Μην χάσεις ποτέ το παιδί που έχεις μέσα σου


 Μην χάσεις ποτέ το παιδί που έχεις μέσα σου

Ήταν μια εποχή που όλα είχαν πιο έντονο χρώμα. Όχι γιατί ήταν πιο φωτεινά, μα γιατί τα βλέπαμε για πρώτη φορά. Μυρωδιές από γιασεμιά και αγιόκλημα, ξεπηδούσαν μέσα από τις αυλές και μπλέκονταν με τη σκόνη των ποδιών μας που έτρεχαν στις αλάνες. Η Άνοιξη! Όπως τότε που ήμασταν παιδιά, με ανεμελιά, με χαρά, με μια αίσθηση ελευθερίας που δεν είχε ακόμα γνωρίσει σύνορα.

Θυμάμαι εκείνα τα πρωινά που η σχολική τσάντα έμοιαζε πιο ελαφριά, γιατί πλησίαζε το τέλος της χρονιάς. Θυμάται τα σχέδια που κάναμε στα τετράδια, όχι για το μάθημα, αλλά για τις ημερήσιες εκδρομές που έρχονταν. Τα λεωφορεία, τα τραγούδια στη διαδρομή, οι χυμοί και τα σαντουιτσάκια από το σπίτι. Θυμάται τις πλατείες γεμάτες ποδήλατα, τα κουδουνάκια που αντηχούσαν, τις κρυψώνες πίσω από δέντρα και τους φίλους που γίνονταν οικογένεια, έστω για ένα απόγευμα.

Τότε που φτιάχναμε παιχνίδια από το τίποτα. Ένα καπάκι γινόταν μπάλα, ένα σκοινί γινόταν φίδι, μια πέτρα γινόταν θησαυρός. Τα γέλια έβγαιναν απ’ την καρδιά μας και μένανε κρεμασμένα στον αέρα, να τα παίρνει ο ήλιος και να τα φυτεύει μέσα στα καλοκαιρινά απογεύματα.

Ο καιρός περνούσε, όχι για να χαθεί, αλλά για να χτίσει μέσα μας τον χρόνο. Οι παιδικές φιλίες, τα όνειρα, η ανεμελιά, οι πρώτες ερωτήσεις για τον κόσμο, όλα αυτά έμειναν εκεί, κάπου πίσω απ’ τις πολυκατοικίες, πίσω απ’ τις καλοκαιρινές μυρωδιές, πίσω απ’ τα απογεύματα που μύριζαν αθωότητα και ιδρώτα.

Μεγάλωσα. Μα δεν έχασα ποτέ το παιδί που είχα μέσα μου. Το κουβαλάω στις διαδρομές, στις εκθέσεις , στις μουσικές , στις βόλτες μου με τη μνήμη. Το νιώθω να ξυπνά κάθε φορά που ανθίζουν οι νεραντζιές και οι συμμαθητές του κόσμου μαζεύονται ξανά στις πλατείες, πιο μεγάλοι, πιο κουρασμένοι, αλλά ακόμα παιδιά μέσα τους.

Μην χάσεις ποτέ το παιδί που έχεις μέσα σου. Είναι αυτό που σου θυμίζει ποιος ήσουν όταν ήσουν αληθινός. Είναι αυτό που αρωματίζει την ψυχή σου με τον ήλιο του Ιούνη, που γελάει με τα απλά, που πιστεύει στο “ένα ακόμα παιχνίδι”, στο “ένα ακόμα καλοκαίρι”, στο “ένα ακόμα φιλαράκι”.

Η σχολική χρονιά τελειώνει, όπως τότε. Αλλά κάπου, σε μια αλάνα, κάποιος μαζεύει πέτρες για να παίξει "τζαμί". Κάπου, ένα παιδί ετοιμάζει το ποδήλατό του για τη μεγάλη βόλτα του απογεύματος. Κάπου, η Άνοιξη δίνει ραντεβού με την καρδιά σου.
Κλείσε για λίγο τα μάτια και θυμήσου.
Με μια ψυχή γεμάτη αγάπη και αναμνήσεις.
Με ένα παιδικό χαμόγελο που λέει πάντα: "άσε με λίγο ακόμα να παίξω."

Μια βουτιά χρόνος

Και τώρα καθισμένος σ’ έναν βράχο, κοιτάζω τη θάλασσα. Τα παιδιά παίζουν στην άμμο, φωνάζουν, γελούν, φτιάχνουν κάστρα που η θάλασσα θα πάρει και πάλι πίσω, όπως τότε. Χαμογελάω. Γιατί σε κάθε τους κίνηση βλέπω τον ίδιο μου τον εαυτό, χρόνια πριν, στις ίδιες εικόνες, στα ίδια μέρη, σε άλλους χρόνους.
Η θάλασσα είναι πάντα εκεί. Απέραντη, υπομονετική, σοφή. Μαζί της κουβαλάει ήχους από καλοκαίρια περασμένα, παγωτά που έλιωναν στα χέρια, πλαστικά κουβαδάκια, βουτιές που έμοιαζαν με λύτρωση, το φως που καθρεφτιζόταν στα μάτια των φίλων μου. Θυμάμαι τις μυρωδιές της αντηλιακής κρέμας και της αλατισμένης πετσέτας. Τα βραδινά περπατήματα με σαγιονάρες και τους ψίθυρους για το ποιος άρεσε σε ποιον.

Σήμερα όμως, τα ίδια βράδια, τα περπατάω κρατώντας μικρά χέρια. Τα παγωτά τα προσφέρω εγώ. Οι αγκαλιές είναι πιο βαθιές, πιο γεμάτες. Και καθώς ο ήλιος χαμηλώνει, γεμίζοντας τον ορίζοντα με πορτοκαλί υποσχέσεις, ευχαριστώ τη ζωή για τα τότε και τα τώρα, για όσα έμειναν και για όσα αλλάζουν.
Αναμένω το καλοκαίρι που έρχεται, όχι σαν απόδραση πια, αλλά σαν επιστροφή. Μια επιστροφή σε ό,τι αγαπώ. Στον χρόνο που κυλά όχι για να φθείρει, αλλά για να γεμίσει. Στις μέρες που χαρίζονται με γενναιοδωρία. Στο φως που πέφτει πάνω στα παιδιά και φωτίζει κι εμένα μέσα από αυτά.

Ζω ανάμεσα σε εποχές. Είμαι ο μικρός της αλάνας και ο πατέρας της αγκαλιάς. Είμαι εδώ και εκεί. Στη θύμηση και στην πράξη. Στο παιχνίδι και στη σιωπή. Στο φως του μεσημεριού και στη γαλήνη του δειλινού.

Με μια ψυχή γεμάτη αγάπη και ευγνωμοσύνη,
με την καρδιά ανοιχτή σαν ορίζοντας,
με το παιδί μέσα ζωντανό,
ευχαριστώ για το θαύμα:
να είμαι πατέρας, να είμαι παρών,
να είμαι κομμάτι της μεγάλης οικογένειας
που ονομάζουμε Όλων.