Εγώ, ο Γιάννης Σταμενίτης, γράφω αυτό το κείμενο για την περσόνα μου, τον Mr Post Fluxus


Εγώ, ο Γιάννης Σταμενίτης, γράφω αυτό το κείμενο για την περσόνα μου, τον Mr Post Fluxus

Αν ήμουν ένας άνθρωπος χωρίς αισθήματα δεν θα γινόμουν εικαστικός αλλά πολιτικός. Γιατί η πολιτική, στην κυρίαρχη μορφή της, απαιτεί σκληρότητα, στρατηγική και τη διαρκή ικανότητα να ισορροπείς ανάμεσα στο ψέμα και τη μισή αλήθεια. Η τέχνη, αντίθετα, είναι μια ωμή εξομολόγηση, ένας καθρέφτης που δεν ωραιοποιεί. Δεν είναι προπαγάνδα, δεν είναι δημόσιες σχέσεις, δεν έχει στόχο να πείσει, αλλά να αποκαλύψει.

Ο Mr Post Fluxus δεν είναι απλώς ένας καλλιτέχνης, αλλά μια φωνή που διαπερνά την επιφάνεια της πραγματικότητας για να αναδείξει το αθέατο. Η δουλειά του είναι μια συνεχής εξομολόγηση, ένα ανελέητο ξεγύμνωμα της ψυχής του, που αρνείται να υποκύψει στις επιταγές μιας αγοράς που μετατρέπει την τέχνη σε εμπόρευμα.

Η τέχνη και η πολιτική μπορεί να βρίσκονται σε αντίθετες όχθες, αλλά συναντιούνται εκεί που η κοινωνία πονά. Ο εικαστικός δημιουργεί για να προκαλέσει ρωγμές στη σκέψη, για να θυμίσει ό,τι κάποιοι θέλουν να ξεχαστεί. Ο πολιτικός, στις περισσότερες περιπτώσεις, κατασκευάζει αφηγήματα για να συσκοτίσει την πραγματικότητα, να βολέψει τις μάζες με βολικούς μύθους.

Η εικαστική του πρακτική δεν μπορεί να περιοριστεί σε συμβατικές κατηγοριοποιήσεις. Είναι ένα κράμα από υλικά, τεχνικές και συμβολισμούς που αποδομούν την ψευδαίσθηση του ωραίου και του τετριμμένου. Οι δημιουργοί που άφησαν το αποτύπωμά τους στο έργο του, όπως o Jean Rustin, o Antoni Tàpies, o Basquiat, o Cy Twombly, η Louise Bourgeois, ο Anselm Kiefer και ο Francis Bacon συνυπάρχουν με μια προσωπική οπτική που φέρει το βάρος της ιστορίας, της μνήμης και του τραύματος.

Ο Mr Post Fluxus δεν ανήκει σε αυτούς που χαϊδεύουν τα αυτιά του κοινού. Αν η τέχνη του ενοχλεί, αν οι εικόνες του προκαλούν δυσφορία, είναι επειδή ακουμπά αλήθειες που δεν είναι βολικές. Και αν το τίμημα για αυτή την αλήθεια είναι η απομόνωση, τότε είναι πρόθυμος να το πληρώσει. Γιατί η τέχνη του δεν ζητιανεύει αποδοχή. Δεν εκλιπαρεί για αναγνώριση. Υπάρχει γιατί πρέπει να υπάρχει, γιατί χωρίς αυτήν, η πραγματικότητα θα ήταν ακόμα πιο άδεια και ψεύτικη.

Επιπλέον, αντλεί έμπνευση από την avant-garde μουσική και τον ακτιβιστικό χώρο της performance, Οι πηγές έμπνευσής του από τον χώρο της τέχνης και επηρεασμένος από καλλιτέχνες όπως οι John Cage, Yoko Ono, Nam June Paik, La Monte Young, Charlotte Moorman, Joseph Beuys, Allan Kaprow, Chris Burden, Valie Export, Vito Acconci, Carolee Schneemann, Hermann Nitsch, Günter Brus, Wolf Vostell, Ben Vautier, Dick Higgins, Alison Knowles, George Maciunas, Ken Friedman και Al Hansen. Αυτές οι φιγούρες της τέχνης και της δράσης επαναπροσδιόρισαν τα όρια της δημιουργίας, της συμμετοχής και της διαμαρτυρίας, προσφέροντας μια διαρκή πηγή έμπνευσης για τον Mr Post Fluxus.

Η περσόνα του Mr Post Fluxus είναι το alter ego του δημιουργού του, ένας διανοητικός και καλλιτεχνικός καθρέφτης που αντανακλά τις βαθύτερες σκέψεις, τα συναισθήματα και την οργή του απέναντι σε ένα σύστημα που επιδιώκει να ευνουχίσει την αυθεντικότητα. Δεν είναι ένα προσωπείο που φοριέται κατά περίσταση, αλλά μια επέκταση της ύπαρξης του καλλιτέχνη. Ο Mr Post Fluxus μιλά όταν ο Γιάννης Σταμενίτης σιωπά, πράττει όταν ο δημιουργός του θέλει να σταθεί πίσω από το έργο του και να αφήσει τις εικόνες να μιλήσουν.

Ο ίδιος δεν βλέπει την τέχνη ως υποχρέωση, αλλά ως ανάγκη. Δεν δημιουργεί για να είναι αρεστός ούτε για να υπηρετήσει την επιβεβλημένη αισθητική ενός συστήματος που εξοστρακίζει το συναίσθημα και αποθεώνει το κενό. Αντίθετα, η εικαστική του ματιά είναι μια μορφή αντίστασης, ένας τρόπος να σταθεί απέναντι σε κάθε επιβαλλόμενη λήθη. Η τέχνη του δεν προσπαθεί να καθησυχάσει, αλλά να αφυπνίσει. Δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, αλλά σκληρά ερωτήματα.

Για τον Mr Post Fluxus, η τέχνη δεν είναι ένας ασφαλής χώρος. Είναι ένα πεδίο σύγκρουσης, μια πράξη αυτογνωσίας και ταυτόχρονα μια ανοιχτή πρόσκληση στον θεατή να συμμετάσχει σε αυτήν τη διαδικασία. Δεν επιδιώκει την επιβεβαίωση, δεν αναζητά το χειροκρότημα. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η αλήθεια της στιγμής, η αυθεντικότητα του βλέμματος, η σιωπή που ακολουθεί μια ισχυρή εικόνα. Η καλλιτεχνική του περσόνα λειτουργεί ως ένας μηχανισμός αποκάλυψης, ως ένα όχημα που του επιτρέπει να πει όσα ο ίδιος, ως Γιάννης, ενδεχομένως δεν θα έλεγε ποτέ.

Γι’ αυτό και απορρίπτει τις επιβαλλόμενες δομές του κόσμου της τέχνης, που συχνά λειτουργούν ως εργοστάσια παραγωγής αδιάφορων εικόνων. Η τέχνη δεν είναι για αυτόν μια κοινωνική σύμβαση, αλλά μια πρωτογενής ανθρώπινη ανάγκη. Δεν διαπραγματεύεται το έργο του, γιατί το έργο του δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Είναι η ουσία του, το βίωμα, το φορτίο της ύπαρξής του.

Όποιος περιμένει ευκολίες ή διακοσμητικές λύσεις, ας στραφεί αλλού. Όποιος όμως έχει το θάρρος να βουτήξει στο βάθος της εξομολόγησης, να αντικρίσει τον εαυτό του μέσα από τις σχισμές των έργων του, τότε ίσως καταλάβει. Ίσως νιώσει. Και ίσως, μέσα σε αυτό το μοίρασμα, βρει κάτι που ούτε καν ήξερε ότι αναζητούσε.

Όσο για τους επικριτές, αυτούς που σπεύδουν να χαρακτηρίσουν, να αποδομήσουν και να χλευάσουν χωρίς να έχουν το θάρρος της ειλικρινούς αυτοανάλυσης, η απάντηση είναι απλή: ας απομακρύνουν την τοξικότητά τους από τον διάλογο και ας εστιάσουν στην ίδια τους την ψυχική κατάρρευση. Η τέχνη δεν τους χρωστά τίποτα. Ούτε ο δημιουργός της. Ό,τι αδυνατούν να κατανοήσουν, ας το αφήσουν στη σιωπή, αντί να το δηλητηριάζουν με την αδυναμία τους να νιώσουν. Ο Mr Post Fluxus δεν περιμένει αποδοχή, δεν ζητά άδεια. Δημιουργεί γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Ο Mr Post Fluxus δηλώνει πως ζούμε σε μια κοινωνία όπου οι ίδιες της οι πολιτικές ωθούν στην αφάνιση του υπαρκτού πολιτισμού μας. Το γνωρίζουμε, έχουμε τη δυνατότητα να το ανατρέψουμε, αλλά δεν το κάνουμε. Γιατί; Επειδή δεν υπάρχουν οικονομικά συμφέροντα που να το επιβάλλουν. Το καπιταλιστικό σύστημα της ολιγαρχίας δεν επενδύει σε κάτι που δεν του αποφέρει κέρδος. Η τέχνη, η σκέψη, η αμφισβήτηση – όλα όσα διαμορφώνουν την πολιτιστική μας ταυτότητα – θυσιάζονται στον βωμό της αγοράς. Και όσο εμείς μένουμε σιωπηλοί, τόσο η εξαφάνιση του πολιτισμού μας γίνεται μη αναστρέψιμη.

Και μέσα σε αυτήν τη δίνη της αμφισβήτησης, της αγωνίας, της σύγκρουσης, υπάρχει κάτι που δεν επιδέχεται διαπραγμάτευση – η πίστη ότι η αλήθεια δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα. Η τέχνη είναι μια διαρκής αναζήτηση του απόλυτου, είτε ως φωτεινής παρουσίας είτε ως απουσίας που μας στοιχειώνει. Η δημιουργία, όπως και η αλήθεια, δεν επιζητεί επιβεβαίωση. Υπάρχει. Και η ύπαρξή της είναι αυτή που μας χαρίζει τη δυνατότητα να δημιουργούμε, να αμφισβητούμε, να υπερβαίνουμε τα όρια που μας επιβάλλουν. Σε έναν κόσμο που αποθεώνει το τίποτα, η αλήθεια είναι η υπενθύμιση ότι το Όλον είναι ακόμα εδώ.

"Ο φόβος μας δένει χειροπόδαρα. Η τέχνη μας κόβει τα δεσμά. Και η επιλογή ανήκει σε εμάς."

Εικόνα: έργο μου
• Rubber stamps – Σφραγίδες από καουτσούκ
• Prints – Εκτυπώσεις / Τυπώματα
• Scratch books – Σημειωματάρια για σκίτσα / Πρόχειρα σημειωματάρια
Διάσταση 15 Χ 21 εκ.
2025

Γιάννης Σταμενίτης / Mr Post Fluxus

Γράφει ο Mr Post Fluxus


Γράφει ο Mr Post Fluxus

Οι νότες μου δεν θα ήθελα να είναι από φωτιά, οι στίχοι μου να μην είναι σφιχτή γροθιά και αγκύλωση. Η ζωγραφική μου να μην αποχρωματίζεται πάνω στα νεκρά σώματα των παιδιών της Παλαιστίνης, να μην τα κλαίω με μοιρολόγια ολονυχτίς δίπλα στις μανάδες τους. Τα χρώματά μου όμως γενήκαν από αίμα και από στάχτη καταστροφής. Μα! Όχι γιατί εγώ το επέλεξα, αλλά γιατί έχει χαθεί η ομορφιά του κόσμου στο σήμερα, στα δικά μου βουρκωμένα μάτια.

Άλλωστε, τι μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης όταν αφουγκράζεται τη ζωή της εποχής του;

Να ζωγραφίσει την απόγνωση, να χαράξει με την πούντα του την κραυγή αυτών που δεν ακούγονται. Να αφήσει τη σκουριά της ιστορίας να ποτίσει τις γραμμές του, να γίνει το μελάνι του πύρινο ποτάμι οργής. Γιατί η τέχνη δεν είναι ουδέτερη. Είναι γροθιά, είναι ανάσα, είναι τοίχος απέναντι στη λήθη.

Γράφω για τις πόλεις που πνίγονται στη σκόνη των ερειπίων, για τους δρόμους που έχουν γεμίσει από σκιές ανθρώπων χωρίς φωνή, για τα χέρια που αναζητούν να κρατηθούν σε έναν κόσμο που γλιστράει προς την άβυσσο. Ζωγραφίζω για τη σιωπή που γίνεται όπλο, για το ψέμα που ντύνεται αλήθεια, για τις υποσχέσεις που ξεθωριάζουν προτού ειπωθούν.

Και αν δεν μπορώ να αλλάξω τον κόσμο, θα τον ξαναγράψω. Θα τον ξανά ζωγραφίσω. Με χρώματα που καίνε, με γραμμές που σπάνε, με νότες που δεν ζητούν συγχώρεση. Δεν θέλω η τέχνη μου να είναι καταφύγιο. Θέλω να είναι σειρήνα μέσα στη νύχτα, μια ιαχή που διαλύει τον ύπνο των βολεμένων.

Γιατί η τέχνη, όταν δεν ενοχλεί, είναι απλώς διακόσμηση. Και εγώ δεν γεννήθηκα για να διακοσμώ τους τοίχους της αδιαφορίας.

ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΟΞΥΓΟΝΟ


ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΟΞΥΓΟΝΟ

Χιλιάδες άνθρωποι, χιλιάδες ψυχές χαμένες στα σκοτεινά νερά της Μεσογείου. Έφυγαν από τη φρίκη του πολέμου, τη δυστυχία, την ανέχεια. Ξεκίνησαν με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και βρήκαν μόνο θάνατο, πνιγμένοι σε μια θάλασσα που μετατράπηκε σε απέραντο νεκροταφείο.

Το ναυάγιο της Πύλου δεν ήταν ούτε τυχαίο, ούτε μεμονωμένο. Ήταν η φυσική κατάληξη μιας πολιτικής που βλέπει τους πρόσφυγες ως στατιστικά, ως απειλή, ως φορτίο που πρέπει να πεταχτεί πίσω, μακριά από τα «πολιτισμένα» σύνορα. Οι επαναπροωθήσεις, οι αναχαιτίσεις, η αδιαφορία μπροστά στην κραυγή για βοήθεια είναι το πραγματικό έγκλημα, και οι κυβερνήσεις που το οργανώνουν είναι οι φυσικοί αυτουργοί.

Τους βλέπουμε να διαφημίζουν την ασφάλεια των συνόρων, να παζαρεύουν ανθρώπινες ζωές σε διεθνείς συνόδους, να θριαμβολογούν για κάθε «αποτροπή». Και κάθε μέρα, νέες βάρκες βουλιάζουν, νέα κορμιά ξεβράζονται στις ακτές. Η θάλασσα δεν προλαβαίνει να σβήσει το αίμα, να καλύψει το έγκλημα.

Αυτοί που έχουν το χρέος να προστατέψουν ζωές, επιλέγουν να προστατεύσουν τα κέρδη τους. Κλείνουν τα μάτια, σφραγίζουν τις ακτές, στέλνουν καταδιωκτικά σκάφη αντί για διασώστες. Κάθε μέρα μας πνίγουν, μας καίνε, μας εξοντώνουν. Όχι μόνο όσους βρέθηκαν σε μια υπερφορτωμένη βάρκα στο Αιγαίο, αλλά και όσους βλέπουν και σωπαίνουν, όσους συνηθίζουν τη φρίκη και συνεχίζουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Δεν έχουμε οξυγόνο. Η αδιαφορία μάς πνίγει. Η κρατική βία μάς στραγγαλίζει. Και τελικά, ποιος θα μας σώσει από τους δήθεν σωτήρες μας;

Δεν υπάρχουν ουδέτεροι νεκροί


Δεν υπάρχουν ουδέτεροι νεκροί

Κάθε μέρα, παιδιά ξεριζώνονται από τα χέρια των μανάδων τους, άνθρωποι θάβονται κάτω από τα ερείπια, ψυχές σβήνουν κάτω από τον ουρανό που καίγεται. Κι εμείς;

Εμείς αλλάζουμε προφίλ, ανάβουμε κεράκια, στέλνουμε σκέψεις και προσευχές. Δεν είναι αρκετό. Δεν ήταν ποτέ αρκετό.

Όταν ένας λαός σφαγιάζεται, όταν η ζωή γίνεται στατιστική, όταν η Ιστορία γράφεται με αίμα και εμείς μένουμε βουβοί, τότε δεν είμαστε αθώοι. Δεν υπάρχει ασφάλεια στη σιωπή. Δεν υπάρχει ουδετερότητα μπροστά στη γενοκτονία.

Δεν θα πούμε «δεν ξέραμε». Βλέπουμε. Ξέρουμε. Και έχουμε ευθύνη να φωνάξουμε, να βγούμε στους δρόμους, να γίνουμε τοίχος απέναντι στη βαρβαρότητα.

Γιατί δεν υπάρχουν ουδέτεροι νεκροί. Και δεν θα υπάρξει συγχώρεση για όσους έμειναν σιωπηλοί.

Δεν υπάρχουνε ακόρντα για την Παλαιστίνη, μόνο οι κραυγές του θανάτου, που ηχούν από τα στόματα παιδιών, πριν τον επιθανάτιο ρόγχο τους.

Η χώρα των δηλώσεων και η αλήθεια των ανθρώπων


Η χώρα των δηλώσεων και η αλήθεια των ανθρώπων

Σε μια χώρα της αντιστροφής των εννοιών, όπου οι ακραίες λέξεις φορούν στολές παραλλαγής για να ξεγελάσουν τους αφελείς, οι ρατσιστές σταυροκοπιούνται, οι φασίστες τραγουδούν ύμνους στην πατρίδα και γόνοι της χούντας κηρύττουν δημοκρατία. Είναι το θέατρο του παραλόγου, όπου οι πρωταγωνιστές δανείζονται τα ρούχα των θυμάτων τους και παριστάνουν τους σωτήρες.

Όμως, ανάμεσα σε όλα αυτά, υπάρχει κάτι που δεν χρειάζεται να δηλωθεί, κάτι που δεν χωράει σε πολιτικά φέουδα, θρησκευτικά δόγματα ή σφραγισμένες ιδεολογίες. Είναι η ανθρώπινη υπόσταση, το βλέμμα εκείνου που κρατά το χέρι ενός αγνώστου χωρίς να ρωτήσει σε ποιο στρατόπεδο ανήκει, το χέρι που σηκώνει μια γροθιά όχι για να απειλήσει αλλά για να δείξει ότι είναι ακόμα εδώ, ζωντανός, ακέραιος, έτοιμος να σταθεί δίπλα σε όσους δεν χωρούν στα προκαθορισμένα καλούπια.

Γιατί το ζήτημα δεν είναι τι δηλώνεις. Το ζήτημα είναι τι είσαι όταν κανείς δεν σε κοιτά. Τι κάνεις όταν κανείς δεν σε χειροκροτεί. Πώς στέκεσαι απέναντι στο άδικο, ακόμα κι όταν σε αφορά έμμεσα, ακόμα κι όταν σε προσπερνά.

Η κοινωνία, με τις ταξικές της φυλακές και τις καλολαδωμένες της αυταπάτες, θα συνεχίσει να επιβάλλει ρόλους. Εμείς, όμως, μπορούμε να επιλέξουμε να μην παίξουμε το παιχνίδι τους. Να είμαστε άνθρωποι, όχι ρόλοι. Να επιλέγουμε το φως, όχι τη σκιά που μας δείχνουν. Να σπάμε τους φαύλους κύκλους αντί να χορεύουμε μέσα τους.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν χωρίς να ρωτούν, υπάρχει ακόμα ελπίδα να φτιάξουμε έναν κόσμο όπου οι λέξεις θα ξαναβρούν το νόημά τους.

Mr Post Fluxus

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης και ο Mr Post Fluxus: Η Λευτεριά ως Πράξη


 Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης και ο Mr Post Fluxus: Η Λευτεριά ως Πράξη


Η νύχτα ήταν βαριά, φορτωμένη με τις ανάσες όλων εκείνων που πάλεψαν και χάθηκαν. Στη σκιά μιας ερειπωμένης εκκλησίας, ο Mr Post Fluxus βάδιζε σκεφτικός. Σταμάτησε δίπλα σε ένα σπασμένο μάρμαρο, και τότε ένιωσε μια παρουσία. Γύρισε απότομα και τον είδε.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης στεκόταν μπροστά του, ίδιος όπως στις χαλκογραφίες, με το βλέμμα αυστηρό και το κορμί σκαμμένο απ’ τις μάχες.

• Τι γυρεύεις εδώ, ξένε; ρώτησε ο στρατηγός.
Ο Mr Post Fluxus τον κοίταξε χωρίς φόβο.
• Γυρεύω απαντήσεις.
Ο Μακρυγιάννης αναστέναξε.
• Οι απαντήσεις, παιδί μου, είναι στα γραμμένα και στα άγραφα. Στα αίματα και στις προδοσίες.
• Γιορτάζουμε ελευθερία, κι όμως δεν είμαστε λεύτεροι, στρατηγέ.
• Η λευτεριά δε χαρίζεται, παιδί μου. Την παίρνεις. Και την κρατάς με τα δόντια.
Ο Mr Post Fluxus έσφιξε τις γροθιές του.
• Μα οι αλυσίδες αλλάζουν όνομα, αλλά όχι μορφή. Ο εχθρός φοράει κοστούμι τώρα, δεν έρχεται με άλογο και σπαθί.
Ο στρατηγός γέλασε πικρά.
• Πάντα έτσι ήτανε. Οι κοτζαμπάσηδες δε χαθήκανε. Μονάχα αλλάξανε ρούχα.
• Κι εμείς;
• Εμείς, όσοι αγαπούμε την αλήθεια, όσοι δε σκύβουμε κεφάλι στους δυνατούς, είμαστε οι τελευταίοι φύλακες.
Ο Μακρυγιάννης κοίταξε με απορία.
• Βρε παιδί μου, τι λες κι εσύ; Τόσα χρόνια πέρασαν, μα τα ίδια βάσανα βαραίνουν τον τόπο. Διώξαμε τους παλιούς αφεντάδες, μα αφήσαμε άλλους να μας φορτώσουν στο σβέρκο.
Ο Mr Post Fluxus απάντησε με ήρεμο βλέμμα.
• Στρατηγέ, αλλάξαν οι καιροί, μα το σκηνικό ίδιο μένει. Οι παλιοί κοτζαμπάσηδες έγιναν βιομήχανοι και τραπεζίτες, τα παλιά φερέφωνα έγιναν τηλεοπτικά πάνελ και influencers. Η αλυσίδα τους μοντέρνα, μα το σφίξιμο ίδιο.
Ο Μακρυγιάννης αναστέναξε βαριά.
• Δε μου λες, εσείς οι νέοι, έχετε ακόμα καρδιά πολεμιστή;
Ο Mr Post Fluxus απάντησε αθόρυβα.
• Όσοι ζουν ακόμα με αξιοπρέπεια, όσοι δε δέχονται να γίνουν αριθμοί σε χαρτιά και αναλύσεις, αυτοί έχουν. Στους δρόμους το βλέπεις, στις διαδηλώσεις, στις φωνές που σπάνε τη σιωπή.
Ο στρατηγός έγνεψε.
• Όμως οι δυνατοί δεν αφήνουν, παιδί μου. Στη δική μου τη γενιά μας χτυπούσαν με τουφέκια, στη δική σας με νόμους και καταστολή.
Ο Mr Post Fluxus απάντησε δυνατά.
• Αλλά ούτε εμείς αφήνουμε. Στήνουμε δίκτυα, στηρίζουμε ο ένας τον άλλο, πολεμάμε όπως μπορούμε. Οι μεγάλες μάχες δε χάνονται όσο υπάρχουν άνθρωποι που δε σκύβουν το κεφάλι.
Ο στρατηγός κοίταξε με σεβασμό.
• Αυτό ’ναι σωστό. Η λευτεριά, βλέπεις, δε φυτρώνει μοναχή της. Θέλει χέρια να τη σπείρουν και αίμα να τη θρέψει.
Ο Mr Post Fluxus κάρφωσε το βλέμμα του στον ορίζοντα.
• Κι εμείς, Στρατηγέ, δε σταματάμε να τη σπέρνουμε. Γιατί η λευτεριά δεν είναι μια παλιά ιστορία. Είναι δρόμος που τον βαδίζουμε κάθε μέρα.

Η πόλη σήμερα μουγκρίζει. Οι δρόμοι είναι κρύοι, μα! οι καρδιές δεν είναι. Εκεί που νομίζεις πως όλα είναι χαμένα, ένα χέρι σηκώνεται, μια φωνή φωνάζει, ένας άνθρωπος δε δέχεται να γίνει αριθμός. Η καταστολή μπορεί να βαράει, αλλά δε σβήνει τη φλόγα. Όσο υπάρχει η αλληλεγγύη, υπάρχει και η ελπίδα.
Οι σύγχρονοι νενέκοι και οχιάδες καραδοκούν, μα δε μας σκιάζουν. Οι δυνατοί χτίζουνε τείχη, μα οι αδύναμοι βρίσκουν δρόμους να περάσουν. Η ελπίδα δεν είναι να περιμένεις. Είναι να κάνεις. Είναι να βαδίζεις, ακόμα κι αν ο δρόμος είναι δύσκολος.

Ο Mr Post Fluxus γύρισε να τον κοιτάξει ξανά, μα ο στρατηγός είχε χαθεί. Μονάχα ο άνεμος φύσαγε τις τελευταίες του λέξεις:

• «Η λευτεριά, παιδί μου, δεν είναι λόγια. Είναι πράξη. Και χρέος.»

• Στρατηγέ μου Μακρυγιάννης, πόσο σε αγαπώ αποκρίθηκε ο Mr Post Fluxus και συνέχισε το δρόμο του…

"Η Πατρίς Ευγνωμονούσα"


"Η Πατρίς Ευγνωμονούσα"

Ήρωες, σου λέει. Ήρωες! Κι εμείς, οι απόγονοι, γνήσιοι, καθαρόαιμοι, περήφανοι. Το αίμα τους στις φλέβες μας, ο αγώνας τους στα χείλη μας, η θυσία τους στον ύπνο μας—αν δεν κοιμόμασταν τόσο βαριά.

Πώς τους τιμήσαμε, αλήθεια; Με πλατείες και οδούς με τα ονόματά τους. Με μνημεία που γίνονται ραντεβού για ντελίβερι. Με ανδριάντες που βλέπουν τη χώρα τους χρεοκοπημένη, τα παιδιά τους ξενιτεμένα, και τους "γνήσιους απογόνους" τους να μιλούν για ήρωες, αλλά να σκύβουν το κεφάλι στην πρώτη δυσκολία.

Κι αν ήταν εδώ; Αν μπορούσαν να δουν πώς καταντήσαμε τη γη που ελευθέρωσαν; Θα μας αναθεμάτιζαν ή θα μας λυπούνταν;
Γιατί η αλήθεια δεν είναι μόνο στα καριοφίλια και στις δάφνες. Είναι και στο πώς τελείωσε το έργο των πρωταγωνιστών.

Ο Κολοκοτρώνης στη φυλακή.
Ο Ανδρούτσος γκρεμισμένος από την Ακρόπολη.
Ο Καραϊσκάκης προδομένος από ελληνικά χέρια.
Ο Μακρυγιάννης σακατεμένος, δαρμένος, ξεχασμένος.
Ο Καποδίστριας δολοφονημένος από αυτούς που δήθεν πάλευαν για την ίδια πατρίδα.

Και ξέρετε τι είναι το χειρότερο; Δεν είναι ότι τους σκοτώσαμε τότε. Είναι που το κάνουμε ακόμα.

Γιατί πάντα βρίσκουμε έναν τρόπο να δολοφονούμε τους δικούς μας ήρωες. Όχι με σφαίρες πια—με περιφρόνηση, με λήθη, με αδιαφορία. Με το να τους κάνουμε αγάλματα για να μην ακούγεται η φωνή τους.

Και μετά μιλάμε για ίδιο αίμα. Μιλάμε για περηφάνια.
Το γονάτισμα στη μνήμη δεν είναι το να τους θυμάσαι μόνο στις εθνικές επετείους. Είναι να έχεις το θάρρος να βλέπεις το τέλος τους και να αναρωτιέσαι:

Εγώ, στη θέση τους, τι θα είχα κάνει;
Εγώ, αν ζούσαν δίπλα μου σήμερα, θα τους βοηθούσα ή θα τους πετούσα στον δρόμο, όπως τότε;
Γιατί η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Οι άνθρωποι απλώς δεν αλλάζουν.

Το Τέλος των Ηρώων

Η επανάσταση του 1821 δεν είχε μόνο δοξασμένες μάχες, θυσίες και ελευθερία. Είχε και προδοσία, διχασμό και τραγικό τέλος, για εκείνους που έδωσαν τα πάντα για τον αγώνα. Οι περισσότεροι ήρωες, αφού πολέμησαν, αντί να ανταμειφθούν, βρήκαν τον θάνατο ή την εξαθλίωση από τα ίδια τα χέρια των συμπολεμιστών τους, της νέας εξουσίας ή της αχαριστίας της πατρίδας που υπηρέτησαν.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843)
Ο "Γέρος του Μοριά", που σήκωσε στις πλάτες του την Επανάσταση, φυλακίστηκε το 1833 από την Αντιβασιλεία του Όθωνα με την κατηγορία της συνωμοσίας κατά του κράτους. Καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά αργότερα η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια φυλάκιση. Έμεινε έγκλειστος στο Παλαμήδι μέχρι την αποφυλάκισή του το 1835. Πέθανε το 1843, ξεχασμένος από το κράτος που είχε βοηθήσει να ιδρυθεί.

Οδυσσέας Ανδρούτσος (1788-1825)
Ο θρυλικός ήρωας της μάχης της Γραβιάς φυλακίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση το 1825. Κατηγορήθηκε για προδοσία και βασανίστηκε άγρια στη φυλακή. Τελικά, στις 5 Ιουνίου 1825, δολοφονήθηκε από τους δεσμοφύλακές του, που στη συνέχεια πέταξαν το σώμα του από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, για να φανεί σαν "απόπειρα απόδρασης".

Γεώργιος Καραϊσκάκης (1782-1827)
Ένας από τους μεγαλύτερους πολεμιστές της επανάστασης, σκοτώθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στις 23 Απριλίου 1827, στη μάχη του Φαλήρου. Η επίσημη εκδοχή μιλά για τραυματισμό από εχθρικό βόλι, αλλά πολλοί ιστορικοί υποψιάζονται ότι έπεσε θύμα ελληνικής προδοσίας, καθώς είχε έρθει σε σύγκρουση με την πολιτική ηγεσία.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832)
Αφού πρόσφερε τεράστιες υπηρεσίες στον αγώνα, παραγκωνίστηκε από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του φτωχός, άρρωστος και εγκαταλελειμμένος. Πέθανε το 1832 σε ηλικία 39 ετών, σχεδόν ξεχασμένος από όλους.

Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831)
Ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας δολοφονήθηκε το 1831 από τους Μαυρομιχαλαίους, οι οποίοι τον θεωρούσαν εχθρό των τοπικών συμφερόντων. Ο άνθρωπος που προσπάθησε να χτίσει ένα ανεξάρτητο κράτος έπεσε νεκρός μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο.

Μάρκος Μπότσαρης (1790-1823)
Ένας από τους αγνότερους αγωνιστές, σκοτώθηκε το 1823 στη μάχη του Καρπενησίου. Ο θάνατός του ήταν απώλεια για την Επανάσταση, καθώς ήταν ένας από τους λίγους που είχαν βάλει το καλό της πατρίδας πάνω από προσωπικά συμφέροντα.

Ανδρέας Μιαούλης (1769-1835)
Ο ναύαρχος που ηγήθηκε του ελληνικού στόλου πολέμησε γενναία, αλλά αργότερα, στη σύγκρουση μεταξύ Καποδίστρια και παλιών οπλαρχηγών, πυρπόλησε τον ελληνικό στόλο στην Ύδρα το 1831. Πέθανε λίγα χρόνια αργότερα, απογοητευμένος από τις πολιτικές ίντριγκες.

Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος, 1782-1849)
Ο "Τουρκοφάγος" έδωσε τα πάντα για την πατρίδα, αλλά τελικά κατέληξε να ζητιανεύει στους δρόμους του Πειραιά. Κυνηγήθηκε από το κράτος, φυλακίστηκε για "συνωμοσία" και τυφλώθηκε στα γεράματα από τις κακουχίες. Πέθανε το 1849 πάμφτωχος και ξεχασμένος.

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας) (1788-1825)
Σκοτώθηκε ηρωικά στη μάχη στο Μανιάκι το 1825, πολεμώντας κατά των Οθωμανών του Ιμπραήμ. Παρά τις αμφιλεγόμενες πολιτικές του κινήσεις, δεν πρόλαβε να βιώσει την αχαριστία της ανεξάρτητης Ελλάδας.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (1771-1825)
Μετά την Επανάσταση, η ηρωική καπετάνισσα βρέθηκε στο περιθώριο. Δολοφονήθηκε το 1825 στην Ύδρα, ύστερα από μια οικογενειακή βεντέτα.

Μαντώ Μαυρογένους (1796-1848)
Ξόδεψε όλη την περιουσία της για την Επανάσταση, αλλά αργότερα εγκαταλείφθηκε από την πολιτεία. Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής της πάμπτωχη στη Μύκονο, όπου πέθανε ξεχασμένη.

Ρήγας Φεραίος (1757-1798)
Ο πρόδρομος της Ελληνικής Επανάστασης, Ρήγας Βελεστινλής, οραματίστηκε μια ελεύθερη Βαλκανική Ομοσπονδία απαλλαγμένη από τον οθωμανικό ζυγό. Το επαναστατικό του έργο, με αποκορύφωμα τη "Χάρτα" και τον "Θούριο", ενέπνευσε τους αγωνιστές του 1821. Συνελήφθη το 1797 από τις αυστριακές αρχές, παραδόθηκε στους Οθωμανούς και στραγγαλίστηκε στον Πύργο Νεμπόισα στο Βελιγράδι το 1798, μαζί με τους συντρόφους του. Πέθανε πριν δει την Ελλάδα ελεύθερη, αλλά οι ιδέες του έγιναν η σπίθα που άναψε τη φωτιά της Επανάστασης.

Επίλογος: Οι Κληρονόμοι της Λήθης

Οι ήρωες του ’21 πολέμησαν για μια Ελλάδα που δεν είδαν ποτέ. Μια Ελλάδα που γεννήθηκε πάνω στα κόκαλά τους και αμέσως ξέχασε τη θυσία τους. Μια Ελλάδα που τους φυλάκισε, τους καταδίκασε, τους άφησε να πεθάνουν φτωχούς και προδομένους.
Διακόσια χρόνια μετά, εμείς, οι "γνήσιοι απόγονοί" τους, δεν πολεμάμε πια με γιαταγάνια, αλλά ούτε και με αξίες. Μιλάμε για ελευθερία, αλλά προσκυνούμε την υποταγή. Υμνούμε τους αγώνες τους, αλλά ζούμε στη ραστώνη της αδιαφορίας. Λέμε πως είμαστε περήφανοι, αλλά δεν σηκώνουμε βάρος, δεν θυσιάζουμε τίποτα, δεν αγωνιζόμαστε για τίποτα.

Κι αν εκείνοι ζούσαν σήμερα; Θα έβλεπαν μια χώρα που χτίστηκε πάνω στην προδοσία τους και θα γελούσαν πικρά. Θα έβλεπαν πολιτικούς που παριστάνουν τους πατριώτες, ενώ ξεπουλούν την ίδια τη γη τους. Θα έβλεπαν έναν λαό που τιμά την ιστορία του με παρελάσεις και σημαιάκια, αλλά αφήνει την πατρίδα του να μαραζώσει.

Η Ελλάδα δεν προδόθηκε μόνο τότε. Προδίδεται κάθε μέρα που αφήνουμε τη λήθη να νικάει τη μνήμη. Κάθε μέρα που συμβιβαζόμαστε. Κάθε μέρα που σκύβουμε το κεφάλι και δεχόμαστε την αδικία, τη διαφθορά, τον ξεπεσμό.
Αν πραγματικά θέλουμε να τιμήσουμε εκείνους που θυσιάστηκαν, ας αναρωτηθούμε:
Τι θα έκαναν αν ζούσαν σήμερα; Και τι θα κάναμε εμείς αν ζούσαμε τότε;
Η απάντηση θα μας πει αν είμαστε πραγματικά απόγονοι των ηρώων ή απλώς κληρονόμοι της λήθης.

Η υποκρισία περισσεύει. Μιλάμε για τους ήρωες του '21, αλλά δεν έχουμε το θάρρος ούτε να διεκδικήσουμε τα αυτονόητα. Φουσκώνουμε από "εθνική υπερηφάνεια" στις εθνικές επετείους, αλλά ζούμε με σκυμμένο κεφάλι, ανεχόμαστε την αδικία, το ξεπούλημα, την υποτέλεια.

Τους τιμούμε με παρελάσεις και φιέστες, αλλά δεν τιμάμε τις αξίες τους. Τους μνημονεύουμε μέσα από τα σχολικά βιβλία, αλλά τους έχουμε ξεχάσει στην καθημερινή μας στάση. Τους θαυμάζουμε γιατί ήταν ανυπότακτοι, αλλά εμείς συμβιβαζόμαστε με κάθε μορφή εξουσίας που μας καταπατά.

Αν εκείνοι ζούσαν σήμερα, θα μας έφτυναν. Θα μας έβλεπαν να ανεχόμαστε κυβερνήσεις που τρέφουν τη φτώχεια, εργοδότες που εξευτελίζουν τους νέους, μια κοινωνία που έχει ξεχάσει τι θα πει αλληλεγγύη, αξιοπρέπεια, αντίσταση. Θα μας έβλεπαν να καμαρώνουμε για τη "λεβεντιά" μας, ενώ ανεχόμαστε να ζούμε με ψίχουλα, να μας κοροϊδεύουν κατάμουτρα, να μας κάνουν να νιώθουμε ξένοι στον τόπο μας.

Λέμε πως είμαστε "γνήσιοι απόγονοι" των ηρώων. Αν όμως έρχονταν ανάμεσά μας, θα τους φυλακίζαμε ξανά. Θα τους λέγαμε "γραφικούς", "ταραχοποιούς", "αναχρονιστικούς". Θα τους κυνηγούσαμε, όπως τους κυνήγησαν τότε.

Η αλήθεια είναι απλή: Δεν μας έμεινε ούτε το θάρρος τους ούτε η αξιοπρέπειά τους. Μόνο οι υποκριτικές τιμές και τα μεγάλα λόγια.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Και ίσως το αληθινό ερώτημα δεν είναι αν τιμάμε τους ήρωες, αλλά αν θα τους αναγνωρίζαμε, εάν βρίσκονταν στο σήμερα ανάμεσά μας.

Ή αν περιμένουμε να περάσουν άλλα εκατό χρόνια για να τους κάνουμε αγάλματα, ώστε να τους ξεχάσουμε με μεγαλύτερη ευκολία.

_Κι όμως, παρά τις προδοσίες, τα λάθη, τις χαμένες ευκαιρίες, εγώ την αγαπώ την Ελλάδα. Όχι σαν ιδέα αφηρημένη, ούτε σαν σύμβολο νεκρό σε κάποια σελίδα της ιστορίας. Την αγαπώ στις φωνές των ανθρώπων της, στη γλώσσα που κυλά σαν ποτάμι, στους δρόμους που περπάτησα και άφησα τα ίχνη μου.
Την αγαπώ γιατί είναι πληγή και γιατρειά μαζί. Γιατί πονά και πονάω μαζί της, αλλά και γιατί ελπίζω ακόμα, ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα.

Η Ελλάδα μου δεν είναι μόνο το παρελθόν της, είναι αυτό που παλεύουμε να γίνει. Είναι οι άνθρωποι που αντιστέκονται, που δημιουργούν, που ονειρεύονται. Είναι αυτοί που δεν έφυγαν, κι αυτοί που έφυγαν αλλά την κουβαλούν μέσα τους.
Και όσο κι αν με πληγώνει, πάντα θα την αγαπώ. Γιατί είναι πατρίδα. Και η πατρίδα δεν είναι μόνο εκεί που γεννιέσαι. Είναι εκεί που διαλέγεις να ανήκεις.
25η Μαρτίου 1821: Χρόνια πολλά Ελλάδα

Mr Post Fluxus

Η Σημασία της Φροντίδας του Εαυτού: Σώμα, Νους και Πνεύμα


Η Σημασία της Φροντίδας του Εαυτού: Σώμα, Νους και Πνεύμα

Κάθε μέρα που ξημερώνει είναι μια νέα ευκαιρία. Μια ευκαιρία να φροντίσουμε τον εαυτό μας, να επαναπροσδιορίσουμε τις σκέψεις μας, να δώσουμε στο σώμα και στο μυαλό μας αυτό που χρειάζονται για να λειτουργούν σωστά. Συχνά παραμελούμε τη βάση της ύπαρξής μας—το σώμα μας—χωρίς να συνειδητοποιούμε πως αυτή η παραμέληση επηρεάζει άμεσα την ψυχική μας διάθεση, την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε καθαρά και να παίρνουμε σωστές αποφάσεις.

1. Ο Ύπνος ως Θεμέλιο της Υγείας

Ο ποιοτικός ύπνος είναι η βάση της ισορροπίας. Όταν δεν κοιμόμαστε αρκετά ή οι ώρες ύπνου μας είναι ακανόνιστες, ο οργανισμός μας δεν έχει τον χρόνο να αποκαταστήσει τη φυσιολογική του λειτουργία. Η έλλειψη ύπνου φέρνει κούραση, εκνευρισμό, δυσκολία συγκέντρωσης και συχνά λάθος σκέψεις. Το σώμα και ο νους λειτουργούν καλύτερα όταν έχουν ένα σταθερό πρόγραμμα ύπνου.

2. Η Σχέση του Σώματος με το Μυαλό

Η άσκηση και η σωστή διατροφή δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη. Το σώμα χρειάζεται κίνηση για να αποβάλλει την ένταση και να διατηρείται υγιές. Η άσκηση δεν σημαίνει απαραίτητα έντονη προπόνηση—μια απλή βόλτα, διατάσεις, αναπνευστικές ασκήσεις αρκούν για να βοηθήσουν το σώμα και το μυαλό να λειτουργούν αρμονικά. Η διατροφή, επίσης, επηρεάζει τη διάθεσή μας. Οι τροφές που καταναλώνουμε έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ενέργειά μας και στη σκέψη μας.

3. Η Δύναμη της Αναπνοής και της Πειθαρχίας

Η συνειδητή αναπνοή είναι ένας από τους πιο απλούς και άμεσους τρόπους να ηρεμήσουμε το νευρικό μας σύστημα. Μέσα από σωστή αναπνοή, μπορούμε να αποφορτίσουμε την ένταση, να βελτιώσουμε τη συγκέντρωσή μας και να διαχειριστούμε καλύτερα τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Αυτή η διαδικασία, όμως, απαιτεί αφοσίωση και συνέπεια. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τι μας ωφελεί· χρειάζεται να το εφαρμόζουμε με πειθαρχία.

4. Η Έξοδος από τη Ζώνη Άνεσης

Η αλλαγή συνηθειών δεν είναι εύκολη. Το μυαλό μας προτιμά τη ρουτίνα, ακόμα κι αν αυτή μας βλάπτει. Χρειάζεται συνειδητή προσπάθεια για να ξεβολευτούμε, να κάνουμε την υπέρβαση και να υιοθετήσουμε έναν τρόπο ζωής που θα μας δυναμώσει αντί να μας αποδυναμώνει.

Η Συμβουλή μου προς Εσένα

Δώσε στο σώμα σου αυτά που χρειάζεται: σωστό ύπνο, άσκηση, σωστή τροφή. Δώσε στο μυαλό σου καθαρότητα μέσα από την πειθαρχία, την αναπνοή και τη φροντίδα του εαυτού σου. Μην περιμένεις τις μεγάλες αλλαγές από τη μία μέρα στην άλλη—ξεκίνα με μικρά, σταθερά βήματα.

Κάθε μέρα είναι μια νέα αρχή. Κάθε ανατολή του ήλιου είναι μια υπενθύμιση ότι μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι. Να θυμάσαι ότι έχεις τη δύναμη να αλλάξεις, αρκεί να το θελήσεις.

Με εκτίμηση και αγάπη,
Mr Post Fluxus

Η Σαγήνη του Αλλόκοτου


Η Σαγήνη του Αλλόκοτου

Ο Φρανθίσκο Γκόγια ήξερε πώς να ξεγυμνώνει την κοινωνία. Ήξερε πως το αλλόκοτο δεν είναι παρά η αλήθεια που κανείς δεν θέλει να δει. Μάγισσες, τέρατα, δαίμονες όλα τους σύμβολα μιας κοινωνίας που σαπίζει μέσα στις ψευδαισθήσεις της. Σήμερα, οι μορφές άλλαξαν, αλλά το θέατρο παραμένει το ίδιο. Οι μάγισσες έγιναν γυναίκες που ζητάνε ισότητα και τις καίνε ξανά, οι δαίμονες έγιναν φτωχοί που διεκδικούν το δικαίωμά τους στην επιβίωση, τα τέρατα φοράνε κοστούμια και μιλούν για ανάπτυξη, ενώ κατασπαράζουν τη ζωή μας.

Μας σαγηνεύει το αλλόκοτο γιατί είναι πιο αληθινό από την ψεύτικη «κανονικότητα» που μας πλασάρουν. Είναι η γροθιά στο στομάχι που μας ξυπνά, η φρίκη που μας κάνει να δούμε την πραγματικότητα χωρίς τα παραμορφωτικά φίλτρα της εξουσίας. Και τότε καταλαβαίνουμε: δεν είμαστε εμείς οι αλλόκοτοι αλλόκοτο είναι να αποδέχεσαι τη βαρβαρότητα ως φυσιολογική.
Μα η τέχνη δεν είναι μόνο καθρέφτης, είναι και όπλο. Το αλλόκοτο μπορεί να γίνει το κάλεσμα για εξέγερση, η σπίθα που καίει τα προσωπεία τους. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν, που αμφισβητούν, που αντιστέκονται, ο κόσμος δεν είναι χαμένος.

Η παραίτηση από τη σκέψη, η αδιαφορία, η συνθηκολόγηση με το άδικο, αυτά είναι που θρέφουν τα τέρατα. Τέρατα με στολές, με κοστούμια, με γραβάτες, με στολές καταστολής, με μικρόφωνα και κάμερες στραμμένες προς εμάς, αλλά ποτέ προς τα αφεντικά τους. Τέρατα που κυβερνούν, που βάζουν τις τιμές, που χαράζουν σύνορα, που επιλέγουν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πνιγεί σε κάποια αφιλόξενη θάλασσα.

Και μέσα στις μεγαλουπόλεις του κόσμου, στις στοές του τσιμέντου και στα στενά των εξαθλιωμένων, ο ύπνος της λογικής είναι το πιο επικίνδυνο ναρκωτικό. Μας θέλουν σκυμμένους, φοβισμένους, απομονωμένους. Να θεωρούμε φυσιολογικό τον μισθό που δεν φτάνει ούτε για το νοίκι, το αφεντικό που μας βλέπει σαν αναλώσιμους, το «όργανο της τάξης» που μας περνά χειροπέδες επειδή ζητήσαμε δικαιοσύνη, τον φασίστα που παριστάνει τον προστάτη της κοινωνίας ενώ σπέρνει μίσος.

Μα υπάρχει κι άλλος δρόμος. Ο δρόμος των ανθρώπων που ξέρουν πως η ζωή είναι αγώνας. Των εργατών που δεν σκύβουν το κεφάλι, των φοιτητών που δεν σωπαίνουν, των γυναικών που δεν ανέχονται την πατριαρχική βία, των μεταναστών που δεν παραιτούνται από το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια.

Το τέρας δεν γεννιέται στο σκοτάδι γεννιέται εκεί όπου κανείς δεν έχει το θάρρος να ανάψει το φως. Δεν υπάρχει τέρας που να μην τρέμει μπροστά στην οργή των πολλών.

Mr Post Fluxus

Κι αν με ρωτήσεις ποιος είμαι, να!


Κι αν με ρωτήσεις ποιος είμαι, να!

Θα σου πω πως είμαι εκείνος που αναστενάζει στις σιωπές του κόσμου.
Είμαι ο άνθρωπος που δε φοβάται να κοιτάξει πίσω, να αναμετρηθεί με τα λάθη,
να πει την αλήθεια, ακόμα κι όταν αυτή τυλίγεται σε σκιές και φλόγες.
Είμαι εκείνος που, σε κάθε βήμα, βλέπει τις ρωγμές του συστήματος,
και γνωρίζει πως ο κόσμος αλλάζει μόνο όταν οι άνθρωποι αποφασίσουν να τον αλλάξουν.
Είμαι ο βανδαλιστής των ψευδαισθήσεων, ο καλλιτέχνης της επανάστασης.
Είμαι ο άνθρωπος που αγαπά, που πολεμά, που δημιουργεί,
και που, παρά τα αδιέξοδα, πιστεύει στην επαναστατική δύναμη της αληθινής τέχνης.
Αλλά αν θέλεις να ξέρεις πιο συγκεκριμένα ποιος είμαι,
να, ονομάζομαι Mr Post Fluxus, και είμαι το φως και η σκιά των καιρών μας.

Ο Mr Post Fluxus είναι η καλλιτεχνική περσόνα του Γιάννη Σταμενίτη, ο οποίος συνδυάζει την καλλιτεχνική δημιουργία με τη φιλοσοφία του κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού. Ο Mr Post Fluxus προτάσσει την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της αλληλεγγύης, φέρνοντας στο προσκήνιο τις κοινωνικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος.

Η Fluxus κουλτούρα, η οποία ενσωματώνει την ανατροπή των παραδοσιακών καλλιτεχνικών μορφών και την αποδόμηση των κοινωνικών συμβάσεων, αποτελεί τη βάση για το έργο του. Ο Mr Post Fluxus, σε αυτή τη θεώρηση, χρησιμοποιεί την τέχνη ως μέσο διάλυσης των καθιερωμένων αντιλήψεων, καλλιεργώντας την αντίσταση απέναντι στην εξουσία, την εμπορευματοποίηση και την αποξένωση. Μέσα από τη διάλυση της παραδοσιακής μορφής και την αποδοχή του απρόβλεπτου και του ακαθόριστου, η τέχνη του αναδεικνύει τη δυνατότητα επαναστατικής αλλαγής που προκύπτει από τη συλλογική δράση και την αποδοχή της ποικιλίας και της διαφωνίας ως δύναμη προόδου.

Ο Mr Post Fluxus προβάλλει την αυθεντικότητα, την αυτονομία και την αποδοχή της διαφορετικότητας, ενώ η Fluxus κουλτούρα του προσφέρει τη δυνατότητα της δημιουργικής ανατροπής και της κοινωνικής αποδόμησης. Η τέχνη του λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικής και πολιτικής κριτικής, προτάσσοντας την ανάγκη για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, όπου οι καταπιεσμένοι θα έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν τη ζωή τους και να δημιουργούν για το κοινό καλό, χωρίς τις καταπιεστικές δυνάμεις του καπιταλιστικού συστήματος.

Ο Mr Post Fluxus γράφει:

"Είναι περίεργο να βλέπεις την πόλη να πνίγεται στο γυαλί, στο τσιμέντο και στην καταναλωτική απληστία, ενώ γύρω σου οι άνθρωποι πεθαίνουν καθημερινά — όχι μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά. Οι πόλεις έχουν γίνει φυλακές για όσους δεν έχουν τον πλούτο να αγοράσουν την ελευθερία τους, και τα συστήματα που δήθεν μας προστατεύουν, μας καταδικάζουν σε μια διαρκή μάχη για την επιβίωση. Τι αξία έχει μια ζωή όταν η ζωή αυτή αποτιμάται από την ικανότητα του καθενός να καταναλώνει και να υπακούει; Ποιος νοιάζεται για τα δικαιώματα του εργάτη όταν οι αγορές και οι πολιτικοί μετρούν τις ζωές μας σαν ανούσιους αριθμούς σε έναν ισολογισμό;

Αλλά εμείς, οι εργαζόμενοι, οι καταπιεσμένοι, οι εραστές της τέχνης, οι αποκλεισμένοι, έχουμε τη δύναμη να ανατρέψουμε αυτή τη βαρβαρότητα. Δεν είναι μόνο το σύνθημα που φωνάζουμε, αλλά η καθημερινή μας πάλη, η οποία έχει τη δύναμη να ανατρέπει τις αντιλαϊκές πολιτικές, την καταστολή, το ρατσισμό, και τη φασιστική απειλή που μας πλακώνει. Δεν θα αφήσουμε να χαθούν τα κοινωνικά και δημοκρατικά μας δικαιώματα στο όνομα της τάξης και της ασφάλειας, όταν αυτή η ασφάλεια απλώς αναπαράγει την αδικία και την ανισότητα. Δεν μπορούμε να σωπαίνουμε μπροστά σε κάθε φωνή που ζητά τη σιωπή μας. Δεν θα υποταχθούμε στον φόβο και την αδιαφορία των κυβερνώντων, γιατί ο κόσμος μας, οι γειτονιές μας, οι άνθρωποι γύρω μας, αξίζουν κάτι καλύτερο.

Και ας μην ξεχνάμε ότι η μεγαλύτερη επανάσταση είναι εκείνη του ανθρώπινου πνεύματος. Όταν καταφέρουμε να βλέπουμε το συνάνθρωπο σαν αδελφό και την κοινωνία ως ζωντανό οργανισμό, τότε μόνο θα μπορέσουμε να χτίσουμε έναν κόσμο όπου όλοι θα έχουν τη δυνατότητα να ζήσουν με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Ο αγώνας δεν είναι εύκολος, αλλά αν δεν πολεμήσουμε για τα δικαιώματά μας, για τις ευάλωτες κοινωνικές τάξεις, τότε θα παραμείνουμε σκλάβοι στις αλυσίδες που οι ίδιοι μας φόρεσαν.

Το μέλλον δεν είναι κλειδωμένο. Ο κόσμος μας αλλάζει όταν εμείς αποφασίζουμε να τον αλλάξουμε.

Αν η τέχνη είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, τότε ο καθρέφτης αυτός είναι θολός και γεμάτος θραύσματα. Ο καπιταλιστικός κόσμος έχει εμπορευματοποιήσει τα πάντα, ακόμα και την πίστη. Η θρησκεία, αυτή η παλιά πυξίδα που κάποτε οδηγούσε τον άνθρωπο στην αναζήτηση του αληθινού νοήματος, έχει μετατραπεί σε ένα προϊόν προς πώληση. Το εμπορικό εκκρεμές της εξουσίας κουνάει τις θεότητες και τα σύμβολα στο βωμό του κέρδους, ξεχνώντας το βάθος της αληθινής πίστης. Αυτή η πίστη δεν έχει τίποτα να κάνει με την καταναλωτική θρησκευτικότητα που μας πουλάνε στα καταστήματα και στα τηλεοπτικά παράθυρα.

Η τέχνη έχει παραδοθεί στις δυνάμεις της εκμετάλλευσης και του θεάματος. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες του παρελθόντος, που προσέφεραν τα έργα τους για να προκαλέσουν σκέψη και να αναδείξουν τη βαθιά ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, έχουν αντικατασταθεί από έργα που αναπαράγουν απλώς τα ιδανικά της κοινωνικής τάξης και του καταναλωτισμού. Ο βανδαλισμός, όμως, για μένα, δεν είναι απλώς η καταστροφή της τέχνης. Ο πραγματικός βανδαλισμός είναι η μετατροπή των έργων σε άδεια, επιφανειακά αντικείμενα που χάνουν το αρχικό τους νόημα. Και αν βανδαλίζουμε τα έργα, βανδαλίζουμε ό,τι αυτά εκπροσωπούν: τη ζωή, τη μνήμη, τη σκέψη.

Η τέχνη και η πίστη, σε έναν κόσμο που διψά για αληθινές αξίες, πρέπει να ξαναβρούν τη δύναμή τους. Όχι ως προϊόντα, αλλά ως ζωντανές αναζητήσεις, ως όπλα κοινωνικής αντίστασης και ανθρωπισμού. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στη θρησκεία να μετατραπεί σε θέαμα, ούτε η τέχνη να γίνει το μέσο αποπροσανατολισμού της μάζας. Ο κόσμος που θα χτίσουμε πρέπει να αναγνωρίσει τη βαθιά, αυθεντική ανάγκη του ανθρώπου για πίστη, για ένωση, για την αποδοχή της μοναδικότητάς του, μακριά από τα νήματα των συμφερόντων που προσπαθούν να την αλλοιώσουν.

Η τέχνη είναι μια πράξη απελευθέρωσης, και ο βανδαλισμός της μόνο όταν υπηρετεί την ανατροπή της αδικίας μπορεί να θεωρηθεί πράξη απελευθερωτική. Όσο εμείς αντιστεκόμαστε στην καταναλωτική θρησκευτικότητα και τον εμπορευματισμό της πίστης, τόσο η τέχνη μας μπορεί να αναγεννηθεί, να έχει βαθύ νόημα και να ενώνει ανθρώπους σε έναν κοινό σκοπό: την απελευθέρωση από την αποξένωση και την εκμετάλλευση.

Η αληθινή πίστη είναι εκείνη που μάχεται για την ανθρωπιά. Και η τέχνη, όταν είναι αληθινή, αναστενάζει μέσα στους αγώνες του κόσμου, φέρνοντας την αλήθεια πίσω στη ζωή μας."

Ανακοίνωση από τον Μr Post Fluxus: Σύμπηξη των Κειμένων μου για την Τέχνη, τη Λογοκρισία και την Ελευθερία της Έκφρασης


Ανακοίνωση από τον Μr Post Fluxus:
Σύμπηξη των Κειμένων μου για την Τέχνη, τη Λογοκρισία και την Ελευθερία της Έκφρασης


Η δημόσια συζήτηση γύρω από την τέχνη και τα όριά της αναζωπυρώνεται κάθε φορά που ένα έργο αμφισβητεί τις καθιερωμένες αντιλήψεις. Η πρόσφατη αντίδραση του βουλευτή της Νίκης, Νίκου Παπαδόπουλου, απέναντι στα συμβολικά έργα του εικαστικού Χριστόφορου Κατσαδιώτη στην Εθνική Πινακοθήκη, καθώς και το ευρύτερο ζήτημα του βανδαλισμού και της φίμωσης της τέχνης, αποτελούν μέρος ενός επαναλαμβανόμενου μοτίβου: η τέχνη δοκιμάζει τα όρια της κοινωνίας, και η κοινωνία ανταποκρίνεται συχνά με φόβο ή απόρριψη.

Σε αυτό το πλαίσιο, αποφάσισα να συγκεντρώσω τα κείμενα που ανέλυσα μέσα από αυτή τη θεματική – την τέχνη ως πεδίο σύγκρουσης, τις αντιδράσεις απέναντι σε ριζοσπαστικά έργα και την αιώνια μάχη μεταξύ ελευθερίας της έκφρασης και λογοκρισίας. Μέσα από αυτή τη σύμπηξη, αναδεικνύονται τα κοινά νήματα που συνδέουν διαφορετικά περιστατικά και τα βαθύτερα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτά.

Η τέχνη, από τη φύση της, εξερευνά το ανοίκειο, το οριακό, το μη αποδεκτό. Είναι το πεδίο όπου η κοινωνία συνομιλεί με τον εαυτό της, αμφισβητεί τα είδωλά της, ξαναγράφει τα όριά της. Κανένα δόγμα δεν έχει το μονοπώλιο της αλήθειας, καμία αυθεντία δεν μπορεί να αποφασίσει τι είναι ανεκτό και τι όχι.

Η Τέχνη Δεν Ζητάει Άδεια

Η τέχνη δεν είναι υπουργείο πολιτισμού, ούτε ευγενικός καλεσμένος σε δείπνο με λευκά τραπεζομάντιλα. Δεν υποβάλλει αιτήσεις έγκρισης, δεν παίρνει αριθμό πρωτοκόλλου, δεν φοράει γραβάτα στις τελετές. Αντίθετα, είναι ο απρόσκλητος επισκέπτης που ανοίγει τα παράθυρα να μπει αέρας, ακόμα κι αν ενοχλεί τους παρευρισκόμενους.

Όταν η κοινωνία προσπαθεί να την ευνουχίσει, να την κάνει ευπρεπή και αποστειρωμένη, τότε η τέχνη μεταμορφώνεται σε κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: γίνεται καθρέφτης. Κι αν κάποιος δεν αντέχει το είδωλό του, το πρόβλημα δεν είναι ο καθρέφτης.

Κανείς δεν έχει το μονοπώλιο του αποδεκτού. Ούτε η αγορά, ούτε η θρησκεία, ούτε το κράτος, ούτε οι διανοούμενοι των σαλονιών που αναλύουν την "κατάσταση της τέχνης" ενώ πίνουν το κρασί τους με επιχορήγηση. Η τέχνη είναι το ακατάτακτο, το απροσάρμοστο, το παράδοξο. Γι’ αυτό και θα υπάρχει πάντα εκεί όπου απαγορεύεται, εκεί όπου το βλέμμα αποστρέφεται, εκεί όπου κάποιοι θα βιαστούν να πουν "δεν είναι αυτό τέχνη".

Αλλά ποιος τους ρώτησε;

Η τέχνη δεν ζητάει άδεια. Η τέχνη δεν υπόκειται σε έλεγχο. Η τέχνη δεν οφείλει να είναι χρήσιμη, δεν χρειάζεται να εξηγείται, δεν είναι προϊόν προς κατανάλωση. Και αν κάποιοι τη θέλουν διακοσμητικό στοιχείο στον τοίχο του status quo, καλή τύχη. Γιατί η τέχνη, αργά ή γρήγορα, θα βγει από τα κάδρα, θα σπάσει τα γυαλιά, θα διαλύσει τα πλαίσια και θα επιστρέψει εκεί που ανήκει: στον δρόμο, στην αμφισβήτηση, στην ελευθερία.

Γιατί αν δεν είναι ελεύθερη, δεν είναι τέχνη. Και αν είναι τέχνη, δεν χρειάζεται την έγκρισή σας.

Το επιχείρημα ότι η τέχνη που εκτίθεται σε χώρους που χρηματοδοτούνται από το κράτος θα πρέπει να είναι πιο «οικουμενική» και καλαίσθητη για το ευρύ κοινό είναι κάτι που συχνά τίθεται ως προβληματισμός.

Ωστόσο, αν η τέχνη περιοριστεί στο να «ομορφαίνει» απλώς τη ζωή μας και όχι να προκαλεί σκέψη, συναίσθημα ή ακόμα και σοκ, μήπως χάνει τη δύναμή της ως εργαλείο αμφισβήτησης και κοινωνικού σχολιασμού; Δεν είναι λίγες οι φορές που η ιστορία της τέχνης έχει δείξει πως το «αλλόκοτο» ή το «περιθωριακό» έγινε τελικά το νέο mainstream, αποκαλύπτοντας βαθύτερες αλήθειες της ανθρώπινης εμπειρίας.

Όταν η τέχνη προκαλεί το θρησκευτικό συναίσθημα, μπαίνουμε σε ένα πεδίο όπου συγκρούονται η ελευθερία της έκφρασης και ο σεβασμός στις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Πρόκειται για ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει την ιστορία της τέχνης, της φιλοσοφίας και της νομικής σκέψης για αιώνες.

Από τη μία πλευρά, η ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης είναι θεμελιώδης σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η τέχνη συχνά λειτουργεί ως μέσο αμφισβήτησης, αναστοχασμού και ανατροπής κατεστημένων αντιλήψεων, συμπεριλαμβανομένων των θρησκευτικών δογμάτων. Πολλοί καλλιτέχνες έχουν χρησιμοποιήσει θρησκευτικά σύμβολα για να σχολιάσουν την πίστη, την εξουσία της Εκκλησίας ή κοινωνικά ζητήματα που σχετίζονται με τη θρησκεία.

Από την άλλη, η πρόκληση του θρησκευτικού συναισθήματος μπορεί να οδηγήσει σε έντονες αντιδράσεις, καθώς για πολλούς η θρησκεία δεν είναι απλώς ένα σύστημα πεποιθήσεων, αλλά ένας βαθιά προσωπικός και ιερός χώρος. Υπάρχουν νομικά και ηθικά όρια που σχετίζονται με την προσβολή της θρησκευτικής πίστης, ανάλογα με τη χώρα και το πολιτισμικό της πλαίσιο.

Το ερώτημα είναι: Πού χαράσσεται η γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και τον σεβασμό στις θρησκευτικές πεποιθήσεις; Πρέπει η τέχνη να αυτολογοκρίνεται για να αποφεύγει προσβολές, ή μήπως η αμφισβήτηση και η ανατροπή είναι εγγενείς λειτουργίες της;

Η πράξη του βανδαλισμού και το έργο ως αξία

Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία της έκφρασης και την καταστροφή. Όταν ένα έργο τέχνης βανδαλίζεται, η συζήτηση ξεκινά πάντα από το ίδιο σημείο: πρόκειται για μια επίθεση στην τέχνη ή για μια αντίδραση απέναντι σε αυτό που εκτίθεται;

Αν ένα έργο έχει αξία, αν έχει λόγο ύπαρξης πέρα από την επιβεβαίωση του δημιουργού του, τότε ο βανδαλισμός του μπορεί να ιδωθεί ως μια βίαιη πράξη ενάντια στον πολιτισμό. Όταν όμως ένα έργο δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια καλλιτεχνική φούσκα, ένα δήθεν σημαντικό αντικείμενο που απλώς καταλαμβάνει χώρο, τότε τι ακριβώς βανδαλίζεται; Η τέχνη ή η αυταπάτη της;

Δεν είναι όλα άξια προστασίας. Δεν είναι όλα ιερά. Δεν μπορούμε να φωνάζουμε για την αξία ενός έργου μόνο όταν κάποιος το αμφισβητεί με πράξη. Αν ένα έργο αξίζει, θα αντέξει. Αν είναι κενό, ο βανδαλισμός του απλώς αποκαλύπτει την έλλειψη του νοήματός του.

Η τέχνη δεν κερδίζει αξία από την καταστροφή της. Την αξία της την κερδίζει από την ύπαρξή της.

Η τέχνη που έχει πραγματικό βάρος, δεν φοβάται τη σύγκρουση.

Η τέχνη δεν είναι ασυλία

Δεν έχω πρόβλημα με την ελευθερία της έκφρασης. Αντιθέτως, τη θεωρώ θεμελιώδη. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να δηλώνει καλλιτέχνης, να δημιουργεί, να εκθέτει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τι που εμφανίζεται σε έναν τοίχο, μια γκαλερί ή μια Εθνική Πινακοθήκη αποκτά αυτομάτως αξία.

Υπάρχει μια σύγχυση: η τέχνη δεν είναι απλώς μια δήλωση ύπαρξης. Δεν είναι μόνο το δικαίωμα να εκφράζεσαι, αλλά και η ικανότητα να παράγεις κάτι που επικοινωνεί, που συγκρούεται, που αφήνει ένα ίχνος πέρα από το όνομά σου στο εκθεσιακό πρόγραμμα. Αν απλώς γεμίζουμε τους χώρους με αντικείμενα χωρίς νόημα, τότε δεν έχουμε τέχνη—έχουμε διακόσμηση, έχουμε εσωτερική αρχιτεκτονική με θεωρητικό περίβλημα.

Δεν με ενοχλεί το τολμηρό, το προκλητικό, το άσχημο, το βίαιο. Με ενοχλεί το ανούσιο.
Η τέχνη που είναι εκεί απλώς για να δικαιολογήσει την ύπαρξη κάποιων μέσα στο σύστημα της τέχνης. Η τέχνη που δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια καλλιτεχνική φούσκα.

Δεν θα απολογηθώ αν αυτό που βλέπω σε κάποιους τοίχους μου μοιάζει με μια καλοστημένη αυταπάτη. Δεν με ενδιαφέρει αν έχει γραφτεί ένα μακροσκελές θεωρητικό κείμενο για να το στηρίξει. Το μάτι βλέπει, το μυαλό επεξεργάζεται, το συναίσθημα αντιδρά. Και όταν δεν αντιδρά, δεν υπάρχει τίποτα να υποστηρίξω.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος για τον πολιτισμό από την αδιαφορία.

Ανατομία μιας Ταφής

Ο κόσμος ήταν έτοιμος. Η φωτιά είχε ανάψει. Οι τροχοί της Ιστορίας μπορούσαν να κινηθούν χίλια χρόνια νωρίτερα. Ο Ήρων, ο Αρχιμήδης, ο Ερατοσθένης, οι μαθηματικοί, οι φυσικοί, οι αστρονόμοι, οι μηχανικοί… Είχαν ακονίσει τη σκέψη, είχαν ξεκλειδώσει τα μυστικά του σύμπαντος. Η βιομηχανική επανάσταση μπορούσε να είχε συμβεί στην Πέργαμο, στην Αλεξάνδρεια, στην Αθήνα.

Αλλά η Ιστορία αποφάσισε αλλιώς.

Τι κι αν το ανθρώπινο μυαλό πέταξε ως τα άστρα; Τι κι αν οι τροχιές των πλανητών χαράχτηκαν σε πάπυρους; Τι κι αν οι πρώτες μηχανές έβγαλαν ατμό σαν βρυχώμενα θεριά έτοιμα να σπρώξουν τον άνθρωπο μπροστά;

Ήρθε η λάσπη.

Ήρθε η συκοφαντία.

Ήρθαν οι μικροί άνθρωποι με τις μεγάλες ράβδους και το στόμα γεμάτο Θεό. Ήρθαν αυτοί που έμαθαν να μισούν τη σκέψη. Αυτοί που φοβούνταν την ερώτηση περισσότερο από την απάντηση. Αυτοί που θεώρησαν την περιέργεια αμάρτημα και την αμφισβήτηση έγκλημα.

Οι πατέρες της "Αλήθειας" έσκαψαν έναν μεγάλο λάκκο. Μέσα έριξαν την αρχαία γνώση, την έραψαν με κατάρες, την πέταξαν στη φωτιά, την χλεύασαν στις πλατείες. Τα ονόματα των σοφών έγιναν βρισιές. Τα βιβλία τους έγιναν στάχτη.

Η Υπατία; Σφαγμένη.

Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας; Κάρβουνο.

Η φιλοσοφία; Ειδωλολατρία.

Η επιστήμη; Μαγεία.

Πάνω από τον λάκκο ύψωσαν το δικό τους λάβαρο. Έγραφε: "Πίστευε και μη ερεύνα". Ο ατμοστρόβιλος του Ήρωνα έμεινε παιχνίδι. Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων, ένα βυθισμένο μυστήριο. Η γεωμετρία του Ευκλείδη, κλειδωμένη για αιώνες.

Έκαψαν, έθαψαν, ξέπλυναν με λιβάνι, έραψαν το στόμα του κόσμου.

Και όταν ο λήθαργος έληξε, όταν το σκοτάδι διαλύθηκε, όταν τα μάτια ξαναείδαν τον ουρανό… ο κόσμος ήταν χίλια χρόνια πίσω.

Κάποιοι ακόμα επιμένουν: "Έτσι έπρεπε να γίνει."

Όχι.

Απλά έτσι έγινε. Και το τίμημα ήταν βαρύ.

Συμπεράσματα


Η τέχνη, στην πιο αληθινή της μορφή, είναι μια διαρκής ανατροπή. Δεν είναι απλώς αισθητική απόλαυση, αλλά ένας μηχανισμός που διαταράσσει, αποκαλύπτει και ανατρέπει το κατεστημένο. Όταν μια κοινωνία επιδιώκει να τη φιμώσει, να την εξημερώσει ή να την εμπορευματοποιήσει, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να απογυμνώνει τον εαυτό της από τη δυνατότητα αυτογνωσίας.

Ο φόβος απέναντι στην τέχνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά φόβος απέναντι στην αλήθεια. Και κάθε προσπάθεια ελέγχου της είναι μια πράξη απελπισίας απέναντι σε κάτι που δεν μπορεί να τιθασευτεί. Η τέχνη ανήκει σε όλους, γιατί γεννιέται από την ίδια την ύπαρξη. Δεν χρειάζεται άδεια για να υπάρξει, και γι’ αυτό είναι πιο επικίνδυνη από κάθε μορφή εξουσίας που προσπαθεί να την περιορίσει.

Τελικά, η τέχνη δεν είναι μια ήσυχη συνομιλία. Είναι ένα ρήγμα, μια πρόκληση, μια συνεχής υπενθύμιση ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που τη δημιουργούν, θα υπάρχουν και εκείνοι που θα προσπαθούν να την καταστείλουν. Μα η ιστορία δείχνει πως στο τέλος, το φως πάντα βρίσκει τρόπο να περάσει μέσα από τις ρωγμές.