Ανακοίνωση από τον Μr Post Fluxus: Σύμπηξη των Κειμένων μου για την Τέχνη, τη Λογοκρισία και την Ελευθερία της Έκφρασης


Ανακοίνωση από τον Μr Post Fluxus:
Σύμπηξη των Κειμένων μου για την Τέχνη, τη Λογοκρισία και την Ελευθερία της Έκφρασης


Η δημόσια συζήτηση γύρω από την τέχνη και τα όριά της αναζωπυρώνεται κάθε φορά που ένα έργο αμφισβητεί τις καθιερωμένες αντιλήψεις. Η πρόσφατη αντίδραση του βουλευτή της Νίκης, Νίκου Παπαδόπουλου, απέναντι στα συμβολικά έργα του εικαστικού Χριστόφορου Κατσαδιώτη στην Εθνική Πινακοθήκη, καθώς και το ευρύτερο ζήτημα του βανδαλισμού και της φίμωσης της τέχνης, αποτελούν μέρος ενός επαναλαμβανόμενου μοτίβου: η τέχνη δοκιμάζει τα όρια της κοινωνίας, και η κοινωνία ανταποκρίνεται συχνά με φόβο ή απόρριψη.

Σε αυτό το πλαίσιο, αποφάσισα να συγκεντρώσω τα κείμενα που ανέλυσα μέσα από αυτή τη θεματική – την τέχνη ως πεδίο σύγκρουσης, τις αντιδράσεις απέναντι σε ριζοσπαστικά έργα και την αιώνια μάχη μεταξύ ελευθερίας της έκφρασης και λογοκρισίας. Μέσα από αυτή τη σύμπηξη, αναδεικνύονται τα κοινά νήματα που συνδέουν διαφορετικά περιστατικά και τα βαθύτερα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτά.

Η τέχνη, από τη φύση της, εξερευνά το ανοίκειο, το οριακό, το μη αποδεκτό. Είναι το πεδίο όπου η κοινωνία συνομιλεί με τον εαυτό της, αμφισβητεί τα είδωλά της, ξαναγράφει τα όριά της. Κανένα δόγμα δεν έχει το μονοπώλιο της αλήθειας, καμία αυθεντία δεν μπορεί να αποφασίσει τι είναι ανεκτό και τι όχι.

Η Τέχνη Δεν Ζητάει Άδεια

Η τέχνη δεν είναι υπουργείο πολιτισμού, ούτε ευγενικός καλεσμένος σε δείπνο με λευκά τραπεζομάντιλα. Δεν υποβάλλει αιτήσεις έγκρισης, δεν παίρνει αριθμό πρωτοκόλλου, δεν φοράει γραβάτα στις τελετές. Αντίθετα, είναι ο απρόσκλητος επισκέπτης που ανοίγει τα παράθυρα να μπει αέρας, ακόμα κι αν ενοχλεί τους παρευρισκόμενους.

Όταν η κοινωνία προσπαθεί να την ευνουχίσει, να την κάνει ευπρεπή και αποστειρωμένη, τότε η τέχνη μεταμορφώνεται σε κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: γίνεται καθρέφτης. Κι αν κάποιος δεν αντέχει το είδωλό του, το πρόβλημα δεν είναι ο καθρέφτης.

Κανείς δεν έχει το μονοπώλιο του αποδεκτού. Ούτε η αγορά, ούτε η θρησκεία, ούτε το κράτος, ούτε οι διανοούμενοι των σαλονιών που αναλύουν την "κατάσταση της τέχνης" ενώ πίνουν το κρασί τους με επιχορήγηση. Η τέχνη είναι το ακατάτακτο, το απροσάρμοστο, το παράδοξο. Γι’ αυτό και θα υπάρχει πάντα εκεί όπου απαγορεύεται, εκεί όπου το βλέμμα αποστρέφεται, εκεί όπου κάποιοι θα βιαστούν να πουν "δεν είναι αυτό τέχνη".

Αλλά ποιος τους ρώτησε;

Η τέχνη δεν ζητάει άδεια. Η τέχνη δεν υπόκειται σε έλεγχο. Η τέχνη δεν οφείλει να είναι χρήσιμη, δεν χρειάζεται να εξηγείται, δεν είναι προϊόν προς κατανάλωση. Και αν κάποιοι τη θέλουν διακοσμητικό στοιχείο στον τοίχο του status quo, καλή τύχη. Γιατί η τέχνη, αργά ή γρήγορα, θα βγει από τα κάδρα, θα σπάσει τα γυαλιά, θα διαλύσει τα πλαίσια και θα επιστρέψει εκεί που ανήκει: στον δρόμο, στην αμφισβήτηση, στην ελευθερία.

Γιατί αν δεν είναι ελεύθερη, δεν είναι τέχνη. Και αν είναι τέχνη, δεν χρειάζεται την έγκρισή σας.

Το επιχείρημα ότι η τέχνη που εκτίθεται σε χώρους που χρηματοδοτούνται από το κράτος θα πρέπει να είναι πιο «οικουμενική» και καλαίσθητη για το ευρύ κοινό είναι κάτι που συχνά τίθεται ως προβληματισμός.

Ωστόσο, αν η τέχνη περιοριστεί στο να «ομορφαίνει» απλώς τη ζωή μας και όχι να προκαλεί σκέψη, συναίσθημα ή ακόμα και σοκ, μήπως χάνει τη δύναμή της ως εργαλείο αμφισβήτησης και κοινωνικού σχολιασμού; Δεν είναι λίγες οι φορές που η ιστορία της τέχνης έχει δείξει πως το «αλλόκοτο» ή το «περιθωριακό» έγινε τελικά το νέο mainstream, αποκαλύπτοντας βαθύτερες αλήθειες της ανθρώπινης εμπειρίας.

Όταν η τέχνη προκαλεί το θρησκευτικό συναίσθημα, μπαίνουμε σε ένα πεδίο όπου συγκρούονται η ελευθερία της έκφρασης και ο σεβασμός στις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Πρόκειται για ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει την ιστορία της τέχνης, της φιλοσοφίας και της νομικής σκέψης για αιώνες.

Από τη μία πλευρά, η ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης είναι θεμελιώδης σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η τέχνη συχνά λειτουργεί ως μέσο αμφισβήτησης, αναστοχασμού και ανατροπής κατεστημένων αντιλήψεων, συμπεριλαμβανομένων των θρησκευτικών δογμάτων. Πολλοί καλλιτέχνες έχουν χρησιμοποιήσει θρησκευτικά σύμβολα για να σχολιάσουν την πίστη, την εξουσία της Εκκλησίας ή κοινωνικά ζητήματα που σχετίζονται με τη θρησκεία.

Από την άλλη, η πρόκληση του θρησκευτικού συναισθήματος μπορεί να οδηγήσει σε έντονες αντιδράσεις, καθώς για πολλούς η θρησκεία δεν είναι απλώς ένα σύστημα πεποιθήσεων, αλλά ένας βαθιά προσωπικός και ιερός χώρος. Υπάρχουν νομικά και ηθικά όρια που σχετίζονται με την προσβολή της θρησκευτικής πίστης, ανάλογα με τη χώρα και το πολιτισμικό της πλαίσιο.

Το ερώτημα είναι: Πού χαράσσεται η γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και τον σεβασμό στις θρησκευτικές πεποιθήσεις; Πρέπει η τέχνη να αυτολογοκρίνεται για να αποφεύγει προσβολές, ή μήπως η αμφισβήτηση και η ανατροπή είναι εγγενείς λειτουργίες της;

Η πράξη του βανδαλισμού και το έργο ως αξία

Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και την καταστροφή. Όταν ένα έργο τέχνης βανδαλίζεται, η συζήτηση ξεκινά πάντα από το ίδιο σημείο: πρόκειται για μια επίθεση στην τέχνη ή για μια αντίδραση απέναντι σε αυτό που εκτίθεται;

Αν ένα έργο έχει αξία, αν έχει λόγο ύπαρξης πέρα από την επιβεβαίωση του δημιουργού του, τότε ο βανδαλισμός του μπορεί να ιδωθεί ως μια βίαιη πράξη ενάντια στον πολιτισμό. Όταν όμως ένα έργο δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια καλλιτεχνική φούσκα, ένα δήθεν σημαντικό αντικείμενο που απλώς καταλαμβάνει χώρο, τότε τι ακριβώς βανδαλίζεται; Η τέχνη ή η αυταπάτη της;

Δεν είναι όλα άξια προστασίας. Δεν είναι όλα ιερά. Δεν μπορούμε να φωνάζουμε για την αξία ενός έργου μόνο όταν κάποιος το αμφισβητεί με πράξη. Αν ένα έργο αξίζει, θα αντέξει. Αν είναι κενό, ο βανδαλισμός του απλώς αποκαλύπτει την έλλειψη του νοήματός του.

Η τέχνη δεν κερδίζει αξία από την καταστροφή της. Την αξία της την κερδίζει από την ύπαρξή της.

Η τέχνη που έχει πραγματικό βάρος, δεν φοβάται τη σύγκρουση.

Η τέχνη δεν είναι ασυλία

Δεν έχω πρόβλημα με την ελευθερία της έκφρασης. Αντιθέτως, τη θεωρώ θεμελιώδη. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να δηλώνει καλλιτέχνης, να δημιουργεί, να εκθέτει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τι που εμφανίζεται σε έναν τοίχο, μια γκαλερί ή μια Εθνική Πινακοθήκη αποκτά αυτομάτως αξία.

Υπάρχει μια σύγχυση: η τέχνη δεν είναι απλώς μια δήλωση ύπαρξης. Δεν είναι μόνο το δικαίωμα να εκφράζεσαι, αλλά και η ικανότητα να παράγεις κάτι που επικοινωνεί, που συγκρούεται, που αφήνει ένα ίχνος πέρα από το όνομά σου στο εκθεσιακό πρόγραμμα. Αν απλώς γεμίζουμε τους χώρους με αντικείμενα χωρίς νόημα, τότε δεν έχουμε τέχνη—έχουμε διακόσμηση, έχουμε εσωτερική αρχιτεκτονική με θεωρητικό περίβλημα.

Δεν με ενοχλεί το τολμηρό, το προκλητικό, το άσχημο, το βίαιο. Με ενοχλεί το ανούσιο.
Η τέχνη που είναι εκεί απλώς για να δικαιολογήσει την ύπαρξη κάποιων μέσα στο σύστημα της τέχνης. Η τέχνη που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια καλλιτεχνική φούσκα.

Δεν θα απολογηθώ αν αυτό που βλέπω σε κάποιους τοίχους μου μοιάζει με μια καλοστημένη αυταπάτη. Δεν με ενδιαφέρει αν έχει γραφτεί ένα μακροσκελές θεωρητικό κείμενο για να το στηρίξει. Το μάτι βλέπει, το μυαλό επεξεργάζεται, το συναίσθημα αντιδρά. Και όταν δεν αντιδρά, δεν υπάρχει τίποτα να υποστηρίξω.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος για τον πολιτισμό από την αδιαφορία.

Ανατομία μιας Ταφής

Ο κόσμος ήταν έτοιμος. Η φωτιά είχε ανάψει. Οι τροχοί της Ιστορίας μπορούσαν να κινηθούν χίλια χρόνια νωρίτερα. Ο Ήρων, ο Αρχιμήδης, ο Ερατοσθένης, οι μαθηματικοί, οι φυσικοί, οι αστρονόμοι, οι μηχανικοί… Είχαν ακονίσει τη σκέψη, είχαν ξεκλειδώσει τα μυστικά του σύμπαντος. Η βιομηχανική επανάσταση μπορούσε να είχε συμβεί στην Πέργαμο, στην Αλεξάνδρεια, στην Αθήνα.

Αλλά η Ιστορία αποφάσισε αλλιώς.

Τι κι αν το ανθρώπινο μυαλό πέταξε ως τα άστρα; Τι κι αν οι τροχιές των πλανητών χαράχτηκαν σε πάπυρους; Τι κι αν οι πρώτες μηχανές έβγαλαν ατμό σαν βρυχώμενα θεριά έτοιμα να σπρώξουν τον άνθρωπο μπροστά;

Ήρθε η λάσπη.

Ήρθε η συκοφαντία.

Ήρθαν οι μικροί άνθρωποι με τις μεγάλες ράβδους και το στόμα γεμάτο Θεό. Ήρθαν αυτοί που έμαθαν να μισούν τη σκέψη. Αυτοί που φοβούνταν την ερώτηση περισσότερο από την απάντηση. Αυτοί που θεώρησαν την περιέργεια αμάρτημα και την αμφισβήτηση έγκλημα.

Οι πατέρες της "Αλήθειας" έσκαψαν έναν μεγάλο λάκκο. Μέσα έριξαν την αρχαία γνώση, την έραψαν με κατάρες, την πέταξαν στη φωτιά, την χλεύασαν στις πλατείες. Τα ονόματα των σοφών έγιναν βρισιές. Τα βιβλία τους έγιναν στάχτη.

Η Υπατία; Σφαγμένη.

Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας; Κάρβουνο.

Η φιλοσοφία; Ειδωλολατρία.

Η επιστήμη; Μαγεία.

Πάνω από τον λάκκο ύψωσαν το δικό τους λάβαρο. Έγραφε: "Πίστευε και μη ερεύνα". Ο ατμοστρόβιλος του Ήρωνα έμεινε παιχνίδι. Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων, ένα βυθισμένο μυστήριο. Η γεωμετρία του Ευκλείδη, κλειδωμένη για αιώνες.

Έκαψαν, έθαψαν, ξέπλυναν με λιβάνι, έραψαν το στόμα του κόσμου.

Και όταν ο λήθαργος έληξε, όταν το σκοτάδι διαλύθηκε, όταν τα μάτια ξαναείδαν τον ουρανό… ο κόσμος ήταν χίλια χρόνια πίσω.

Κάποιοι ακόμα επιμένουν: "Έτσι έπρεπε να γίνει."

Όχι.

Απλά έτσι έγινε. Και το τίμημα ήταν βαρύ.

Συμπεράσματα


Η τέχνη, στην πιο αληθινή της μορφή, είναι μια διαρκής ανατροπή. Δεν είναι απλώς αισθητική απόλαυση, αλλά ένας μηχανισμός που διαταράσσει, αποκαλύπτει και ανατρέπει το κατεστημένο. Όταν μια κοινωνία επιδιώκει να τη φιμώσει, να την εξημερώσει ή να την εμπορευματοποιήσει, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να απογυμνώνει τον εαυτό της από τη δυνατότητα αυτογνωσίας.

Ο φόβος απέναντι στην τέχνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά φόβος απέναντι στην αλήθεια. Και κάθε προσπάθεια ελέγχου της είναι μια πράξη απελπισίας απέναντι σε κάτι που δεν μπορεί να τιθασευτεί. Η τέχνη ανήκει σε όλους, γιατί γεννιέται από την ίδια την ύπαρξη. Δεν χρειάζεται άδεια για να υπάρξει, και γι’ αυτό είναι πιο επικίνδυνη από κάθε μορφή εξουσίας που προσπαθεί να την περιορίσει.

Τελικά, η τέχνη δεν είναι μια ήσυχη συνομιλία. Είναι ένα ρήγμα, μια πρόκληση, μια συνεχής υπενθύμιση ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που τη δημιουργούν, θα υπάρχουν και εκείνοι που θα προσπαθούν να την καταστείλουν. Μα η ιστορία δείχνει πως στο τέλος, το φως πάντα βρίσκει τρόπο να περάσει μέσα από τις ρωγμές.