Η 28η Οκτωβρίου


Η 28η Οκτωβρίου δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο ημερολόγιο ή μια ακόμα σχολική γιορτή. Είναι η στιγμή που ένας ολόκληρος λαός στάθηκε απέναντι στο αδύνατο και το κοίταξε στα μάτια. Δεν είπαμε “Ναι” στον πόλεμο, είπαμε “Όχι” στη σκλαβιά. Δεν πολεμήσαμε για σύνορα, αλλά για το δικαίωμα να υπάρχουμε όρθιοι, με αξιοπρέπεια.

Οι παππούδες μας δεν ήταν ήρωες επειδή ήθελαν να γίνουν ήρωες. Ήταν άνθρωποι απλοί, αγρότες, εργάτες, δάσκαλοι, που άφησαν τα σπίτια τους για να υπερασπιστούν κάτι που δεν αγοράζεται, την ελευθερία. Την ελευθερία να ζεις, να αγαπάς, να δημιουργείς, να μη σου επιβάλλει κανείς ποιος είσαι.

Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της ημέρας, η αγάπη για την πατρίδα ως αγάπη για τον άνθρωπο, όχι ως σύνορο, αλλά ως κοινή ψυχή. Η πατρίδα δεν είναι οι σημαίες που ανεμίζουν, αλλά οι άνθρωποι που παλεύουν καθημερινά να κρατήσουν την ανθρωπιά τους μέσα σε έναν κόσμο που σπρώχνει προς την αδιαφορία και την υποταγή.

Σήμερα, μέσα στα κοινωνικά μας αδιέξοδα, τα ταξικά μας τείχη και τη φθορά της δημόσιας σφαίρας, το ΟΧΙ αποκτά νέα μορφή. Είναι το ΟΧΙ στη λήθη, στο ψέμα, στην αποξένωση. Είναι το ΟΧΙ του ανθρώπου που επιμένει να ονειρεύεται, να αγαπά και να παλεύει χωρίς να χρειάζεται εχθρούς για να νιώσει ζωντανός.

Γιατί στο τέλος, η ελευθερία δεν είναι κάτι που κερδίζεις μια φορά, είναι κάτι που υπερασπίζεσαι κάθε μέρα με την ψυχή σου.

Αγαπώ την πατρίδα μου, όχι γιατί είναι τέλεια, αλλά γιατί μέσα της μάθαμε πως η ελευθερία γεννιέται κάθε φορά που ένας άνθρωπος λέει ΟΧΙ στον φόβο.

Mr Post Fluxus

Ο Γνωστός Στρατιώτης


Ο Γνωστός Στρατιώτης

Δεν έχω όνομα, μα με ξέρεις. Ήμουν εκεί πριν αρχίσει το Έθνος να προφέρεται σαν λέξη. Στα βουνά της Ρούμελης, με το φυσεκλίκι στον ώμο και το αίμα να στάζει απ’ τα δέντρα. Ήμουν αυτός που γύρισε σπίτι και δεν βρήκε σπίτι. Αυτός που έδωσε γη, ψυχή και σάρκα, κι έμεινε να μετράει σιωπές πάνω από καμένα χωριά.
Μετά με είπαν επαναστάτη, μετά ταραχοποιό, μετά ήρωα, μετά τίποτα. Κι εγώ, πάντα εγώ, περπάτησα ξανά στα ίδια χώματα, με διαφορετική στολή κάθε φορά. Άλλοτε στο Δομοκό, άλλοτε στον Σαγγάριο, άλλοτε στα βουνά της Αλβανίας. Το χώμα άλλαζε χρώμα, μα το αίμα είχε πάντα την ίδια γεύση.

Στη Ζάκυνθο ήμουν ο σκιάχτρο της αγγλικής αυτοκρατορίας, στη Θράκη το σώμα που χάθηκε χωρίς σταυρό, στη Μικρασία το πρόσωπο που δεν πρόλαβε να επιστρέψει. Στο χιόνι της Πίνδου πάγωσα μ’ ένα τραγούδι στα χείλη, στην Αθήνα του ’44 περπάτησα ξανά, μέσα απ’ τα πλήθη που έκλαιγαν και γονάτιζαν.
Κάποτε με φυλάκισαν οι δικοί μου. Μου φόρεσαν τον τίτλο του “επικίνδυνου”. Άλλοι με κρέμασαν, άλλοι με ξέχασαν, άλλοι μ’ έστειλαν σε ξερονήσια να σωπάσω. Μα εγώ ποτέ δεν σώπασα, μιλούσα με τα μάτια των παιδιών, με το σπαραγμό των μανάδων που άφηναν ένα πιάτο στο τραπέζι για τους απόντες.

Ήμουν κι εκεί, όταν οι πρέσβεις έδιναν διαταγές στα ανάκτορα. Όταν οι στρατηγοί έπλεκαν συμμαχίες με την ίδια ευκολία που άλλαζαν στολές. Όταν η Κύπρος φλεγόταν κι οι φωνές από το Ριζοκάρπασο έσβηναν μέσα στη θάλασσα. Τότε κατάλαβα πως το σώμα μου απλωνόταν παντού, στα χαρακώματα, στα στρατόπεδα, στα υπόγεια της σιωπής, στα σχολεία όπου τα παιδιά έγραφαν εκθέσεις για “ήρωες” χωρίς να ξέρουν πως ήμουν εγώ.

Και τώρα με βλέπεις. Μα δε με βλέπεις αληθινά. Είμαι κάτω απ’ το μάρμαρο που φωτογραφίζεις, στην πλατεία που περνάς αδιάφορος, στην παρέλαση που χειροκροτάς χωρίς να θυμάσαι γιατί. Είμαι ο Γνωστός Στρατιώτης. Όχι γιατί με αναγνώρισε το κράτος, αλλά γιατί με αναγνωρίζει η Ιστορία κάθε φορά που ένας άνθρωπος λέει “όχι” και το πληρώνει. Δεν θέλω στεφάνια. Ούτε λόγους. Μόνο να μη με ξεχνάς όταν διαλέγεις πλευρά. Γιατί εγώ δεν πολέμησα για σημαίες, πολέμησα για να μπορείς να μιλάς, να αγαπάς, να θυμάσαι. Κι αν ποτέ σταθείς μπροστά μου,
μην υποκλιθείς, μόνο να ψιθυρίσεις το όνομά σου. Να ξέρω πως υπάρχω ακόμα.

Mr Post Fluxus

εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο

Η τέχνη μέσα στη σκόνη


Η τέχνη μέσα στη σκόνη

Πολλές φορές σκύβω πάνω από τον καμβά και νιώθω το βάρος της εποχής να στάζει σαν μαύρο λάδι στις πινελιές μου. Ζούμε σε μια περίοδο που το φως λιγοστεύει και η σκιά των ισχυρών καλύπτει τα πάντα, τη σκέψη, την πίστη, την πράξη. Μια κοινωνία που αυτοαποκαλείται δημοκρατική, αλλά πνίγει τη φωνή του δρόμου με χημικά και χειροπέδες. Ένας κόσμος που λατρεύει τη βιτρίνα και περιφρονεί το περιεχόμενο.
Η τέχνη όμως, σύντροφοι και συντρόφισσες της ψυχής, δεν φτιάχτηκε για τα εύκολα. Η τέχνη είναι το εργαλείο που μεταμορφώνει τη μιζέρια σε κραυγή, τον φόβο σε ρυθμό, τη σιωπή σε χρώμα. Δεν ζωγραφίζω πια για να δω το ωραίο, ζωγραφίζω για να θυμηθώ πως το ωραίο υπάρχει ακόμη, θαμμένο κάτω από τα μπάζα των πολυεθνικών και των ψεύτικων ηρώων.

Η πόλη βουίζει από απόγνωση, αλλά μέσα στις ρωγμές της μεγαλουπόλεως φυτρώνουν ακόμα λουλούδια. Εκεί, στα πεζοδρόμια που κοιμούνται οι άστεγοι, εκεί που το παιδί του μετανάστη γελάει με μια μπάλα φτιαγμένη από κουρέλια, εκεί βρίσκεται η αλήθεια που μας σώζει. Η τέχνη που δεν κοιτάζει προς τα κάτω, χάνει τον προσανατολισμό της.
Η καταστολή, ο ρατσισμός, ο φασισμός, οι αντιλαϊκές πολιτικές δεν είναι «ειδήσεις», είναι ο σύγχρονος μηχανισμός που μας κρατά φοβισμένους και σιωπηλούς. Αλλά δεν θα τους περάσει. Γιατί όσο υπάρχει ακόμη έστω ένας που κρατά πινέλο, κιθάρα, σπρέι, λέξη, σώμα, φωνή, υπάρχει αντίσταση. Και η αντίσταση δεν είναι μόδα, είναι στάση ζωής.

Κι αν μερικές φορές νιώθω εγκλωβισμένος μέσα στα ίδια μου τα σύμβολα, θυμάμαι πως ο άνθρωπος είναι πιο βαθύς από κάθε περσόνα του. Ο εκφραστής δεν πρέπει να φοβάται να είναι ευάλωτος, να μιλάει για την ομορφιά, να γελάει, να συγκινείται. Γιατί εκεί βρίσκεται η αληθινή δύναμη, στην τρυφερότητα που δεν φοβάται να φανεί. Η τέχνη δεν γεννιέται μέσα στην πολυτέλεια, γεννιέται μέσα στη σκόνη, για να θυμίζει πως ακόμα κι εκεί, η ψυχή μπορεί να λάμπει.

Στο περιθώριο της κοινής λογικής

Ζούμε σε μια κοινωνία που έχει μάθει να φοβάται την αλήθεια περισσότερο απ’ το ψέμα. Μια κοινωνία που σε μαθαίνει να σωπαίνεις, να χαμογελάς ευγενικά, να προσποιείσαι πως όλα είναι εντάξει, αρκεί να μη διαταράξεις την «τάξη» της αγοράς και της υποκρισίας. Η δημόσια σφαίρα έχει καταντήσει θέατρο σκιάς, οι άνθρωποι χειροκροτούν σκιές αντί για πράξεις, τίτλους αντί για περιεχόμενο.

Η τέχνη, λένε, είναι πολυτέλεια. Εγώ λέω πως είναι ανάγκη. Γιατί όταν οι θεσμοί καταρρέουν και οι λέξεις χάνουν το νόημά τους, μόνο η τέχνη μπορεί να μεταφράσει τον πόνο σε πράξη, τον φόβο σε ήχο, την οργή σε φως. Κι αν δεν το κάνει αυτή, τότε ποιος; Οι πολιτικοί που αποστειρώνουν τη συνείδηση; Οι σχολιαστές της τηλεόρασης που πουλάνε τρόμο; Ή μήπως οι καλλιτέχνες που συμβιβάστηκαν με τις γκαλερί της ευπρέπειας;
Δεν είναι εύκολο να σταθείς όρθιος μέσα στην κοινωνική λάσπη, αλλά είναι απαραίτητο. Γιατί μέσα σε κάθε άνθρωπο που σκέφτεται, που νιώθει, που αρνείται να υποταχθεί, υπάρχει ένα μικρό φως. Και αυτό το φως δεν το γεννά η επιτυχία, το γεννά η συνείδηση. Η συνείδηση πως ανήκουμε ο ένας στον άλλον, πως κανείς δεν σώζεται μόνος του.

Ναι, είμαι ευάλωτος. Και ναι, μερικές φορές η θλίψη μου μοιάζει με παλέτα γεμάτη ωμή όμπρα και στάχτη. Όμως ξέρω πως ακόμη και μέσα στη στάχτη υπάρχει σπίθα. Γιατί το πιο γενναίο έργο δεν είναι αυτό που φωνάζει, αλλά εκείνο που ψιθυρίζει μέσα στη σιωπή του κόσμου: «Μπορεί να αλλάξει». Η ελπίδα δεν είναι αφέλεια. Είναι πράξη αντίστασης. Και αν η κοινωνία επιμένει να παγιδεύει τους ανθρώπους στα σύμβολα και στις μάσκες τους, εγώ επιλέγω να είμαι άνθρωπος πρώτα, και περσόνα μετά.

Η ελευθερία δεν χαρίζεται ούτε εκτίθεται, χτίζεται κάθε μέρα, εκεί όπου ο φόβος συναντά το θάρρος και αποφασίζει να σωπάσει.
Φοράνε τη μάσκα και την κουκούλα της ντροπής, τρώνε το ψωμί του θλιμμένου αύριο, ζυμωμένο με φόβο και απάθεια. Περπατούν ανάμεσά μας σαν άγγελοι με φτερά πλαστικά και κέρατα καμουφλαρισμένα κάτω από την ευπρέπεια της καθημερινότητας. Είναι τα τέκνα της σύγχρονης κοινωνίας της επίδειξης, της εποχής όπου το φαίνεσθαι αντικατέστησε το είναι, και η συνείδηση παραδόθηκε οικειοθελώς στις οθόνες.

Φοράνε τη μάσκα για να επιβιώσουν στο θέατρο της δημόσιας ζωής, για να μη φανούν ανθρώπινοι, να μη δείξουν αδυναμία, να μη ραγίσουν μπροστά στον καθρέφτη του συστήματος. Τρώνε το ψωμί που τους ταΐζει η αδικία και το βαφτίζουν πρόοδο. Φωνάζουν για ελευθερία, μα ψηφίζουν αλυσίδες. Και μέσα σ’ αυτή τη γενικευμένη υποκρισία, η κοινωνία μαθαίνει να αγαπά τα προσωπεία της. Να τα υπερασπίζεται, να τα προωθεί, να τα κάνει φίλτρα και brands, hashtags και μόδες. Η μάσκα έγινε ταυτότητα, το ψέμα προστασία, η σιωπή τρόπος επιβίωσης.

Όμως κάποια μέρα, ίσως όχι μακριά, οι μάσκες θα λιώσουν κάτω από το φως της αλήθειας. Και τότε, πίσω από τα φτερά και τα κέρατα, πίσω από την ντροπή και την επίφαση, θα απομείνει ξανά ο άνθρωπος. Γυμνός, εύθραυστος, μα ικανός να ξαναμάθει την αγάπη, την αξιοπρέπεια, τη συλλογικότητα. Η μάσκα μπορεί να σε προστατεύει από τους άλλους, μα ποτέ από τον εαυτό σου. Κάποια στιγμή, θα χρειαστεί να την αφαιρέσεις για να θυμηθείς ποιος είσαι.

Mr Post Fluxus

Εικόνα, χαρακτικό έργο του Γιάννη Σταμενίτη

Σχόλιο για τον Χρόνο και τη Ζωγραφική


Σχόλιο για τον Χρόνο και τη Ζωγραφική

Ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Δεν περιμένει κανέναν να τον καταλάβει. Τρέχει πάνω από τις ταμπέλες, τα μανιφέστα και τα βραβεία. Ό,τι μένει πίσω, είναι η ουσία. Κι αυτή η ουσία, το έργο, η πράξη, το ίχνος, δεν έχει ανάγκη από θεωρίες, γιατί γεννήθηκε μέσα από ανθρώπους που δεν είχαν άλλο τρόπο να μιλήσουν, παρά μόνο να ζωγραφίσουν, να γράψουν, να υπάρξουν.

Στις πόλεις του σήμερα, μέσα σε γυάλινους πύργους και φανταχτερά κτίρια χωρίς ψυχή, το βλέμμα δεν βλέπει, καταναλώνει. Η Τέχνη γίνεται άλλο ένα προϊόν σε βιτρίνα, μια υπόσχεση πολιτισμού μέσα σε έναν κόσμο που πνίγει τον πολιτισμό του κάθε μέρα. Κι εκεί, στους δρόμους που δεν φτάνει το φως, στα σχολεία χωρίς βιβλία, στα νοσοκομεία χωρίς φάρμακα, στα σώματα χωρίς στέγη, εκεί ζει ακόμα το χρώμα. Όχι το ωραίο, το αληθινό.

Ο χρόνος της Ζωγραφικής, λοιπόν, δεν είναι το ρολόι των αγορών ούτε των ιδρυμάτων. Είναι ο χρόνος των ανθρώπων που παλεύουν για να μείνουν άνθρωποι. Των καλλιτεχνών που ζωγραφίζουν όχι για να αναγνωριστούν, αλλά για να μην πεθάνουν από σιωπή.

Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο, η εξουσία πάντα φοβάται το βλέμμα που βλέπει. Το βλέμμα που δεν αγοράζεται. Οι αντιλαϊκές πολιτικές, η καταστολή, ο ρατσισμός, ο φασισμός, όλα είναι όψεις της ίδιας βίας που θέλει τον άνθρωπο χωρίς μνήμη και χωρίς φωνή. Η Τέχνη, όταν είναι ζωντανή, γίνεται ανάσα απέναντι σε αυτό το πνίξιμο.

Αλλά δεν φτάνει μόνο να αντιστεκόμαστε, πρέπει να αγαπάμε. Τον συνάνθρωπο, το χώμα, το νερό, τα δέντρα, τα παιδιά που ακόμα δεν ξέρουν τι σημαίνει "αξία" και "όνομα". Γιατί η ομορφιά δεν είναι πολυτέλεια, είναι επιβίωση. Και χωρίς αυτήν, ο αγώνας γίνεται πίκρα.

Ο χρόνος της ζωγραφικής είναι ο χρόνος της καρδιάς. Κι αν η κοινωνία μάς παγιδεύει στα σύμβολά μας, η Αντίσταση είναι ο τρόπος να ξαναγεννιόμαστε μέσα τους. Η τέχνη δεν ζητά να τη θαυμάσεις, ζητά να τη ζήσεις. Και κάθε φορά που ζωγραφίζεις με αγάπη, κερδίζεις λίγο χρόνο απ’ τον θάνατο.

Mr Post Fluxus

Ο Διασώστης των Συνόρων


Ο Διασώστης των Συνόρων

Λέει πως είναι πατριώτης. Κι ίσως να είναι. Αλλά λέει κι άλλο, πως είναι εθνικιστής. Κι εκεί, η πυξίδα χάνει το Βορρά. Γιατί ο εθνικισμός χτίζει φράχτες, κι η διάσωση ρίχνει σκοινιά. Δεν σώζεις με σύνορα. Δεν μετράς πατρίδες όταν ένας άνθρωπος πνίγεται. Το νερό δεν ξεχωρίζει εθνικότητες. Ο παλμός δεν έχει χρώμα. Η ζωή δεν έχει σημαία. Να είσαι πατριώτης, ναι. Αλλά πατριώτης του ανθρώπου. Να αγαπάς τη γη σου, όχι τα τείχη της. Ο διασώστης δεν ρωτάει “ποιος είσαι”. Ρωτάει “αναπνέεις;” Η αληθινή πατρίδα δεν είναι χάρτης. Είναι χέρι που απλώνεται. Είναι βλέμμα που αναγνωρίζει. Είναι ανάσα που επιστρέφει. Και τότε, όταν σώσεις χωρίς να μετρήσεις, χωρίς να ξεχωρίσεις, χωρίς να σκεφτείς “δικό μου” και “ξένο”, θα έχεις σώσει και κάτι ακόμη, τον εαυτό σου. Γιατί μόνο όταν πέφτουν τα σύνορα μέσα σου, γεννιέται ο άνθρωπος που μπορεί να σώσει.

Ο πατριώτης αγαπά. Ο εθνικιστής συγκρίνει. Ο φασίστας φοβάται. Κι έτσι αρχίζει ο κύκλος. Ο πατριώτης σπέρνει δέντρα. Ο εθνικιστής μετράει ρίζες. Ο φασίστας κόβει ό,τι δεν φυτρώνει ίσια.
Η αγάπη, όταν δεν φωτίζεται από συνείδηση, μεταμορφώνεται σε σκιά. Και τότε η σκιά ζητά εξουσία. Η πατρίδα γίνεται σημαία, η σημαία γίνεται όπλο, το όπλο στρέφεται σε άνθρωπο.
Έτσι ο φόβος βαφτίζεται “τιμή”. Η ανασφάλεια λέγεται “πίστη”. Η βία, “καθήκον”. Ο πατριώτης υπερασπίζεται το χώμα για να ανθίσει. Ο εθνικιστής το φυλά για να μην το αγγίξουν. Ο φασίστας το σφραγίζει, σαν τάφο. Ο ένας αγαπά το φως του τόπου. Ο άλλος τρέμει τη σκιά του άλλου. Ο τρίτος καίει και τα δύο. Κι όμως, το χώμα είναι κοινό. Το αίμα είναι κοινό. Ο φόβος, ίδιος. Η ανάσα, ίδια. Μόνο ο τρόπος που κοιτάζεις τον άνθρωπο διαφέρει. Εκεί τελειώνει η πατρίδα και αρχίζει η ανθρωπότητα.
Κι όταν ο κύκλος του φόβου σπάσει, όταν πάψει η λέξη “εμείς” να χρειάζεται εχθρό, τότε ο πατριώτης επιστρέφει καθαρός, άνθρωπος, όχι στρατιώτης. Γιατί όποιος αγαπά πραγματικά τον τόπο του, δεν φοβάται τον ξένο, τον καλεί να τον γνωρίσει.

Mr Post Fluxus

Ο Αρίων στο δελφίνι


Ο Αρίονας, διάσημος κιθαρωδός από τη Μήθυμνα της Λέσβου, υπήρξε μια από τις πιο γοητευτικές μορφές του αρχαίου ελληνικού κόσμου, καλλιτέχνης, ταξιδευτής, και εν τέλει σύμβολο ελπίδας μέσα στην απόγνωση. Κατά την επιστροφή του από τον Τάραντα, φορτωμένος με τιμές και βραβεία, προδόθηκε από τους ίδιους τους ναύτες που τον μετέφεραν. Εκείνοι, παρασυρμένοι από την απληστία, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν και να αρπάξουν τα πλούτη του.


Μπροστά στον βέβαιο χαμό, ο Αρίονας ζήτησε μόνο ένα τελευταίο πράγμα, να τραγουδήσει. Στάθηκε στην πλώρη του πλοίου, φόρεσε τον μουσικό του χιτώνα και άρχισε να παίζει την κιθάρα του, αφιερώνοντας το άσμα του στον Απόλλωνα. Ήταν η στιγμή που η τέχνη έγινε προσευχή, κι η μουσική γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και το θείο.

Όταν τελείωσε, πήδηξε στη θάλασσα. Όμως εκεί όπου ο άνθρωπος περίμενε τον θάνατο, η φύση απάντησε με ζωή, ένα δελφίνι, σταλμένο από τον θεό, τον σήκωσε στη ράχη του και τον μετέφερε σώο στο Ταίναρο. Ο Αρίονας σώθηκε, όχι από τύχη, αλλά επειδή δεν σταμάτησε να πιστεύει στην τέχνη του, στην αρμονία, και στο θαύμα που μπορεί να φέρει η πίστη.

Η ιστορία του, όπως τη διηγείται ο Ηρόδοτος, είναι κάτι περισσότερο από ένα θαλασσινό θαύμα, είναι η πρώτη αφήγηση διάσωσης στη Μεσόγειο, μια προαιώνια εικόνα του ανθρώπου που, μέσα στο σκοτάδι της απελπισίας, δεν σιωπά αλλά τραγουδά. Και κάπως έτσι, με την κιθάρα του για σωσίβιο, ο Αρίονας έγινε το αρχέτυπο όλων όσοι επιλέγουν την ελπίδα, ακόμη κι όταν αυτή μοιάζει ναυαγισμένη.

Εικόνα: Πίνακας του Φρανσουά Μπουσέ, «Ο Αρίων στο δελφίνι», έργο του 1748.

Ο Δάσκαλος και ο Στρατιωτικός


Ο Δάσκαλος και ο Στρατιωτικός

Ο δάσκαλος κρατά κιμωλία, ο στρατιωτικός όπλο. Κι όμως, και οι δύο πιστεύουν πως υπηρετούν το ίδιο πράγμα, την Πατρίδα. Μόνο που ο πρώτος τη βλέπει σαν παιδί που πρέπει να μάθει, ο δεύτερος σαν τείχος που πρέπει να μείνει όρθιο.

Ο δάσκαλος προσπαθεί να φέρει την ουτοπία. Μοιράζει γνώση αντί για εντολές, ανοίγει βιβλία αντί για χάρτες συνόρων, ψιθυρίζει «όλοι ίσοι», εκεί που άλλοι φωνάζουν «όλοι εχθροί». Ξέρει πως η ειρήνη δεν έρχεται με διαταγή, αλλά με κατανόηση.

Ο στρατιωτικός συνεχίζει την δυστροπία που του φόρεσαν. Δεν είναι πάντα επιλογή του, είναι ο φόβος που τον διδάξανε σαν μάθημα πρώτης γραμμής. Φοβάται το άγνωστο, γιατί ποτέ δεν του είπαν ότι το άγνωστο είναι ο Άλλος, κι ο Άλλος είναι ο εαυτός του που δεν γνώρισε.

Ο δάσκαλος χτίζει πολιτισμό πάνω στην ειρήνη, ο στρατιωτικός φυλάει την ειρήνη πίσω από σκοπιές. Ο πρώτος σπέρνει τέχνη, ο δεύτερος θερίζει πειθαρχία. Κι ανάμεσά τους, ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει τη φωνή του, εκεί όπου το μολύβι συναντά το σίδερο.

Ίσως μια μέρα, ο δάσκαλος και ο στρατιωτικός να καθίσουν στο ίδιο θρανίο. Να μάθουν ξανά απ’ την αρχή πως ο πολιτισμός δεν χρειάζεται σύνορα, μόνο ανθρώπους που θυμούνται να αγαπούν.

Mr Post Fluxus

Ο Δάσκαλος, ο Στρατιωτικός και ο Καλλιτέχνης


 Ο Δάσκαλος, ο Στρατιωτικός και ο Καλλιτέχνης

Ο δάσκαλος μαθαίνει στα παιδιά πώς να γράφουν. Ο στρατιωτικός τους δείχνει πώς να υπακούν. Και ο καλλιτέχνης; Ο καλλιτέχνης τους μαθαίνει πώς να σβήνουν και να ξαναγράφουν τον κόσμο.

Ο δάσκαλος ονειρεύεται την ουτοπία. Ο στρατιωτικός φυλάει τα όρια της δυστοπίας. Ο καλλιτέχνης περνά ανάμεσά τους με χρώματα στα χέρια, σβήνει σύνορα, μουτζουρώνει σημαίες, γράφει πάνω στους τοίχους ό,τι δεν τολμούν να πουν οι άνθρωποι.

Για τον δάσκαλο, η γνώση είναι το φως. Για τον στρατιωτικό, η πειθαρχία είναι το καθήκον. Για τον καλλιτέχνη, και τα δύο είναι εργαλεία. Φως για να δει βαθύτερα το σκοτάδι, καθήκον για να το σπάσει.

Ο δάσκαλος καλλιεργεί τον νου, ο στρατιωτικός προστατεύει το σώμα, ο καλλιτέχνης ελευθερώνει το πνεύμα. Γιατί μόνο εκεί, στο σημείο που το σώμα τρέμει και το μυαλό αμφιβάλλει, γεννιέται το αληθινό έργο.

Ο καλλιτέχνης δεν θέλει να νικήσει. Δεν θέλει να διδάξει ούτε να διοικήσει. Θέλει να αφυπνίσει. Να δείξει στον στρατιωτικό πως ο φόβος είναι καμβάς, και στον δάσκαλο πως η γνώση χωρίς συναίσθημα είναι μια τάξη χωρίς παιδιά.

Κι αν κάποτε οι τρεις συναντηθούν, ίσως ο δάσκαλος αφήσει κάτω την κιμωλία, ο στρατιωτικός το όπλο, κι ο καλλιτέχνης, το πινέλο του, και με τα χέρια γυμνά να πλάσουν από χώμα
τον νέο άνθρωπο.

Mr Post Fluxus

Οι Τέσσερις Όψεις του Κόσμου


 Οι Τέσσερις Όψεις του Κόσμου

Ο Στρατιωτικός βλέπει ξένους να εισβάλλουν. Η αποστολή του είναι να κρατά γραμμές, να ορίζει όρια και να υπερασπίζεται σημαίες. Μα πίσω από το κράνος, ο φόβος είναι ο ίδιος με όλων, μην χαθεί ο κόσμος που γνώρισε, μην σβήσει η τάξη που του έμαθαν να υπηρετεί.

Ο Δάσκαλος βλέπει ανθρώπους να διδάξει. Κρατά κιμωλία αντί για όπλο, σπέρνει φως σε μάτια που ακόμη δεν ξέρουν να βλέπουν. Δεν θέλει να πείσει, θέλει να αφυπνίσει.
Ξέρει πως το αύριο χτίζεται με λέξεις, κι ότι το λάθος δεν είναι ήττα, αλλά αρχή.

Ο Καλλιτέχνης βλέπει ψυχές να αγγίξει. Στέκεται ανάμεσα στο χάος και την ελπίδα, κρατώντας το άυλο με χρώμα, ήχο, ή πληγή. Δεν θεραπεύει, αποκαλύπτει. Δεν σώζει, θυμίζει. Είναι εκεί για να πει πως και η σιωπή έχει φωνή.

Κι έπειτα έρχεται ο διασώστης. Αυτός δεν ρωτά ποιος έχει δίκιο, ποια σημαία ανεμίζει, ποια γλώσσα φωνάζει βοήθεια. Τρέχει προς το χάος όταν όλοι τρέχουν μακριά του. Μπαίνει στο σκοτάδι για να βρει ζωή. Δεν κρατά όπλο, ούτε βιβλίο, ούτε πινέλο, κρατά μια ανάσα που δεν είναι δική του, μια ελπίδα που δεν τον ρώτησε αν προλαβαίνει. Ο διασώστης είναι ο κρίκος που ενώνει τους τρεις. Την πειθαρχία του στρατιωτικού,
τη σοφία του δασκάλου, την ευαισθησία του καλλιτέχνη. Είναι η πράξη του ανθρώπου όταν η θεωρία σωπαίνει.
Η τελευταία χειρονομία ανθρωπιάς μέσα στη στάχτη.

Κι αν ποτέ οι τέσσερις σταθούν πλάι πλάι, ας μην ψάξουν ποιος έχει τον ρόλο του σωστού. Γιατί εκείνη τη στιγμή, ο κόσμος ίσως σωθεί, όχι από τη δύναμη, ούτε από τη γνώση, ούτε από την τέχνη, αλλά από την ανθρώπινη πράξη.

Mr Post Fluxus

Μνήμη για τον άγνωστο


Μνήμη για τον άγνωστο

Το 1926, μέσα στα ερείπια μιας χαμένης Μεγάλης Ιδέας, το κράτος έστησε ένα μνημείο για τους “αγνώστους”. Μα ποιοι ήταν οι άγνωστοι; Οι στρατιώτες που δεν γύρισαν; Ή οι άνθρωποι που δεν ρωτήθηκαν ποτέ αν θέλουν να φύγουν;

Την ίδια χρονιά που τα χειμερινά ανάκτορα κάηκαν, όταν ο καπνός ανέβαινε πάνω από το Σύνταγμα κι η μνήμη έπνιγε τον αέρα της Αθήνας, το κτίριο έγινε νοσοκομείο, πρόσφυγες απ’ τη Δυτική Μικρασία, μητέρες με μάτια γεμάτα θάλασσα, παιδιά που έψαχναν πατρίδα μέσα στα σεντόνια των τραυμάτων.

Κι απέναντι, στην άδεια πλατεία, στήθηκε το μνημείο. Όχι για να τιμήσει, μα για να ξεχάσει. Για να κρύψει την ήττα κάτω από λουλούδια. Έτσι άνοιξαν τα λουλουδάδικα, να πουλάνε συγχώρεση με το κοτσάνι. Ο χαροκαμένος λαός αγόραζε γαρύφαλλα, τα άφηνε στο άγνωστο και έφευγε λίγο πιο πειθήνιος.

Το μάρμαρο μιλούσε τη γλώσσα της υπακοής. “Σιωπή για να υπάρχει τάξη.” “Τιμή για να υπάρχει πατρίδα.” Μα οι νεκροί δεν θέλουν τιμή, θέλουν αλήθεια.

Κι όταν ήρθε ο Δεκέμβρης του ’44, η αλήθεια ξαναβγήκε στους δρόμους. Από τα μπαλκόνια της Μεγάλης Βρεταννίας κι απ’ το μέγαρο που κοιμούνται τα θηρία, άνοιξαν πυρ. Το αίμα έβαψε το πεζοδρόμιο μπροστά στο μνημείο. Όχι πια ξένων στρατών, μα Ελλήνων ενάντια σε Έλληνες.

Κι έτσι το μάρμαρο έγινε πάλι ζεστό. Όχι από δόξα, από αίμα. Και τότε κατάλαβε ο λαός, ο “άγνωστος” ήταν ο ίδιος. Αυτό το μνημείο δεν είναι σύμβολο ενότητας, είναι υπενθύμιση ήττας, μάθημα λησμονιάς. Αν είναι να το τιμήσουμε, να το γκρεμίσουμε πρώτα μέσα μας. Και στη θέση του να γράψουμε:

Εδώ κοιμάται η ψευδαίσθηση του έθνους. Κι εδώ αρχίζει η μνήμη του ανθρώπου.

Mr Post Fluxus