Η κουκούλα της υποκρισίας


 Η κουκούλα της υποκρισίας

Υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν με μάσκα. Όχι εκείνη του θεάτρου, που την κρατάς στο χέρι και την αλλάζεις με κάθε ρόλο. Αλλά μια άλλη, πιο ύπουλη. Μια κουκούλα. Ραμμένη προσεκτικά πάνω στο δέρμα τους, με ραφές τόσο λεπτοδουλεμένες που μοιάζει να είναι το ίδιο τους το πρόσωπο. Δεν τη φορούν για να προστατευτούν από το κρύο ή τον άνεμο. Τη φορούν για να κρύψουν από τους άλλους και, το πιο θλιβερό, από τον εαυτό τους αυτό που στ’ αλήθεια είναι.

Η κουκούλα της υποκρισίας δεν πέφτει ποτέ. Δεν λερώνεται, δεν τσαλακώνεται, δεν ιδρώνει. Είναι πάντα άψογη, καθαρή, σαν φτιαγμένη από ένα αόρατο ύφασμα που απορροφά την αλήθεια και την ξερνάει φιλτραρισμένη. Κάθε της ίνα είναι ποτισμένη με "πρέπει", με φόβο, με ντροπή και κοινωνική σύμβαση. Είναι η στολή παραλλαγής όσων δεν τολμούν να δουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη χωρίς ψεύτικες λέξεις και καθωσπρεπισμούς.

Μιλούν για αξίες που δεν εφαρμόζουν. Σηκώνουν το δάχτυλο σε λάθη που κάνουν και οι ίδιοι κρυφά. Κλαίνε δημόσια με δάκρυα τηλεκατευθυνόμενα. Χαμογελούν με στόματα που δεν έχουν μιλήσει ποτέ αληθινά. Και κάθε φορά που κάτι μέσα τους φωνάζει να την τραβήξουν, να την σκίσουν, να ανασάνουν... ένα βλέμμα, μια γνώμη, ένας ρόλος, τους υπενθυμίζει ότι η κουκούλα δεν βγαίνει. Γιατί δεν τη φόρεσαν, τους τη ράψανε. Από μικροί, σπιθαμή προς σπιθαμή. Κι έπειτα την αποδέχτηκαν. Την αγάπησαν. Τη βάφτισαν “ευγένεια”, “πολιτισμός”, “σωστή συμπεριφορά”.

Όμως η υποκρισία δεν είναι ένδυμα. Είναι δέρμα δεύτερο. Και κάποιοι, όσο κι αν πονούν, όσο κι αν θέλουν να ελευθερωθούν, δεν ξέρουν πώς να ζήσουν χωρίς αυτήν.

Αν κοιτάξεις προσεκτικά, θα τους αναγνωρίσεις. Δεν είναι οι σκληροί ή οι ψυχροί. Είναι οι προβλέψιμοι, οι άχρωμοι, οι υπερβολικά ευγενικοί. Είναι εκείνοι που μιλούν με στόμφο αλλά δε λένε τίποτα. Εκείνοι που θα σε συγχαρούν μπροστά και θα σε μαχαιρώσουν με το βλέμμα πίσω από τη γωνία.

Και κάπου, κάποιες φορές, ίσως δεις κι εσένα με μια βελόνα στο χέρι. Να ράβεις αθόρυβα τη δική σου κουκούλα. Από φόβο, από ανάγκη, από την ανάγκη να ανήκεις κάπου. Εκεί ξεκινά η αλήθεια, όταν καταλαβαίνεις ότι η υποκρισία δεν είναι μόνο των άλλων. Είναι επιλογή και κάποιες φορές, εξάρτηση.

Μα όσο δύσκολο κι αν φαίνεται, πάντα υπάρχει μια κλωστή που μπορείς να τραβήξεις. Και τότε, ίσως για πρώτη φορά, να δεις τον ουρανό χωρίς φίλτρο. Να ανασάνεις.
Χωρίς κουκούλα. Χωρίς ψέμα. Χωρίς φόβο.

Mr Post Fluxus

Εικόνα, ζωγραφικό έργο του Γιάννη Σταμενίτη

Το Δάκρυ που Ξεδιψά τον Άνθρωπο


 Το Δάκρυ που Ξεδιψά τον Άνθρωπο

Όταν ο κύριος Nestlé, ή αλλιώς ο CEO των εμφιαλωμένων σύννεφων, δηλώνει πως το νερό δεν είναι ανθρώπινο δικαίωμα, δεν κάνει απλώς μια αμφιλεγόμενη δήλωση, ξεπλένει τον ιδρώτα των προγόνων μας από τις πηγές και τον πακετάρει με barcode. Κάπου ανάμεσα στις φλέβες του πλανήτη και τα άδεια ποτήρια των φτωχών, ορισμένοι βλέπουν μόνο μετοχές, όχι πρόσωπα.
Νερό, λέει, είναι το πιο πολύτιμο αγαθό. Μα, ακριβώς επειδή είναι πολύτιμο, δεν του ανήκει κανείς. Το νερό δεν είναι πολυτελής σαμπάνια για το χρηματιστήριο, είναι δάκρυ του κόσμου. Πηγή ζωής, ανάσα για την κατσαρίδα και το παιδί, το αγριολούλουδο και τον ποιητή. Δεν μπορείς να πουλάς κάτι που δεν δημιούργησες, μόνο και μόνο επειδή έχεις το σωστό κοστούμι και τη λάθος ψυχή.
Και τι είναι κοινωνική ευθύνη, κύριε Brabeck; Να δημιουργείς κέρδος για να δίνεις δουλειές; Ή να δημιουργείς κόσμους όπου ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να επιλέγει ανάμεσα σε δίψα και αξιοπρέπεια; Η εργασία δεν είναι ευλογία όταν χτίζεται πάνω στην εκμετάλλευση των φυσικών δικαιωμάτων. Είναι εργασία σκλάβου, το λέει κι η Ιστορία.
Ο Άνθρωπος δεν θα αγοράσει ποτέ τη βρύση του Θεού. Θα γεμίσει τα χέρια του από στάλες βροχής και θα τις δώσει στο παιδί που δεν έχει. Και θα τραγουδήσει, πεισματικά, για μια κοινωνία που θα κρίνει την πρόοδό της όχι από τα κέρδη των λίγων αλλά από το πόσο νερό φτάνει στα χείλη των αόρατων.
Ο υπάνθρωπος; αναρωτιέμαι...
Γιατί:
Το νερό δεν είναι προϊόν, είναι ανάμνηση από τότε που ο άνθρωπος ήταν ακόμα παιδί.
Mr Post Fluxus

19 Μαΐου / Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων


19 Μαΐου / Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων

Η 19η Μαΐου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία. Είναι μνήμη. Είναι πληγή που ακόμα πονά. Είναι το πένθος για τις 353.000 ψυχές που εξοντώθηκαν ανελέητα. Είναι η φωνή αυτών που χάθηκαν χωρίς τάφο, χωρίς δικαίωση. Είναι όμως και η αντοχή αυτών που επιβίωσαν, που ξεριζώθηκαν και έσπειραν ξανά τις ρίζες τους στην Ελλάδα.
Από το 1914 έως το 1923, στον Πόντο του Εύξεινου Πόντου, συντελέστηκε μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας. Ο διωγμός, η πείνα, οι πορείες θανάτου, οι μαζικές εκτελέσεις και η καταστροφή χωριών και πολιτισμού είχαν έναν σκοπό, την εξόντωση του ποντιακού ελληνισμού από τη γη των προγόνων του.
Αυτή η γενοκτονία δεν είναι μόνο υπόθεση των Ποντίων. Είναι μια ιστορική αλήθεια που αφορά όλη την ανθρωπότητα. Όταν η ιστορία ξεχνιέται, τότε επαναλαμβάνεται. Γι' αυτό και η μνήμη δεν είναι πράξη παρελθοντική, είναι αντίσταση, είναι ευθύνη.
Η ποντιακή ταυτότητα δεν χάθηκε. Μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά, μέσα από τα τραγούδια, τις λύρες, τις λέξεις, τις προσευχές, τις γιορτές και τους αγώνες. Από τον ξεριζωμό γεννήθηκε η αναγέννηση. Ο Πόντος μπορεί να είναι σήμερα μακριά, αλλά ζει μέσα σε κάθε απόγονο, σε κάθε άνθρωπο που τιμά τη μνήμη και απαιτεί δικαίωση.
Σήμερα, δεν θυμόμαστε απλώς. Υψώνουμε τη φωνή. Τιμούμε, αναγνωρίζουμε, διεκδικούμε. Για την Ιστορία. Για τη Δικαιοσύνη. Για να μη συμβεί ποτέ ξανά.
Αιωνία η μνήμη των θυμάτων. Ζωντανή η φλόγα της Μνήμης.

Φιέστα πάνω στα ερείπια


Φιέστα πάνω στα ερείπια

Όσο πέφτουν τα φώτα της Eurovision, σηκώνεται η σκόνη από τα χαλάσματα. Τραγούδια, λάμψη, χειροκροτήματα, σημαιάκια, φώτα LED και φωνές από τεχνητά χαμόγελα. Μια Ευρώπη που διασκεδάζει την ώρα που παιδιά ουρλιάζουν κάτω από τσιμέντα και ακρωτηριασμένα σώματα ψάχνουν ανάσα στα ερείπια της Γάζας. Για άλλη μια φορά, ένα θέαμα λειτουργεί ως κουρτίνα. Όχι για να φωτίσει, αλλά για να κρύψει.

Στη σκηνή ανεβαίνει κράτος που εφαρμόζει με συνέπεια γενοκτονικές πολιτικές απέναντι σε έναν λαό που διεκδικεί το αυτονόητο: τη ζωή του. Εκατοντάδες νεκροί άμαχοι, χιλιάδες τραυματίες, ασφυξία, πείνα, διωγμός. Και την ίδια ώρα, μέσα από πανάκριβες σκηνοθεσίες και κραυγές του τίποτα, η νομιμοποίηση. Η ανοχή. Η συγκάλυψη.

Όσοι χειροκροτούν αυτό το πανηγύρι της λήθης, όσοι βαφτίζουν «ουδετερότητα» την επιλεκτική ευαισθησία, είναι συνένοχοι. Η τέχνη δεν είναι άλλοθι. Η μουσική δεν είναι πλυντήριο εγκλημάτων. Η ψυχαγωγία δεν είναι άλλοθι για να θάβονται φωνές κάτω από τα χαλάσματα.

Δεν μπορεί να υπάρξει χαρά όταν ο κόσμος φλέγεται. Δεν υπάρχει κουλτούρα σε μια ήπειρο που ανέχεται τον θάνατο και τιμά τη βαρβαρότητα. Δεν μπορείς να τραγουδάς για την αγάπη, όταν χρηματοδοτείς τον όλεθρο.

Σε κάθε γωνιά αυτού του κόσμου, η καταστολή εντείνεται. Οι φτωχοί εξαφανίζονται από το κάδρο. Οι μετανάστες γίνονται "βάρος". Οι διαδηλώσεις πνίγονται στα χημικά. Ο ρατσισμός κανονικοποιείται, ο φασισμός σηκώνει ξανά κεφάλι. Οι ελεύθεροι χώροι εξαφανίζονται. Το μέλλον γίνεται πολυτέλεια.

Κι όμως, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που παλεύουν. Σε γειτονιές, σε καταλήψεις, σε σωματεία, σε σχολεία, στους δρόμους. Υπάρχει ακόμα ζωή έξω από τις οθόνες. Υπάρχουν σώματα που χορεύουν ενάντια στο φόβο. Υπάρχουν λέξεις που κόβουν πιο βαθιά από σφαίρες. Υπάρχει αγώνας. Υπάρχει ελπίδα.

Η αντίσταση είναι στάση ζωής. Όταν ο κόσμος γίνεται θέαμα, η αλήθεια επιβιώνει μόνο στους δρόμους.

Mr Post Fluxus

Το ελληνικό φως στη ζωγραφική


Το ελληνικό φως στη ζωγραφική

Το ελληνικό φως δεν είναι απλώς μια φυσική συνθήκη, είναι ένα υπαρξιακό στοιχείο. Είναι το φως που διαπερνά την ύλη, που αποκαλύπτει την αλήθεια των πραγμάτων χωρίς να την κραυγάζει. Είναι το φως που σμιλεύει τους όγκους των Κυκλάδων, καθρεφτίζεται στα γαλανά του Αιγαίου και χαϊδεύει τις πέτρινες γωνιές ενός χωριού της Ηπείρου. Στη ζωγραφική, το ελληνικό φως γίνεται ύλη, ιδέα και συναίσθημα ταυτόχρονα.

Από τις βυζαντινές τοιχογραφίες μέχρι τη σύγχρονη εικαστική δημιουργία, το φως δεν απεικονίζεται απλώς, λειτουργεί ως φορέας του πνεύματος. Στον Θεόφιλο, γίνεται φως λαϊκό, άμεσο, φωτίζοντας μνήμες και μορφές με τρόπο ανεπιτήδευτο. Στον Παρθένη, γίνεται φως μεταφυσικό, που διαχέεται με λεπτότητα μέσα από τα σύμβολα. Στον Τσαρούχη, αποκτά θεατρικότητα, λούζει πρόσωπα και αντικείμενα με μια δωρική καθαρότητα. Στους σύγχρονους καλλιτέχνες, το φως αναζητείται άλλοτε ως μνήμη και άλλοτε ως τραύμα.

Το ελληνικό φως δεν είναι μόνο αυτό που βλέπεις, είναι και αυτό που νιώθεις όταν δεν υπάρχει. Είναι η διαύγεια αλλά και η σκιά. Είναι η απουσία του φόντου, όταν το βλέμμα χάνεται στο λευκό. Είναι η παύση μέσα στο χρώμα. Είναι ο ρυθμός της θάλασσας το μεσημέρι, η σιωπή του απογεύματος, το αλάτι που μένει στο χέρι όταν ζωγραφίζεις απέναντι από το πέλαγος.

Για τον Έλληνα ζωγράφο, το φως δεν είναι τεχνική, είναι πατρίδα. Και η ζωγραφική γίνεται ένας τρόπος επιστροφής σε αυτή.

Και κάπου εκεί κι εγώ στέκομαι.
Μέσα στο φως που δεν μου ανήκει, αλλά με αφορά. Στο δημόσιο χώρο, εκεί όπου όλα κρίνονται, εκτίθενται, δοκιμάζονται. Πίσω μου η σημαία. Το σύμβολο. Το πανί. Το φορτίο. Αυτό που άλλοτε μας ενώνει κι άλλοτε μας χωρίζει σαν λεπίδα.

Στέκομαι χωρίς βεβαιότητες. Ούτε για το φως, ούτε για το χρώμα, ούτε για την Ιστορία. Μόνο για το δικαίωμα να στέκομαι. Να βλέπω το φως να πέφτει πάνω της και να αναρωτιέμαι. Ποιον φωτίζει; Ποιον τυφλώνει;

Η ζωγραφική μου γίνεται τόπος διαλόγου, όχι απόφασης. Ανάμεσα στο φως και τη σκιά. Ανάμεσα στο "εμείς" και το "εγώ". Ανάμεσα στο σύμβολο και στον άνθρωπο.

Αν το φως είναι η αλήθεια, τότε ίσως η σημαία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας καμβάς που περιμένει να ξαναζωγραφιστεί με τα μάτια ανοιχτά.

Πατρίδα μου όπου αγάπησα


Πατρίδα μου όπου αγάπησα

Πατρίδα μου, όπου αγάπησα κι όχι όπου γεννήθηκα.
Όπου πλήγωσα και συγχώρεσα. Όπου γονάτισα μπροστά στην ομορφιά και σηκώθηκα με το βάρος της ευθύνης.

Δεν ζωγραφίζω σύνορα. Δεν τραγουδώ ύμνους. Δεν κουβαλάω λάβαρα. Κρατάω μόνο ένα μολύβι κι ένα κομμάτι φως. Σκιτσάρω δρόμους που οδηγούν σε πλατείες, και πλατείες που γεμίζουν φωνές. Εκεί είναι η πατρίδα μου. Εκεί όπου το εμείς χωράει διαφωνίες, κι η αγάπη δεν φοβάται το σκοτάδι.

Δεν με νοιάζει η πατρίδα των λογότυπων. Δεν με συγκινεί η πατρίδα των εκφωνήσεων. Η δική μου πατρίδα έχει πρόσωπα. Έχει ιδρώτα, φιλίες, αναμνήσεις, έχει έναν πατέρα που έφυγε νωρίς κι ένα παιδί που ζωγραφίζει ήλιους στο πάτωμα.

Πατρίδα μου, εκεί που στάθηκα με τους φίλους μου κάτω από ένα φθαρμένο πανό που έγραφε “Οξυγόνο”. Εκεί που δάκρυσα στις ράγες της απώλειας και είπα, «Αρκετά με το φόβο».

Δεν ζωγραφίζω με ελπίδα. Ζωγραφίζω με ανάγκη. Αν η τέχνη δεν πονάει, δεν είναι πατρίδα. Αν δεν αφήνει χώρο για τον Άλλον, δεν είναι δική μου.

Πατρίδα μου, όπου αγάπησα, κι όπου μπορώ να ξανά αγαπήσω. Αρκεί να αφήσω χώρο. Αρκεί να μη ξεχάσω. Αρκεί να μη φοβηθώ το επόμενο χρώμα, καμωμένο από χώμα και θάλασσα, ήλιο και το λευκό του φεγγαριού.

Mr Post Fluxus

Η τέχνη τρομάζει


Η τέχνη τρομάζει αυτούς που έχουν την εξουσία επειδή δεν μπορούν να την ελέγξουν πλήρως. Η τέχνη, στην ουσία της, είναι ελευθερία, λόγος, εικόνα, ήχος, σώμα, συναίσθημα. Δεν υπακούει σε διατάγματα, δεν προσαρμόζεται εύκολα σε μηχανισμούς πειθαρχίας. Μιλά εκεί που απαγορεύεται να μιλάς. Θυμίζει, καταγγέλλει, αποκαλύπτει, σαρκάζει. Η τέχνη έχει την ικανότητα να γεννά ερωτήματα, να ενεργοποιεί συνειδήσεις, να προκαλεί συγκίνηση και δράση. Και αυτό είναι επικίνδυνο για κάθε μορφή εξουσίας που βασίζεται στη σιωπή, τον φόβο ή την αδράνεια.


Η εξουσία, όταν είναι αυταρχική, φοβάται την τέχνη γιατί, δεν μπορεί να την προβλέψει. Δεν ανήκει σε κανένα κόμμα ή ιδεολογία, μπορεί να σε στηρίξει, αλλά και να σε καταστρέψει. Μπορεί να ενώσει διαφορετικές κοινωνικές ομάδες σε κοινό αίσθημα ή εξέγερση. Μετατρέπει το αόρατο σε ορατό, κάνει το αίσθημα πολιτική πράξη. Λειτουργεί ως αρχείο μνήμης και αντίστασης, εκεί που η εξουσία επιδιώκει λήθη και υποταγή.

Η τέχνη είναι δύναμη, όχι εξουσία, αλλά μια βαθύτερη, υπαρξιακή δύναμη που μπορεί να αποδομήσει την εξουσία.
Όπου καταπιέζεται η τέχνη, υπάρχει φόβος, φόβος για την αλήθεια, για το ανθρώπινο βλέμμα που δεν χειραγωγείται.
Η ύπαρξη ελεύθερης τέχνης είναι δείκτης δημοκρατίας. Όσο περισσότερο επιτρέπεται να αμφισβητεί, να προκαλεί και να εξερευνά, τόσο πιο υγιής είναι μια κοινωνία.
Η τέχνη είναι φωνή αυτών που δεν έχουν φωνή και αυτός είναι ο μεγαλύτερος της ρόλος, να εκπροσωπεί χωρίς να ζητά άδεια.

Mr Post Fluxus

Εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο.

Στον Χοσέ Μουχίκα / στον φτωχότερο πρόεδρο του κόσμου


Mr Post Fluxus σχολιάζει: Στον Χοσέ Μουχίκα / στον φτωχότερο πρόεδρο του κόσμου

Κάποιοι φεύγουν αθόρυβα. Μα αφήνουν πίσω τους ήχους, τους κραδασμούς, την ουσία. Ο Πέπε Μουχίκα έζησε όπως δεν τολμούν να ζήσουν οι περισσότεροι που κρατούν εξουσίες, χωρίς πολυτέλεια, χωρίς φόβο, χωρίς να ξεχάσει ποτέ από πού ήρθε.
Δεν χρειάζεται να έχεις γραβάτα για να σ’ ακούει ο λαός.

Χρειάζεται να κουβαλάς την αλήθεια στα μάτια σου. Ο Μουχίκα την κουβαλούσε, μαζί με τα σημάδια των βασανιστηρίων του, τα 13 χρόνια του στο σκοτάδι των κελιών, και το χαμόγελο του ανθρώπου που επέλεξε την αγάπη αντί για την εκδίκηση.
Πόσοι σήμερα, στις μεγαλουπόλεις του κόσμου, πνιγμένοι στην πολυκατοικία, το άγχος, την ανεργία, το φακέλωμα, μπορούν να σηκώσουν το βλέμμα και να πουν, «Είμαι ελεύθερος»; Η κοινωνία μας υπόσχεται δημοκρατία και μας δίνει QR codes. Μιλά για πρόοδο και γεννά πολέμους. Μιλά για μέλλον και μας ταΐζει αλγόριθμους.

Αλλά ο Μουχίκα… αυτός ναι, μας κοίταξε στα μάτια και μας είπε, «Όχι στην τυραννία της αγοράς. Όχι στην αδικία. Ναι στην αλληλεγγύη. Ναι στη ζωή όπως της αξίζει, με απλότητα, με ανθρωπιά, με νόημα.» Έδωσε τον μισθό του στους φτωχούς, έδωσε το λόγο του στους αόρατους. Δεν ήταν άγιος, ήταν άνθρωπος. Και το πιο ριζοσπαστικό πράγμα στον αιώνα μας είναι να παραμένεις άνθρωπος. Σε έναν κόσμο που έχει κάνει τη σκληρότητα μόδα και την απανθρωπιά θεσμικό κανόνα, το να είσαι ευάλωτος είναι πράξη αντίστασης.

Το να νοιάζεσαι είναι αντεπίθεση. Αυτό μας έμαθε ο Πέπε. Αυτό θυμάμαι τώρα, που φεύγει για τις γειτονιές των αστεριών.
Αν δεν ζήσεις για τους άλλους, θα σε καταπιεί ο εαυτός σου. Ο αγώνας δεν τελειώνει. Οι ιδέες δεν πεθαίνουν. Και εκείνοι που αγάπησαν τον άνθρωπο χωρίς να τον εξαγοράσουν, ζουν για πάντα στους δρόμους, στους στίχους, στα έργα, στις πλατείες.
Αθάνατος

11 Μαΐου / Ημέρα Μνήμης του Bob Marley


11 Μαΐου / Ημέρα Μνήμης του Bob Marley

Η φωνή της ελευθερίας δεν πεθαίνει ποτέ

Στις 11 Μαΐου 1981, ο κόσμος έχασε μια από τις πιο καθαρές φωνές της ψυχής και της επανάστασης. Ο Bob Marley δεν ήταν απλώς μουσικός. Ήταν σύμβολο. Ήταν φλόγα που έκαιγε στα σοκάκια του Κίνγκστον, στις καρδιές των καταπιεσμένων, στις πλατείες των διαδηλωτών, στις σκέψεις όσων παλεύουν ακόμα για ισότητα, ειρήνη και δικαιοσύνη.

Ο Marley έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 36 ετών, νικημένος από τον καρκίνο, μα έχοντας ήδη προλάβει να μετατρέψει τη reggae σε παγκόσμια γλώσσα. Μια γλώσσα που δεν ζητούσε τίποτα άλλο παρά "One Love", ένα κοινό τραγούδι για όλους, ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, χώρας ή τάξης.

Τα τραγούδια του, όπως το Redemption Song, το Get Up, Stand Up, το No Woman, No Cry, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μουσικά έργα. Είναι μαρτυρίες. Είναι ψίθυροι ελπίδας. Είναι κραυγές αντίστασης. Είναι προσκλήσεις να αγαπήσουμε τον εαυτό μας και τον άλλον. Να σταθούμε όρθιοι. Να μην ξεχνάμε.

Η φωνή του Bob Marley δεν έσβησε. Επαναλαμβάνεται κάθε φορά που κάποιος μιλά για δικαιώματα, κάθε φορά που κάποιος χορεύει για να αντέξει, κάθε φορά που μια κιθάρα ξεκινά να παίζει σε έναν δρόμο, σε μια πλατεία, σε μια κατάληψη, σε μια ψυχή.

Σήμερα, 11 Μαΐου, θυμόμαστε. Όχι μόνο τον καλλιτέχνη, αλλά και τον άνθρωπο που μας έδειξε ότι η μουσική μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Γιατί όπως είπε κι ο ίδιος:
"One good thing about music, when it hits you, you feel no pain."

Rest in power, Bob.
Ο αγώνας συνεχίζεται.

Mr Post Fluxus

Η σκύλα ζει, αλλά δε γέννησε ακόμη το μέλλον


Η σκύλα ζει, αλλά δε γέννησε ακόμη το μέλλον

Δεν είναι παρελθόν. Είναι παρόν με φθαρμένο μακιγιάζ. Κι όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν ότι οι σημαίες είναι απλώς πανιά και τα σύμβολα "ξεπερασμένα", η Ιστορία δεν τους χαρίζεται. Έχει φωνή. Κι όσοι την ακούνε, τρέμουν.

Βλέπω γερανούς στον ουρανό. Στην Ουκρανία, στη Ρωσία, στη Γάζα. Όχι σαν ποιητικό κλισέ, αλλά σαν τις ψυχές εκείνων που μεταφέρουν τη μνήμη. Εκείνων που καμία “πολιτισμένη” κυβέρνηση δεν θα αναφέρει ποτέ στα βελούδινα πάνελ. Γιατί δεν χωρούν στο αφήγημα των «καλών και κακών» που ξεπλένει τους χορηγούς των σφαγών.

Ναι, απαγορεύτηκε η κόκκινη σημαία. Από τους ίδιους που δεν έχουν πρόβλημα με τους σταυρούς του Νατοϊκού θανάτου. Από τους ίδιους που φοράνε γραβάτες με το χρώμα του πολέμου, κι ύστερα κάνουν δηλώσεις "ανθρωπισμού".

Τότε ήταν ο Χίτλερ. Τώρα είναι οι πολυεθνικές, οι ΜΚΟ με τα πέτσινα δάκρυα, οι γραφειοκράτες που δίνουν οδηγίες για το πώς να εξοντώσεις έναν λαό με... νομική ακρίβεια.
Και να σου τα παιδιά – άλλοτε πίσω από συρματοπλέγματα, σήμερα κάτω από τσιμεντένια ερείπια. Ίδιο βλέμμα. Πόνος χωρίς ερμηνεία. Εξαθλίωση σε real time.

Αλλά ας μην τολμήσεις να φωνάξεις. Θα σε πουν ακραίο, ρομαντικό, παρωχημένο.
Και κάπου εδώ, εγώ, ένας γελοιογράφος της πραγματικότητας, ένας καλλιτέχνης με άδειες τσέπες και γεμάτα μάτια, κάθομαι μπροστά στον τοίχο μου και γράφω:

Δεν μας ξεγελούν. Η Αντίσταση δεν ήταν «προϊόν της εποχής». Ήταν ανθρώπινη ανάγκη. Ήταν πράξη αγάπης για τον Άλλο.
Και σήμερα; Υπάρχει ακόμα. Σε κάθε παιδί που αρνείται να φάει βία με το κουτάλι. Σε κάθε γυναίκα που μεγαλώνει το παιδί της με αξιοπρέπεια ανάμεσα σε τανκς και σιγήσεις. Σε κάθε έναν που ζωγραφίζει φως μέσα στον πόλεμο.

Ο κόσμος είναι γεμάτος πληγές. Αλλά και σπόρους. Εμείς επιλέγουμε τι θα ποτίσουμε.

Μην αφήνεις τους νεκρούς να κάνουν περισσότερη φασαρία από τους ζωντανούς. Η ζωή θέλει φωνή.

Mr Post Fluxus

Πόσο κοστίζει η αξιοπρέπεια;


Πόσο κοστίζει η αξιοπρέπεια;

Πήγα στην αγορά των αξιών.
Ρώτησα: «Πόσο κοστίζει η αξιοπρέπεια;»
Ο έμπορος με κοίταξε ξινά: «Αυτή δεν πουλιέται, παιδί μου. Δεν έχει barcode. Δεν έχει ούτε ετικέτα. Είναι ελαττωματική για το σύστημα.» Του χαμογέλασα με κάτι μάτια σπασμένα από οργή και του είπα: «Και τότε πού θα τη βρω; Να την αγοράσω. Να την τυλίξω με κόκκινο πανί και να την κάνω δώρο στους ισχυρούς της γης. Μπας και τους ξελογιάσω. Μπας και ξεχάσουν τα λεφτά, τις μίζες, τις δόξες. Μπας και γίνουν άνθρωποι.» Κι έτσι, περπάτησα γυμνός μέσα στη μητρόπολη. Με ένα πλακάτ στον λαιμό: "Χάθηκε η Αξιοπρέπεια. Όποιος τη βρει, να τη φυλάξει καλά. Δεν αντέχει άλλα βασανιστήρια."

Έψαξα στα εργοστάσια, βρήκα μόνο ρομπότ να δουλεύουν για έναν κομμάτι ξερό ψωμί.. Έψαξα στα κοινοβούλια, βρήκα μόνο κούφιες λέξεις, βαμμένες με τη χλιδή της υποκρισίας. Έψαξα σε πλατείες, βρήκα φωνές, τραύματα, δάκρυα που ξέρουν να λένε «όχι». Εκεί ήταν, σ’ ένα παιδί με σκισμένα παπούτσια που δεν ζήλευε τίποτα. Σε μια γιαγιά που χάριζε τον χρόνο της χωρίς αντάλλαγμα. Σε έναν μετανάστη που σήκωνε πέτρες με τη ραχοκοκαλιά του και δεν έσκυβε. Σ' έναν καλλιτέχνη που έτρωγε φακές αλλά ζωγράφιζε ουρανούς. Εκεί ήταν. Δεν την αγόρασα. Δεν μπορούσα. Την ζήτησα με ταπεινότητα, και μου την έδωσαν.
Με μια προειδοποίηση: "Μη την πας στους ισχυρούς. Αυτοί δεν ξελογιάζονται. Την καίνε." Κι έτσι, αποφάσισα να την κάνω δώρο στους ανίσχυρους. Να τους θυμίσω πως η αξιοπρέπεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ο τρόπος που περπατάς με τα μάτια ψηλά, μέσα στη λάσπη. Κι αν ποτέ ξανασυναντήσω τον έμπορο, θα του πω: «Βάλε την αξιοπρέπεια στη βιτρίνα σου.
Όχι για πούλημα. Για να τη βλέπουν τα παιδιά, να μην ξεχάσουν πώς μοιάζει.»

Mr Post Fluxus

Τι ώρα είναι στην Παλαιστίνη;


Τι ώρα είναι στην Παλαιστίνη;

Τι ώρα είναι άραγε στην Παλαιστίνη;
Εδώ το ρολόι δείχνει “ώρα σιωπής”.
Ο κόσμος αλλάζει κανάλι.
Από τα χαλάσματα στην οθόνη περνά στα ριάλιτι.
Το αίμα δεν πουλάει, αν δεν έχει δράμα, μουσική υπόκρουση και σπόνσορα.
Τα παιδιά κάτω από τα ερείπια δεν έχουν hashtag.
Δεν χωράνε στη θεματολογία.
Η σφαγή βαφτίστηκε επιχείρηση.
Και τα νοσοκομεία λέγονται στόχοι.
Εμείς;
Μαζεύουμε likes στις αναρτήσεις μας για “ειρήνη”.
Γράφουμε “όχι στον πόλεμο” και μετά παραγγέλνουμε.
Αναστενάζουμε, ξεφυσάμε, κι επιστρέφουμε στον καναπέ μας.
Είμαστε η γενιά που έμαθε να βλέπει από μακριά.
Να νιώθει λίγο, να ξεχνάει γρήγορα.
Η Ευρώπη είναι μουγγή.
Η Αμερική κάνει μπίζνες.
Η Ελλάδα φιλάει δαχτυλίδια και αγοράζει ραντάρ.
Μας έπεισαν πως η ζωή είναι ένας διαγωνισμός επιβίωσης.
Και οι νεκροί άλλου λαού είναι "κόστος".
Όλα αριθμοί. Όλα πίνακες. Όλα γραφήματα. Όχι άνθρωποι. Όχι ονόματα. Όχι ιστορίες.
Υπάρχουν βλέμματα που δεν χωράνε σε οθόνες.
Βλέμματα παιδιών που ψάχνουν ανάμεσα στα χαλάσματα.
Φωνές που σπάνε τη σιωπή, φωνές μανάδων που κρατούν φωτογραφίες αντί για σώματα.
Η μυρωδιά του καμένου σχολείου δεν ξεπλένεται με δηλώσεις.
Η σκόνη πάνω στα σάβανα δεν είναι παρελθόν, είναι παρόν.
Η αλήθεια δεν βρίσκεται στα δελτία.
Δεν μετριέται με pixels, ούτε ξεπλένεται με ανακοινώσεις.
Η Παλαιστίνη δεν είναι μακριά, είναι εδώ.

Η σκόνη από τα ερείπια δεν σηκώνεται μόνο στη Γάζα.
Κι εδώ, στο νότο της Ευρώπης, κάτω από το φως που δεν φωτίζει πια, η ζωή μαραίνεται αθόρυβα.
Μισθοί ψίχουλα, σχολεία ρημαγμένα,
νοσοκομεία με ουρές και συγγνώμες αντί για θεραπείες.
Παιδιά που λιποθυμούν από πείνα, γηροκομεία χωρίς γιατρούς,
σπίτια χωρίς ρεύμα.
Κι εμείς, με φωνή χαμηλωμένη, παρακολουθούμε τα πάντα από απόσταση ασφαλείας.
Η Ελλάδα δεν βομβαρδίζεται με πυραύλους.
Βομβαρδίζεται με χρέος, με προπαγάνδα, με φόβο.
Μας πετάνε, μερικές “αναπτυξιακές ευκαιρίες” και προγράμματα ΕΣΠΑ για να σωπάσουμε.
Μας έμαθαν να μην αντιδρούμε, να προσαρμοζόμαστε.
Μας θέλουν υποταγμένους.
Μας θέλουν να χειροκροτούμε τα εγκλήματα των ισχυρών.
Να δεχόμαστε το άδικο σαν “αναγκαίο κακό”.
Μας έκαναν θεατές της ίδιας μας της καταστροφής.
Η Παλαιστίνη είναι το κάτοπτρο, που βλέπουμε κι εμάς.
Όταν μια γενοκτονία παρουσιάζεται ως αυτοάμυνα, και η φτώχεια ως μοίρα, τότε το ψέμα δεν είναι απλώς λόγος.
Είναι σύστημα.

Δεν είναι μακριά η Παλαιστίνη.
Είναι "εκεί". Είναι κι εδώ, είναι σε κάθε μορφή καταπίεσης, είναι στην πλατεία που δεν τολμάμε να διαδηλώσουμε, στο στόμα που φοβάται να μιλήσει, στο παιδί που πηγαίνει νηστικό στο σχολείο.
Δεν είμαστε όλοι Παλαιστίνιοι.
Αλλά θα έπρεπε να νιώθουμε σαν να είμαστε.
Γιατί είμαστε όλοι στο στόχαστρο, με άλλο όπλο στον κρόταφο, με άλλη καταστολή,
μα με την ίδια σιωπή να μας πνίγει.

Mr Post Fluxus