Ο Γνωστός Στρατιώτης


Ο Γνωστός Στρατιώτης

Δεν έχω όνομα, μα με ξέρεις. Ήμουν εκεί πριν αρχίσει το Έθνος να προφέρεται σαν λέξη. Στα βουνά της Ρούμελης, με το φυσεκλίκι στον ώμο και το αίμα να στάζει απ’ τα δέντρα. Ήμουν αυτός που γύρισε σπίτι και δεν βρήκε σπίτι. Αυτός που έδωσε γη, ψυχή και σάρκα, κι έμεινε να μετράει σιωπές πάνω από καμένα χωριά.
Μετά με είπαν επαναστάτη, μετά ταραχοποιό, μετά ήρωα, μετά τίποτα. Κι εγώ, πάντα εγώ, περπάτησα ξανά στα ίδια χώματα, με διαφορετική στολή κάθε φορά. Άλλοτε στο Δομοκό, άλλοτε στον Σαγγάριο, άλλοτε στα βουνά της Αλβανίας. Το χώμα άλλαζε χρώμα, μα το αίμα είχε πάντα την ίδια γεύση.

Στη Ζάκυνθο ήμουν ο σκιάχτρο της αγγλικής αυτοκρατορίας, στη Θράκη το σώμα που χάθηκε χωρίς σταυρό, στη Μικρασία το πρόσωπο που δεν πρόλαβε να επιστρέψει. Στο χιόνι της Πίνδου πάγωσα μ’ ένα τραγούδι στα χείλη, στην Αθήνα του ’44 περπάτησα ξανά, μέσα απ’ τα πλήθη που έκλαιγαν και γονάτιζαν.
Κάποτε με φυλάκισαν οι δικοί μου. Μου φόρεσαν τον τίτλο του “επικίνδυνου”. Άλλοι με κρέμασαν, άλλοι με ξέχασαν, άλλοι μ’ έστειλαν σε ξερονήσια να σωπάσω. Μα εγώ ποτέ δεν σώπασα, μιλούσα με τα μάτια των παιδιών, με το σπαραγμό των μανάδων που άφηναν ένα πιάτο στο τραπέζι για τους απόντες.

Ήμουν κι εκεί, όταν οι πρέσβεις έδιναν διαταγές στα ανάκτορα. Όταν οι στρατηγοί έπλεκαν συμμαχίες με την ίδια ευκολία που άλλαζαν στολές. Όταν η Κύπρος φλεγόταν κι οι φωνές από το Ριζοκάρπασο έσβηναν μέσα στη θάλασσα. Τότε κατάλαβα πως το σώμα μου απλωνόταν παντού, στα χαρακώματα, στα στρατόπεδα, στα υπόγεια της σιωπής, στα σχολεία όπου τα παιδιά έγραφαν εκθέσεις για “ήρωες” χωρίς να ξέρουν πως ήμουν εγώ.

Και τώρα με βλέπεις. Μα δε με βλέπεις αληθινά. Είμαι κάτω απ’ το μάρμαρο που φωτογραφίζεις, στην πλατεία που περνάς αδιάφορος, στην παρέλαση που χειροκροτάς χωρίς να θυμάσαι γιατί. Είμαι ο Γνωστός Στρατιώτης. Όχι γιατί με αναγνώρισε το κράτος, αλλά γιατί με αναγνωρίζει η Ιστορία κάθε φορά που ένας άνθρωπος λέει “όχι” και το πληρώνει. Δεν θέλω στεφάνια. Ούτε λόγους. Μόνο να μη με ξεχνάς όταν διαλέγεις πλευρά. Γιατί εγώ δεν πολέμησα για σημαίες, πολέμησα για να μπορείς να μιλάς, να αγαπάς, να θυμάσαι. Κι αν ποτέ σταθείς μπροστά μου,
μην υποκλιθείς, μόνο να ψιθυρίσεις το όνομά σου. Να ξέρω πως υπάρχω ακόμα.

Mr Post Fluxus

εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο