ηρεμία,
αλλά την αφύπνιση. Κάθε μορφή,
κάθε ίχνος χρώματος ή ήχου, λειτουργεί ως κραυγή, μια πράξη διατάραξης της ψευδούς κανονικότητας.
Η τέχνη, για μένα, είναι πολιτική πράξη,
όχι ως προπαγάνδα, αλλά ως ενσώματη
μαρτυρία της αδικίας.
Στον κόσμο της σκοτοδίνης, όπου τα πάντα
βαφτίζονται πρόοδος, η τέχνη που δεν ανατρέπει γίνεται συνένοχη. Γι’ αυτό και ο
καλλιτέχνης οφείλει να σταθεί εκεί όπου πονάει, στην αλήθεια. Να αναμετρηθεί με
τον φόβο, την υποκρισία, την εξουσία της εικόνας. Η «εικαστική πράξη»
δεν είναι αίτημα, είναι ανάγκη.
Είναι η απόπειρα να ξαναβρεί ο άνθρωπος το δικαίωμα να συμμετέχει στο «εμείς».
Γιατί μόνο μέσα από τη ρήξη μπορεί να υπάρξει αναγέννηση. Και μόνο μέσα από την ωμή αλήθεια μπορεί η τέχνη να ξαναγίνει πράξη ζωής.
Η τέχνη, όπως την αντιλαμβάνομαι, δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Ο Guy Debord
έγραψε ότι «ο θεαματικός κόσμος δεν είναι μια
συλλογή εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους, μεσολαβημένη
από εικόνες». Αυτή η παρατήρηση συνοψίζει όλο το πεδίο της σύγχρονης
εικαστικής μου έρευνας, το πώς η εικόνα αντικατέστησε τη συμμετοχή, πώς το
βλέμμα έγινε υποκατάστατο της δράσης.
Η εικαστική
πράξη δεν είναι, επομένως, απλώς δημιουργία μορφών. Είναι αντίσταση στον μηχανισμό της θεαματικής αλλοτρίωσης.
Από τη στιγμή που το έργο παύει να υπάρχει μόνο ως αισθητικό αντικείμενο και
μετατρέπεται σε χώρο σύγκρουσης,
σε σώμα πολιτικής εμπειρίας, τότε
μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματική τέχνη.
Η Claire Bishop, εξετάζοντας τη συμμετοχική
και επιτελεστική τέχνη, μιλά για την ανάγκη ενός «αγωνιστικού δημόσιου χώρου», όπου η τέχνη δεν λειτουργεί ως
συμφιλίωση αλλά ως τόπος αντιπαράθεσης.
Αυτός ο τόπος είναι ο φυσικός χώρος του Γιάννη Σταμενίτη. Εκεί όπου το έργο
γεννιέται όχι για να καθησυχάσει, αλλά για να διαταράξει τη ροή της κανονικότητας, να προκαλέσει
ερώτηση, σύγκρουση, επανατοποθέτηση.
Στο πλαίσιο αυτό, η αισθητική του ωμού λειτουργεί ως στρατηγική. Το ωμό δεν
είναι απλώς ύφος, είναι ηθική στάση. Απορρίπτει τον εξωραϊσμό, αποδομεί την
ψευδαίσθηση της ευγένειας του πολιτισμού και στρέφει το βλέμμα προς την πραγματικότητα της φθοράς, της
ανισότητας, της αποξένωσης. Ο Jean Rustin και ο Antoni Tàpies, καθένας με τον
τρόπο του, έδειξαν ότι η ύλη μπορεί να μιλήσει για την πληγή. Η τέχνη γίνεται τότε μια μορφή κοινωνικής
αυτογνωσίας, ένας καθρέφτης που δεν χαρίζεται.
Ο Nicolas Bourriaud με την έννοια της relational aesthetics επιχείρησε να
περιγράψει τη σύγχρονη τέχνη ως χώρο κοινωνικών σχέσεων. Όμως, εκεί όπου η
θεωρία αυτή συχνά εκφυλίστηκε σε «καλλιτεχνικό ανθρωπισμό», ο Mr Post Fluxus
απαντά με αντί-σχέσεις, με έργα
που δεν προτείνουν συνύπαρξη, αλλά αντιπαράθεση.
Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική σχέση χωρίς ρήξη.
Ο ακραίος
εικαστικός ήχος, που αποτελεί σήμερα το κύριο πεδίο δράσης μου, είναι
η φυσική προέκταση αυτής της σκέψης. Δεν είναι μουσική, είναι σύγκρουση ήχου και σώματος, μια
βιωματική διαδικασία όπου το κοινό εκτίθεται σε μια εμπειρία πέρα από την
αρμονία. Είναι το σημείο όπου ο ήχος γίνεται πολιτικό γεγονός.
Η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο από μόνη της,
αλλάζει όμως τον τρόπο που τον
αντιλαμβανόμαστε. Και αυτό, από μόνο του, είναι πράξη επανάστασης.
Η επαναστατική τέχνη δεν είναι πλέον το
προνόμιο των επαναστατών, αλλά το καθήκον των ζωντανών. Κάθε έργο που αρνείται
τη σιωπή, κάθε εικόνα που επιστρέφει το βλέμμα στον θεατή και τον αναγκάζει να
σταθεί, να νιώσει, να πάρει θέση, είναι μια μικρή νίκη ενάντια στην εξουσία της
απάθειας.
Η εικαστική μου μελέτη, στο σύνολό της, δεν
διακοσμεί τον κόσμο. Τον ξεγυμνώνει.
Για να δούμε επιτέλους τι απομένει όταν πέσουν τα προσωπεία.
Γιάννης Σταμενίτης
