ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΠΑΝΑΝΙΑΣ


ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΠΑΝΑΝΙΑΣ

Μια αλλόκοτη ιστορία από τον Mr Post Fluxus

Μια φορά κι έναν καιρό - όχι σε παραμύθι, αλλά σε μια χώρα που έμοιαζε επικίνδυνα με την πραγματική - υπήρχε ένα βασίλειο στο χάρτη που το ’λεγαν Μπανανία. Όχι επειδή είχε μπανάνες, αλλά επειδή όσο πιο πολύ σάπιζε, τόσο πιο πολύ οι άρχοντές της επέμεναν πως ήταν… παράδεισος.

Ο Μονάρχης των Καθρεφτών

Στην κορυφή της Μπανανίας κατοικούσε ο Μονάρχης των Καθρεφτών. Ένας ηγέτης που μπορούσε να βλέπει μόνο το δικό του είδωλο και τίποτα άλλο. Έλεγε ότι ήταν εκλεγμένος. Μα κυβερνούσε σαν μονάρχης. Τα βράδια ανέβαινε στον Πύργο των Μυστικών Αυτιών για να ακούει τις ανάσες ολόκληρου βασιλείου. Κι όταν πιάστηκε να παρακολουθεί μισή χώρα, είπε: «Μα εγώ απλώς προστάτευα τον λαό μου!» Και άλλαξε τον νόμο με μια μονοκονδυλιά, λες και έβαζε χρώμα σε μουσαμά που δεν του άρεσε.

Οι Άρχοντες της Φάρσας

Ο Μονάρχης είχε δίπλα του μια παράξενη αυλή. Τους έλεγαν Άρχοντες της Φάρσας γιατί όπου κι αν πήγαιναν, έκαναν τον κόσμο να αναρωτιέται αν βλέπει πολιτική ή κακόγουστη φαρσοκωμωδία. Κάποιοι δεν ήξεραν τι δουλειά κάνουν τα παιδιά τους. Άλλοι είχαν κερδίσει το Μεγάλο Τυχερό Παιχνίδι τόσες φορές που ούτε οι ίδιοι το θυμούνταν. Μερικοί ερχόντουσαν με χρυσές άμαξες που έμοιαζαν με Πόρσε και Φεράρι, χωρίς να ξέρουν από πού τους ήρθε το χρήμα. Κι όταν ρωτιούνταν για τα εκατομμύρια που είχαν, έλεγαν: «Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, το χάρισαν σε μένα.» Ήταν οι άνθρωποι που οι κάτοικοι της Μπανανίας αποκαλούσαν… Φραπέδες, Ποπάρες και Χασάπηδες, όχι για το επάγγελμά τους, αλλά για τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τη χώρα: με καφρίλα, με θράσος και με χέρια λερωμένα.

Τα Τρένα που Κλαίνε

Στη Μπανανία υπήρχαν και τρένα. Έμοιαζαν βουβά, σκουριασμένα, ξεχαρβαλωμένα. Και μια μέρα, η χώρα ξύπνησε με 57 σκιές στον ουρανό της. Όσοι έπρεπε να είχαν φτιάξει ράγες, τις είχαν πουλήσει για να γίνουν ευνοούμενοι του Μονάρχη. Όσοι έπρεπε να είχαν λάβει μέτρα ασφαλείας, είχαν βάλει έναν περίπτωση σταθμάρχη στη θέση ενός συστήματος. Όσοι έπρεπε να ζητήσουν συγγνώμη, σήκωναν το δάχτυλο και μιλούσαν με ύφος δάσκαλου που μαλώνει άτακτα παιδιά. Όταν τα μέλη των νεκρών βρέθηκαν πεταμένα στο χώμα, η Μπανανία έμεινε να αναρωτιέται: «Τι άλλο μπορεί να σάπισε τόσο βαθιά;» Οι γονείς, κουρασμένοι και πεινασμένοι, παρακαλούσαν δύο χρόνια μετά για το αυτονόητο: δικαιοσύνη. Μα η απάντηση ήταν η ίδια: σιωπή.

Το Βασίλειο χωρίς Νόμους

Στη Μπανανία, οι νόμοι ήταν σαν από ζυμάρι. Όποιος είχε δύναμη τους έπλαθε στα δάχτυλα του όπως τον βόλευε. Το ακαταδίωκτο ήταν για τους ισχυρούς.
Η τιμωρία ήταν για τους αδύναμους. Αν έκλεβες εκατομμύρια, μπορεί να σου έδιναν κι αξίωμα. Αν πλαστογραφούσες απολυτήριο Δημοτικού, μπορεί να σε περίμενε η φυλακή. Η Αστυνομία και το Λιμενικό είχαν γίνει σκιές που έμοιαζαν με τάγματα από άλλη εποχή. Κι οι δικαστές ψήφιζαν νόμους που οι ίδιοι μετά θα έβγαζαν… συνταγματικούς.

Οι Μάγισσες των Αγορών

Πάνω από το βασίλειο αιωρούνταν και τρεις μάγισσες: η Καρτέλεια, η Πινακολάντα και η Φουνταρουσία. Κρατούσαν στα χέρια τους το ψωμί, το ρεύμα, το σπίτι, το νερό. Κι όποιος είχε χρέος, έχανε το σπίτι του με ένα χτύπημα ραβδιού. Οι κάτοικοι της Μπανανίας δούλευαν 13 ώρες και πάλι δεν προλάβαιναν. Γιατί το σύστημα ήταν φτιαγμένο να τους έχει για πάντα κουρασμένους.

Η Πόλη του Μεγάλου Σπασίματος

Στην καρδιά της χώρας υπήρχε μια πόλη όπου οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με τα νεύρα τους σφιγμένα σαν γροθιές. Έβλεπες μάχες στα φανάρια, παπάδες να φωνάζουν σαν ταλιμπάν, σημαίες στα μπαλκόνια ανθρώπων που ήθελαν συγχαρητήρια επειδή… υπήρχαν. Άνθρωποι σπιρτόκουτα — κούφιοι από μέσα, φωνακλάδες απέξω, έτοιμοι να ανάψουν φωτιές. Εκεί έβλεπες τις δύο Μπανανίες: των λίγων που ζούσαν σε παλάτια και των πολλών που ζούσαν σε μποτιλιάρισμα, θλίψη, άγχος και ανασφάλεια.

Η Ψίχα της Ελπίδας

Κι όμως, μέσα στη Μπανανία, υπήρχε κάτι που δεν είχε σαπίσει ακόμη. Μικρό, σχεδόν αόρατο. Μια φωνή. Ένα παιδί. Ή ίσως πολλοί άνθρωποι μαζί που είχαν ξεχάσει πόσο δυνατοί ήταν. Αυτή η φωνή έλεγε: «Όταν η αδικία γεμίσει τόσο, που δεν χωράει άλλο, τότε η σιωπή γίνεται κραυγή.»
Και τότε, το βασίλειο ένιωσε κάτι να σείεται. Όχι από σεισμό. Αλλά από ανθρώπους που άρχισαν – σιγά σιγά - να καταλαβαίνουν ότι η Μπανανία δεν είναι κατάρα. Είναι κατασκευή. Και οι κατασκευές μπορούν να ξηλωθούν. Και το τέλος; Δεν έχει γραφτεί ακόμα. Γιατί, για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, κάποιοι στη Μπανανία ψιθυρίζουν ξανά μια απλή λέξη:

«Οξυγόνο»

Και ο ψίθυρος γίνεται ανάσα. Η ανάσα γίνεται φθόγγος. Ο φθόγγος γίνεται κραυγή.

Και η Μπανανία τρέμει στο όνομα της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης που θέλει να ξανά φέρει…

Εικόνα: Μαουρίτσιο Κατελάν , «Comedian». Η περίφημη μπανάνα με μονωτική ταινία πωλήθηκε σε δημοπρασία προς 5,8 εκ. ευρώ.