Το παραμύθι του ανθρώπου που δεν ανήκε πουθενά
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα όμορφη σαν ζωγραφιά και κουρασμένη σαν γέρος ναύτης, οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει να κοιτάζονται στα μάτια. Είχαν μάθει μόνο να κοιτούν τις οθόνες και τα χαρτιά, εκεί όπου κάποιοι έλεγαν πως βρίσκεται η αλήθεια.Σ’ αυτή τη χώρα, κάθε τέσσερα χρόνια, ξεφύτρωναν νέοι σωτήρες. Φορούσαν κοστούμια από λόγια και υποσχέσεις από αέρα. Μιλούσαν δυνατά, τόσο δυνατά, που δεν ακουγόταν πια η φωνή των απλών ανθρώπων.
Και κάθε φορά έλεγαν το ίδιο παραμύθι, πως θα σώσουν τη χώρα, πως θα φέρουν φως, πως αυτή τη φορά θα είναι αλλιώς. Μα το φως δεν ερχόταν ποτέ. Μόνο μια μυρωδιά καμένου απλωνόταν στον αέρα, κι ένας ήχος σαν ράγισμα από ψυχές που κουράστηκαν να περιμένουν. Κάπου εκεί ζούσε κι ένας άνθρωπος που δεν ανήκε πουθενά. Δεν είχε κόμμα, δεν είχε σημαία, δεν είχε βολή. Είχε μόνο μια καρδιά που πονούσε για το δίκαιο και δυο μάτια που έβλεπαν καθαρά μέσα στη θολούρα. Περπατούσε στους δρόμους και μιλούσε με τους ανθρώπους. Άκουγε τις ιστορίες τους, τις μικρές νίκες και τις μεγάλες ήττες τους. Και κάθε φορά που κάποιος του έλεγε “όλοι ίδιοι είναι”, εκείνος χαμογελούσε πικρά και έλεγε: “Όχι όλοι. Υπάρχουν ακόμα μερικοί που κρατούν τη φωτιά.”
Κάποτε, οι σωτήρες τον κάλεσαν στα παλάτια τους. Του είπαν να σωπάσει, να γίνει ένας από αυτούς. Να πάρει θέση, να φορέσει κι εκείνος ένα ωραίο κουστούμι από ψέμα. Μα εκείνος γύρισε την πλάτη. Τους είπε να πάνε στα συντρίμμια της απληστίας τους, εκεί που φυτρώνει μόνο στάχτη και σκουριά. Γιατί εκεί ανήκαν. Κι έφυγε πάλι στους δρόμους. Ανάμεσα στους εργάτες, στους γέρους που ταΐζουν τα περιστέρια, στα παιδιά που ζωγραφίζουν με κιμωλία πάνω στο πεζοδρόμιο. Εκεί όπου χτυπάει ακόμα η καρδιά της χώρας, όχι στα έδρανα, αλλά στις καρδιές των απλών ανθρώπων.
Και τότε κατάλαβε. Πως η πατρίδα δεν είναι αυτοί που μιλούν γι’ αυτήν, αλλά αυτοί που την κουβαλούν μέσα τους. Πως η ελπίδα δεν βρίσκεται στα μεγάλα λόγια, αλλά στη μικρή, καθημερινή αντοχή. Κι έτσι, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, έλεγε σιγανά.
«Δεν ανήκω πουθενά. Ανήκω μόνο σε ό,τι ακόμα αξίζει.» Κι ίσως, λένε κάποιοι, πως εκείνη τη νύχτα, κάπου πάνω από τις στέγες των σπιτιών, ένα μικρό φως άναψε ξανά.
Mr Post Fluxus
Εικόνα, σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη 2003, μαρκαδόροι σε χαρτί
