Ο σκαντζόχοιρος, που τον έλεγαν Χόρτο
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα δάσος γεμάτο ήχους, μυρωδιές και φως, ζούσε ένας μικρός σκαντζόχοιρος με τη φαμίλια του. Είχε τρία μικρά σκαντζοχοιράκια, σκανταλιάρικα και πεινασμένα, κι έναν χειμώνα που ήρθε πιο νωρίς απ’ ό,τι περίμενε κανείς. Τα φύλλα δεν πρόλαβαν καλά καλά να κιτρινίσουν, και η γη πάγωσε. Τα σκουλήκια κρύφτηκαν, τα φρούτα λιγόστεψαν, κι οι κοιλιές άρχισαν να γουργουρίζουν.Ο σκαντζόχοιρος, που τον έλεγαν Χόρτο, κάθε βράδυ έβγαινε να βρει κάτι να φάει για τα παιδιά του. Όμως το δάσος ήταν φτωχό, κι ό,τι έβρισκε, το μοιραζόταν σε ίσα μικρά κομμάτια. Μέχρι που μια νύχτα, είδε στο ξέφωτο μια μηλιά, την τελευταία του φθινοπώρου. Τα μήλα της κόκκινα, βαριά, γεμάτα ζωή. Μα ήταν φυτεμένη κοντά στην καλύβα του γεωργού, κι ο σκαντζόχοιρος ήξερε πως ό,τι φυτρώνει εκεί δεν ανήκει στο δάσος.
Κρύφτηκε, περίμενε να σκοτεινιάσει για τα καλά, κι όταν ο άνεμος ησύχασε, πλησίασε σιωπηλά. Με τα μικρά του αγκάθια μάζεψε δύο μήλα στην πλάτη του και έτρεξε πίσω στο λαγούμι του. Τα μικρά του έφαγαν εκείνο το βράδυ και γέλασαν ξανά.
Μα ο γεωργός ανακάλυψε το πρωί τα σημάδια. Και έστησε παγίδα. Την επόμενη νύχτα, όταν ο Χόρτο πήγε πάλι να φέρει φαγητό, πιάστηκε. Ο γεωργός τον σήκωσε θυμωμένος και του είπε:
— Εσύ λοιπόν μου κλέβεις τα μήλα; Δεν ντρέπεσαι, μικρέ κλέφτη;
Ο σκαντζόχοιρος δεν μίλησε, μόνο κουλουριάστηκε σφιχτά. Ο γεωργός όμως, σκύβοντας πιο κοντά, είδε στα μάτια του φόβο, όχι πονηριά. Και τότε, από το σκοτάδι, ακούστηκαν μικρές φωνές, τα σκαντζοχοιράκια που έψαχναν τον πατέρα τους. Ο άνθρωπος σώπασε για λίγο. Κοίταξε τη μηλιά του, ύστερα τον σκαντζόχοιρο, και κατάλαβε.
Τον άφησε ελεύθερο. Και κάθε βράδυ, από τότε, έριχνε λίγα μήλα πιο πέρα, μακριά από το σπίτι, λέγοντας:
— Για τα παιδιά του δάσους.
Ο Χόρτο δεν έκλεψε ποτέ ξανά, μα δεν ξέχασε εκείνον τον άνθρωπο που διάλεξε να δει με την καρδιά κι όχι με τον θυμό.
Κι έτσι, όταν τα σκαντζοχοιράκια του μεγάλωσαν, τους έλεγε:
— Να θυμάστε, μικρά μου, δεν είναι κακό να ζητάς ό,τι χρειάζεσαι για να ζήσεις. Κακό είναι να μη βλέπεις ποιος πεινάει δίπλα σου.
Μr Post Fluxus
Εικόνα, σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη
