Η μικρή γοργόνα


Η μικρή γοργόνα ζούσε στα βαθιά νερά του Αιγαίου. Δεν ήξερε από όρια, ούτε από φόβο. Κολυμπούσε πάντα πιο μακριά από τις άλλες, άκουγε τους ήχους των πλοίων, έβλεπε τα φώτα των πόλεων και ονειρευόταν.

«Θέλω να ζήσω ελεύθερη», έλεγε στο κύμα. «Να δω τι υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα.»
Τα ψάρια τη φοβούνταν λίγο, ήταν αλλιώτικη. Δεν ήθελε να ανήκει πουθενά. Είχε μαλλιά σαν φύκια που λάμπανε στο φεγγάρι και μάτια γεμάτα περιέργεια. Κάθε βράδυ ανέβαινε πιο ψηλά, εκεί όπου το νερό αρχίζει να μυρίζει άνθρωπο.
Μια νύχτα, όταν η θάλασσα ήταν ήσυχη σαν καθρέφτης, είδε για πρώτη φορά ένα καΐκι. Στα ξύλινα πλευρά του καθρεφτιζόταν το φως της. Ήταν όμορφο, αλλόκοτο και επικίνδυνο. Μα αυτή δεν γύρισε πίσω. Πλησίασε.
Οι ψαράδες την είδαν. Στην αρχή νόμιζαν πως είναι ψάρι με φως, μετά πνεύμα, και τέλος, λεία. Την έπιασαν με δίχτυα που μύριζαν θάνατο και πετρέλαιο. Πάλεψε, μα τα δίχτυα ήταν πιο δυνατά από τα όνειρά της.
Την ανέβασαν στο καΐκι, τη φωτογράφισαν, τη σχολίασαν, τη μέτρησαν. Κανείς δεν είδε το βλέμμα της, εκείνο που ακόμα ζητούσε ελευθερία. Κανείς δεν κατάλαβε πως δεν ήταν θήραμα, αλλά ψυχή.
Την πήγαν στο εργοστάσιο. Εκεί, ανάμεσα σε μηχανές και κονσέρβες, η μικρή γοργόνα έλιωσε σε μορφή και σώμα. Έμεινε μόνο η φωνή της, ένα μακρινό τραγούδι που ακούγεται καμιά φορά μέσα από το μέταλλο, όταν κάποιος ανοίγει μια κονσέρβα και για μια στιγμή νομίζει πως άκουσε τη θάλασσα.
Έτσι τελείωσε το όνειρο της μικρής γοργόνας που ήθελε να ζήσει ελεύθερη.
Ή ίσως όχι, γιατί κάθε φορά που κάποιος τολμά να ονειρευτεί, εκείνη ξαναζεί για λίγο, μέσα στη μνήμη του νερού.

Mr Post Fluxus

Σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη