Μοναδική μου πατρίδα τα παιδικά μου χρόνια


Μοναδική μου πατρίδα τα παιδικά μου χρόνια

Η Θεσσαλονίκη είναι μια αγκαλιά. Όχι πάντα ζεστή, όχι πάντα δίκαιη, μα δική μου. Κάθε φορά που περπατώ στους δρόμους της, νιώθω το παρελθόν μου να ανασαίνει δίπλα μου. Ίσως φταίνε οι γωνιές που δεν άλλαξαν, ή τα πρόσωπα που έσβησαν μεν, αλλά συνεχίζουν να ψιθυρίζουν μέσα μου. Δεν με κρατάνε κάγκελα εδώ, με κρατούν δεσμοί. Υποχρεώσεις, αγάπες, ευθύνες, κι ένα “εμείς” που κάποτε ευχήθηκα και τώρα με ορίζει.

Δεν μετάνιωσα, μα καμιά φορά στεναχωριέμαι. Για τα ταξίδια που δεν έκανα, για τη ζωή punk rock που αγάπησα και έμεινε στο πίσω κάθισμα. Ήθελα να φύγω, να δω, να χαθώ και να ξαναβρώ τον εαυτό μου σε ξένες πόλεις και άγνωστες γλώσσες. Μα έμεινα. Όχι από φόβο, από πίστη. Πίστη στους ανθρώπους μου, σε ό,τι χτίσαμε μαζί.

Κι όμως, κάτι μέσα μου δεν σταματά να αναζητά. Ίσως να 'ναι εκείνο το παιδί που ακόμη κατοικεί μέσα μου, αυτό που έτρεχε ανέμελο στις αλάνες, που τσουλούσε με σανίδες του skate, που ζωγράφιζε όνειρα στους τοίχους με μαρκαδόρους και στίχους ανατρεπτικούς, που πίστευε πως μπορεί να αλλάξει τον κόσμο με μια κραυγή και μια κιθάρα. Αυτό το παιδί είναι η πατρίδα μου. Μοναδική και ανεπανάληπτη.

Γιατί η αλήθεια είναι πως η πόλη αλλάζει, οι άνθρωποι πληγώνουν, η καθημερινότητα πνίγει. Μα υπάρχουν πάντα εκείνες οι σπάνιες στιγμές, ένα ανοιξιάτικο αεράκι δίπλα στη θάλασσα, ένα βλέμμα παλιού φίλου, μια μουσική, από παλιά DIY ελληνόφωνου punk κασέτα, που μου θυμίζουν ποιος ήμουν. Ποιος είμαι. Και κυρίως, ποιος δεν θέλω να ξεχάσω να είμαι.

Δεν ζω φυλακισμένος. Ζω ανάμεσα σε κόσμους. Κι αν καμιά φορά σκοντάφτω στη σιωπή και τη ρουτίνα, ξέρω πως μέσα μου ακόμη αντιλαλεί η κραυγή.

"Μοναδική μου πατρίδα τα παιδικά μου χρόνια."

Σιωπηλές Καταρρεύσεις


 Σιωπηλές Καταρρεύσεις

Ο ουρανός βαρύς, φορτωμένος σκόνη και μισό φως, προμηνύει τη βροχή.
Σε τέτοιες μέρες, οι υαλοκαθαριστήρες είναι απαραίτητοι.
Η ζωή στους δρόμους μοιάζει κομμένη στα δύο, λειψή και άδεια.
Ζούμε μέσα στα ερείπια μιας πόλης που αργοπεθαίνει.
Τίποτα δεν αλλάζει εδώ.
Όλα μένουν παγωμένα στον χρόνο.
Ζούμε μέσα στα συντρίμμια.
Πρόσωπα άδεια, βλέμματα που δεν βλέπουν.
Καμία ζεστασιά, κανένα ενδιαφέρον.
Μια πόλη χαμένη, μια ζωή ξεχασμένη.

Όταν η Εκκλησία ευλογεί τα όπλα: μια θεολογική και κοινωνική αντίφαση


Όταν η Εκκλησία ευλογεί τα όπλα: μια θεολογική και κοινωνική αντίφαση

Η εικόνα ενός ιερέα που ευλογεί πολεμικά αεροπλάνα, άρματα μάχης ή στρατιώτες με οπλισμό δεν είναι σπάνια στις σύγχρονες τελετές των Ενόπλων Δυνάμεων. Για πολλούς, είναι μια συνήθεια "παράδοσης". Για άλλους, όμως, αποτελεί πρόκληση, αντίφαση, ή και προδοσία του Ευαγγελίου. Το ερώτημα που αναδύεται όλο και πιο έντονα είναι:
Μπορεί ο Χριστιανισμός να συμβαδίσει με τα όπλα;

Η ριζοσπαστική ειρήνη του Ιησού

Ο Ιησούς της Ναζαρέτ δεν οπλίστηκε ποτέ. Αντίθετα, δίδαξε μια ριζική μορφή ειρήνης: αγάπη προς τον εχθρό, συγχώρεση, πραότητα. Δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του όταν συνελήφθη και σταυρώθηκε. Είπε:

«Όποιος πιάσει το ξίφος, με ξίφος θα πεθάνει» (Μτ 26:52)

Η στάση αυτή δεν είναι μόνο πνευματική, αλλά πολιτικά ριζοσπαστική. Ο Ιησούς δεν προσέφερε ένα «σύστημα πίστης» για να καλύψει κρατικές επιλογές, αλλά ανατρέπει τις λογικές εξουσίας και επιβολής.

Όταν η Εκκλησία συμμαχεί με την εξουσία

Κι όμως, από τους βυζαντινούς χρόνους ως σήμερα, η Εκκλησία πολλές φορές ευλόγησε τα όπλα, είτε ως μέρος «δίκαιου πολέμου» είτε ως τελετουργικό του κράτους. Η σύμπλεξη αυτή εξυπηρέτησε την πολιτική σταθερότητα ή τον εθνικό αγώνα, αλλά με τίμημα τη θεολογική καθαρότητα.

Η ευλογία του πολέμου, έστω και «αμυντικού», δεν βρίσκει θεμέλιο στα λόγια του Ιησού. Η πίστη που ξεκίνησε με μαρτύριο, δεν μπορεί να δικαιολογεί τη βία, ακόμη κι αν αυτή «φορέσει» τη στολή της ανάγκης ή της πατρίδας.

Η σύγχρονη κοινωνική πρόκληση

Στην εποχή μας, όπου οι πόλεμοι είναι συχνά προϊόν συμφερόντων, η Εκκλησία καλείται να επιλέξει:
Θα σταθεί προφήτης ή υπηρέτης;
Θα συνεχίσει να συμμετέχει σε στρατιωτικές τελετές με "ευλογίες όπλων", ή θα υπερασπιστεί την αξία της ανθρώπινης ζωής χωρίς όρους;

Η κοινωνία, ιδίως οι νεότερες γενιές, αποζητά μια Εκκλησία αληθινή, ειρηνοποιό, απελευθερωμένη από εξουσιαστικές εξαρτήσεις. Μια Εκκλησία που δεν θα ευλογεί τα εργαλεία του πολέμου, αλλά θα δίνει την ψυχή της για να μην χρειαστούν ποτέ.

Συμπέρασμα

Ο Χριστιανισμός δεν είναι ουδέτερος απέναντι στα όπλα. Είναι ριζικά αντίθετος με τη βία.
Η Εκκλησία σήμερα δεν καλείται να είναι «παραδοσιακή», αλλά πιστή. Όχι να ευλογεί το μέταλλο του πολέμου, αλλά να στέκεται δίπλα σε κάθε άνθρωπο που υποφέρει εξαιτίας του.

Ίσως ήρθε ο καιρός να σιωπήσει ο αγιασμός του πολέμου…
και να ξανακουστεί η φωνή του Χριστού:
«Μακάριοι οι ειρηνοποιοί».

Mr Post Fluxus

Μην χάσεις ποτέ το παιδί που έχεις μέσα σου


 Μην χάσεις ποτέ το παιδί που έχεις μέσα σου

Ήταν μια εποχή που όλα είχαν πιο έντονο χρώμα. Όχι γιατί ήταν πιο φωτεινά, μα γιατί τα βλέπαμε για πρώτη φορά. Μυρωδιές από γιασεμιά και αγιόκλημα, ξεπηδούσαν μέσα από τις αυλές και μπλέκονταν με τη σκόνη των ποδιών μας που έτρεχαν στις αλάνες. Η Άνοιξη! Όπως τότε που ήμασταν παιδιά, με ανεμελιά, με χαρά, με μια αίσθηση ελευθερίας που δεν είχε ακόμα γνωρίσει σύνορα.

Θυμάμαι εκείνα τα πρωινά που η σχολική τσάντα έμοιαζε πιο ελαφριά, γιατί πλησίαζε το τέλος της χρονιάς. Θυμάται τα σχέδια που κάναμε στα τετράδια, όχι για το μάθημα, αλλά για τις ημερήσιες εκδρομές που έρχονταν. Τα λεωφορεία, τα τραγούδια στη διαδρομή, οι χυμοί και τα σαντουιτσάκια από το σπίτι. Θυμάται τις πλατείες γεμάτες ποδήλατα, τα κουδουνάκια που αντηχούσαν, τις κρυψώνες πίσω από δέντρα και τους φίλους που γίνονταν οικογένεια, έστω για ένα απόγευμα.

Τότε που φτιάχναμε παιχνίδια από το τίποτα. Ένα καπάκι γινόταν μπάλα, ένα σκοινί γινόταν φίδι, μια πέτρα γινόταν θησαυρός. Τα γέλια έβγαιναν απ’ την καρδιά μας και μένανε κρεμασμένα στον αέρα, να τα παίρνει ο ήλιος και να τα φυτεύει μέσα στα καλοκαιρινά απογεύματα.

Ο καιρός περνούσε, όχι για να χαθεί, αλλά για να χτίσει μέσα μας τον χρόνο. Οι παιδικές φιλίες, τα όνειρα, η ανεμελιά, οι πρώτες ερωτήσεις για τον κόσμο, όλα αυτά έμειναν εκεί, κάπου πίσω απ’ τις πολυκατοικίες, πίσω απ’ τις καλοκαιρινές μυρωδιές, πίσω απ’ τα απογεύματα που μύριζαν αθωότητα και ιδρώτα.

Μεγάλωσα. Μα δεν έχασα ποτέ το παιδί που είχα μέσα μου. Το κουβαλάω στις διαδρομές, στις εκθέσεις , στις μουσικές , στις βόλτες μου με τη μνήμη. Το νιώθω να ξυπνά κάθε φορά που ανθίζουν οι νεραντζιές και οι συμμαθητές του κόσμου μαζεύονται ξανά στις πλατείες, πιο μεγάλοι, πιο κουρασμένοι, αλλά ακόμα παιδιά μέσα τους.

Μην χάσεις ποτέ το παιδί που έχεις μέσα σου. Είναι αυτό που σου θυμίζει ποιος ήσουν όταν ήσουν αληθινός. Είναι αυτό που αρωματίζει την ψυχή σου με τον ήλιο του Ιούνη, που γελάει με τα απλά, που πιστεύει στο “ένα ακόμα παιχνίδι”, στο “ένα ακόμα καλοκαίρι”, στο “ένα ακόμα φιλαράκι”.

Η σχολική χρονιά τελειώνει, όπως τότε. Αλλά κάπου, σε μια αλάνα, κάποιος μαζεύει πέτρες για να παίξει "τζαμί". Κάπου, ένα παιδί ετοιμάζει το ποδήλατό του για τη μεγάλη βόλτα του απογεύματος. Κάπου, η Άνοιξη δίνει ραντεβού με την καρδιά σου.
Κλείσε για λίγο τα μάτια και θυμήσου.
Με μια ψυχή γεμάτη αγάπη και αναμνήσεις.
Με ένα παιδικό χαμόγελο που λέει πάντα: "άσε με λίγο ακόμα να παίξω."

Μια βουτιά χρόνος

Και τώρα καθισμένος σ’ έναν βράχο, κοιτάζω τη θάλασσα. Τα παιδιά παίζουν στην άμμο, φωνάζουν, γελούν, φτιάχνουν κάστρα που η θάλασσα θα πάρει και πάλι πίσω, όπως τότε. Χαμογελάω. Γιατί σε κάθε τους κίνηση βλέπω τον ίδιο μου τον εαυτό, χρόνια πριν, στις ίδιες εικόνες, στα ίδια μέρη, σε άλλους χρόνους.
Η θάλασσα είναι πάντα εκεί. Απέραντη, υπομονετική, σοφή. Μαζί της κουβαλάει ήχους από καλοκαίρια περασμένα, παγωτά που έλιωναν στα χέρια, πλαστικά κουβαδάκια, βουτιές που έμοιαζαν με λύτρωση, το φως που καθρεφτιζόταν στα μάτια των φίλων μου. Θυμάμαι τις μυρωδιές της αντηλιακής κρέμας και της αλατισμένης πετσέτας. Τα βραδινά περπατήματα με σαγιονάρες και τους ψίθυρους για το ποιος άρεσε σε ποιον.

Σήμερα όμως, τα ίδια βράδια, τα περπατάω κρατώντας μικρά χέρια. Τα παγωτά τα προσφέρω εγώ. Οι αγκαλιές είναι πιο βαθιές, πιο γεμάτες. Και καθώς ο ήλιος χαμηλώνει, γεμίζοντας τον ορίζοντα με πορτοκαλί υποσχέσεις, ευχαριστώ τη ζωή για τα τότε και τα τώρα, για όσα έμειναν και για όσα αλλάζουν.
Αναμένω το καλοκαίρι που έρχεται, όχι σαν απόδραση πια, αλλά σαν επιστροφή. Μια επιστροφή σε ό,τι αγαπώ. Στον χρόνο που κυλά όχι για να φθείρει, αλλά για να γεμίσει. Στις μέρες που χαρίζονται με γενναιοδωρία. Στο φως που πέφτει πάνω στα παιδιά και φωτίζει κι εμένα μέσα από αυτά.

Ζω ανάμεσα σε εποχές. Είμαι ο μικρός της αλάνας και ο πατέρας της αγκαλιάς. Είμαι εδώ και εκεί. Στη θύμηση και στην πράξη. Στο παιχνίδι και στη σιωπή. Στο φως του μεσημεριού και στη γαλήνη του δειλινού.

Με μια ψυχή γεμάτη αγάπη και ευγνωμοσύνη,
με την καρδιά ανοιχτή σαν ορίζοντας,
με το παιδί μέσα ζωντανό,
ευχαριστώ για το θαύμα:
να είμαι πατέρας, να είμαι παρών,
να είμαι κομμάτι της μεγάλης οικογένειας
που ονομάζουμε Όλων.

Κάτω η Χούντα. Κάτω ο Φασισμός


Mr Post Fluxus: Σχόλιο για την 21η Απριλίου

Κάτω η Χούντα. Κάτω ο Φασισμός

Η 21η Απριλίου δεν είναι ένα ακόμη «ιστορικό γεγονός».

Είναι το κρύο κελί της απομόνωσης, είναι τα βασανιστήρια στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, είναι οι εξορίες στη Γυάρο και στη Λέρο, είναι τα καμένα βιβλία, οι φιμωμένοι ποιητές, οι εξευτελισμένοι φοιτητές, τα απαγορευμένα τραγούδια, τα σκισμένα πανό και οι χαμηλωμένες ματιές.

Η Χούντα δεν ήταν απλώς μια «στρατιωτική διακυβέρνηση». Ήταν μια ωμή επίθεση στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μια επταετής παύση κάθε έννοιας δικαιοσύνης. Μια θεσμική εκτροπή που ήθελε πολίτες χωρίς φωνή και χώρα χωρίς μνήμη.

Κι όμως , όσοι εξορίστηκαν, όσοι βασανίστηκαν, όσοι δεν γύρισαν ποτέ, κράτησαν μια σπίθα μέσα τους. Μια σπίθα που πέρασε από στόμα σε στόμα, από το γράμμα στην εφημερίδα τοίχου, από τη ραδιοφωνική πειρατεία στο μυστικό θεατρικό της γειτονιάς. Γιατί όσο κι αν η εξουσία φυλακίζει κορμιά, οι ιδέες βρίσκουν δρόμους.
Ο φασισμός δεν έφυγε για πάντα. Μονάχα μεταμφιέστηκε.

Παριστάνει τον σωτήρα, όταν μυρίζει φόβο. Επιστρέφει στα κενά της παιδείας, στις φτωχογειτονιές που δεν έχουν φωνή, στους τοίχους που γράφουν «εδώ πνίγηκε η ελπίδα».

Κι όμως, υπάρχει φως.
Υπάρχει φως στον φοιτητή που σηκώνει το πανό.
Στη δασκάλα που διδάσκει δημοκρατία με το βλέμμα της.
Στο παιδί που μαθαίνει ότι "πατρίδα" δεν είναι η σιωπή, αλλά η αλήθεια.

Ο Mr Post Fluxus δεν γράφει για να φοβίσει. Γράφει για να θυμίσει πως το μέλλον δεν γράφεται με τανκς, αλλά με λέξεις, με τέχνη, με συλλογικότητα. Πως το «Ποτέ Ξανά» δεν είναι σλόγκαν. Είναι καθημερινή πράξη. Είναι άρνηση στον φασισμό με κάθε τρόπο – όχι μόνο στα μεγάλα, αλλά και στα μικρά: στη γλώσσα, στη συμπεριφορά, στο πώς κοιτάς τον άλλον στα μάτια.

Γιατί όπως λέει κι ο ίδιος:

«Όσο υπάρχουν εξορίες, εγώ θα χτίζω επιστροφές.
Όσο υπάρχει βία, εγώ θα γράφω αγκαλιές.
Και όσο υπάρχει φασισμός, θα ζωγραφίζω ελευθερία μέχρι να μην χωράει πουθενά το σκοτάδι.»

Έξοδος / Movement of the People


Έξοδος / Movement of the People

Σαν σήμερα, 10 Απριλίου 1826, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Μεσολογγίου δεν έγραψαν απλώς ιστορία, την έκαψαν, την τίναξαν στον αέρα, την ξαναέγραψαν με αίμα και σιωπή. Δεν βγήκαν για να σωθούν. Βγήκαν για να μη γίνουν σκλάβοι.

Κι αν ο Σολωμός προσπάθησε να τους υμνήσει με λέξεις, εγώ, ο Mr Post Fluxus, ψάχνω ακόμη τα σωθικά αυτής της πράξης στα πεζοδρόμια των καιρών μας. Γιατί σήμερα δεν πολιορκούνται πια οι πόλεις, πολιορκούνται οι ψυχές. Και η έξοδος είναι πάντα ατομική.

Ο Μεσολογγίτης του 1826 είχε σπαθί, φλόγα και πίστη. Ο σημερινός έχει οθόνη, φόβο και αποβλάκωση. Εκείνοι πεινούσαν, μα ήξεραν γιατί πεθαίνουν. Εμείς χορταίνουμε, αλλά αγνοούμε γιατί ζούμε. Εκείνοι βγήκαν μέσα από τη νύχτα με τραγούδι στα χείλη και μωρό στην αγκαλιά. Εμείς φοβόμαστε να βγούμε από τη βολή μας, φοβόμαστε να κοιτάξουμε τον διπλανό στα μάτια.

Η έξοδος δεν είναι παρελθόν. Είναι καθημερινό ενδεχόμενο. Δεν είναι ηρωισμός. Είναι επιλογή. Δεν είναι θυσία. Είναι ανάκτηση της ανθρώπινης υπόστασης.

Αν σήμερα υπάρχει Μεσολόγγι, είναι κάθε σχολείο που σιωπά μπροστά στον εκφοβισμό. Κάθε πλατεία που φυτεύτηκε τσιμέντο αντί για δέντρα. Κάθε παιδί που γεννιέται μέσα στη βία των ενηλίκων και μαθαίνει να επιβιώνει αντί να ζει.

Εμείς θα κάνουμε την έξοδό μας;
Ή θα μείνουμε πολιορκημένοι από τα δικά μας "δεν μπορώ", "δεν γίνεται", "έτσι είναι τα πράγματα";

Ο Mr Post Fluxus δεν έχει απαντήσεις. Μόνο μια κραυγή:
Βγες. Τώρα. Όσο έχεις ακόμη επιλογή. Βγες από ό,τι σε σκλαβώνει και σε θέλει δούλο. Κάνε την εσωτερική σου επανάσταση, ας είναι αυτή η αρχή.

Εικόνα:
Louis Josef Toussain Rossignion (1781-1850)
"Η τελευταία μετάληψη των Μεσολογγιτών"

Εμιλιάνο Ζαπάτα Σαλαζάρ


Σαν σήμερα, στις 10 Απριλίου 1919, έπεφτε νεκρός ο μεγάλος επαναστάτης της μεξικανικής επανάστασης, Εμιλιάνο Ζαπάτα Σαλαζάρ. Ένας άνθρωπος που γεννήθηκε από τη γη και για τη γη πολέμησε, μέχρι την τελευταία του ανάσα.


Ο Ζαπάτα δεν ήταν απλώς ένας στρατιωτικός ηγέτης ή ένας ακόμα ήρωας της ιστορίας. Ήταν η φωνή των φτωχών αγροτών, η ψυχή των ιθαγενών κοινοτήτων, το ανάστημα της αντίστασης απέναντι στην αδικία, την καταπίεση και την εκμετάλλευση της γης από τους ισχυρούς.

Με το σύνθημα "Tierra y Libertad" – Γη και Ελευθερία – έγινε σύμβολο για χιλιάδες αγρότες που ζούσαν χωρίς δικαιώματα πάνω στη γη που καλλιεργούσαν αιώνες. Πίστευε ακράδαντα πως η επανάσταση δεν είχε νόημα αν δεν εξασφάλιζε στον λαό την αυτονομία, την αξιοπρέπεια και τη γη.

Ο Ζαπάτα δεν συμβιβάστηκε ποτέ. Δεν υπέκυψε σε ψεύτικες υποσχέσεις. Αρνήθηκε κάθε εξουσία που δεν υπηρετούσε τον λαό. Κι αυτό τον έκανε επικίνδυνο για τα καθεστώτα. Σαν σήμερα, τον προσκάλεσαν υποκριτικά σε ειρηνικές διαπραγματεύσεις και του έστησαν ενέδρα. Έπεσε προδομένος, αλλά όχι νικημένος.

Η μορφή του παραμένει ζωντανή σε τοιχογραφίες, τραγούδια, πορείες και εξεγέρσεις. Από την επανάσταση του 1910 μέχρι τους Ζαπατίστας της Τσιάπας στις δεκαετίες που ακολούθησαν, το όνομά του είναι κραυγή.

Σαν σήμερα θυμόμαστε: Ο Ζαπάτα δεν πέθανε. Τον σκοτώσανε, αλλά δεν τον νικήσανε.
Γιατί όπου υπάρχει αδικία, φτώχεια, καταπίεση, εκεί η σκιά του σηκώνεται ξανά.
Και μαζί της, σηκώνεται και ο λαός.

Εικόνα:
"PORTRET OF EMILIANO ZAPATA"
Ψηφιακή αποτύπωση
2009
έργο του Γιάννη Σταμενίτη

Η Αντίσταση ως Καθημερινότητα


Η Αντίσταση ως Καθημερινότητα

Κοιτάω απ’ το παράθυρο. Τίποτα δεν έχει αλλάξει και όλα είναι αλλιώς. Η ίδια πόλη που μυρίζει τσιμέντο, ταπετσαρία θανάτου. Κάδοι ξεχειλίζουν, βλέμματα κατεβασμένα, φωνές πνιγμένες. Άνθρωποι στριμώχνονται στα μέσα μεταφοράς σαν να ’ναι εμπορεύματα, σαν να ’ναι ανεπιθύμητοι στις ίδιες τους τις ζωές. Κι ύστερα έρχεται εκείνη η ησυχία που ουρλιάζει: το τίποτα που γίνεται καθημερινότητα.


Όμως δε θα συνηθίσω.

Η φτώχεια, η ανεργία, η ανασφάλεια δεν είναι στατιστικά. Είναι οι γείτονες μου. Είναι το παιδί της καθαρίστριας που δεν έχει λεφτά για φροντιστήριο. Είναι ο μετανάστης που στέκεται όρθιος 12 ώρες τη μέρα για ένα κομμάτι ψωμί.

Ο Mr Post Fluxus, κι εγώ μαζί του, δεν είναι μασκαράς μιας επαναστατικής καρικατούρας. Είναι ευάλωτος, είναι τρυφερός, είναι ένας καλλιτέχνης που πονάει όταν βλέπει παιδιά σε δομές φιλοξενίας και γέροντες να ψάχνουν στα σκουπίδια. Ένας άνθρωπος που αγωνίζεται όχι για ιδεολογίες, αλλά για τον άνθρωπο.

Γιατί ο φασισμός δεν είναι θεωρία. Είναι κλωτσιά στο στομάχι. Είναι αίμα στα πεζοδρόμια, είναι μαχαίρια σε πλάτες μεταναστών, είναι αστυνομική βία που πατάει λαιμούς. Είναι σιωπή όταν καίγεται η Γάζα, είναι άγνοια όταν βουλιάζουν πρόσφυγες. Είναι η καταστολή σε κάθε πλατεία, κάθε πανεπιστήμιο, κάθε ελεύθερη φωνή.

Μα όσο υπάρχει έστω ένας που σηκώνεται, που φωνάζει, που αρνείται να ξεχάσει, θα υπάρχει ελπίδα. Γιατί οι αγώνες δεν είναι παρελθόν. Είναι παρόν. Είναι τώρα. Είναι κάθε φορά που λες «όχι», κάθε φορά που στέκεσαι δίπλα σε κάποιον, όχι από καθήκον, αλλά από αγάπη.

Κι αυτή η αγάπη δεν είναι αόριστη. Είναι πράξη. Είναι χειρονομία. Είναι μια κουβέρτα σε άστεγο. Είναι μια διαδήλωση στον δρόμο. Είναι ένα έργο τέχνης που λέει την αλήθεια. Είναι μια φωνή που σπάει τη σιωπή.

Δε μας αξίζει μια ζωή μέσα στην ασφυξία. Μπορούμε αλλιώς. Σε κάθε γειτονιά γεννιούνται μικρές ουτοπίες. Ανθίζουν αυτοοργανωμένα στέκια, συλλογικές κουζίνες, κοινοτικές βιβλιοθήκες. Εκεί που ο άνθρωπος ξαναγίνεται άνθρωπος. Εκεί που ο φόβος υποχωρεί και ο ήλιος βρίσκει τρόπο να περάσει απ’ τις ρωγμές.

Όχι, δε θα γίνουμε τα σύμβολά μας. Ούτε οι μάσκες μας. Η τρυφερότητα δεν αναιρεί τον αγώνα. Τον δυναμώνει.
Και όσο ακόμα μπορούμε να μιλάμε για την ομορφιά — για το φως μέσα στο σκοτάδι, για τα παιδικά γέλια στα πάρκα, για το νερό που κυλάει καθαρό — τότε ναι, υπάρχει ελπίδα.

Γιατί...

Η ομορφιά δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όπλο. Και η ευαισθησία δεν είναι αδυναμία. Είναι η πιο ριζοσπαστική μορφή αντίστασης.

Mr Post Fluxus

οιητικό έντυπο του Γιάννη Σταμενίτη | Αυτοέκδοση | Περιορισμένα Αντίτυπα

https://online.fliphtml5.com/mdwby/hbnu/#p=1 

ΦΟΒΗΤΡΟ / ΦΟΒΟΣ / ΤΡΑΥΜΑ / ΜΝΗΜΗ

Ποιητικό έντυπο του Γιάννη Σταμενίτη | Αυτοέκδοση | Περιορισμένα Αντίτυπα

Μέσα από έναν κύκλο λέξεων-τραυμάτων, ο εικαστικός Γιάννης Σταμενίτης ξεδιπλώνει μια νέα πτυχή της δημιουργικής του διαδρομής: την ποίηση ως πράξη αντίστασης και ενδοσκόπησης. Το έντυπο ΦΟΒΗΤΡΟ / ΦΟΒΟΣ / ΤΡΑΥΜΑ / ΜΝΗΜΗ, κυκλοφορεί σε περιορισμένα αντίτυπα, ως αυτοέκδοση, σαν ένα προσωπικό αρχείο συναισθημάτων, εικόνων και στοχασμών που βαδίζει ανάμεσα στη σιωπή και την αποκάλυψη.

Περιλαμβάνει τρία ποιήματα:

Στο Πέπλο του Φόβητρου
Μια συνάντηση με το αρχετυπικό τέρας που φυλάει τα σύνορα του εαυτού μας. Ο φόβος ως μορφή, ως ένδυμα και ως σύμπτωμα.

Το Φως της Λήθης
Ένα ταξίδι στη σκιά της μνήμης, εκεί που το φως γίνεται αντίλαλος όσων δε θέλουμε πια να θυμόμαστε — ή δε μπορούμε να ξεχάσουμε.

Ο Χρόνος του Αόριστου Νοήματος
Ποίημα-παλίμψηστο, που αναζητά την κατεύθυνση μέσα στον χαμένο χρόνο, στη ρευστή σημασία των λέξεων, στον θρυμματισμένο καθρέφτη του νοήματος.

Το έντυπο δεν ακολουθεί την καθιερωμένη πορεία κυκλοφορίας. Αντίθετα, απευθύνεται σε όσους αναζητούν την τέχνη στην πρώτη της ανάσα, στο ευάλωτο και το ακατέργαστο. Είναι μια χειρονομία αντί για προϊόν, ένα κάλεσμα σε συνάντηση και μια πρόσκληση σε αναμέτρηση με το εντός.

Η γλώσσα των ποιημάτων συνδέεται με τη ζωγραφική, τα αρχεία και τις σιωπές του δημιουργού. Είναι το νήμα που δένει τις εγκαταστάσεις, τα σκίτσα και τα αντικείμενα με τον εσωτερικό μονόλογο του καλλιτέχνη· μια πράξη επιβίωσης μέσα στον θόρυβο.

Μανιφέστο του Mr Post Fluxus


Μανιφέστο του Mr Post Fluxus

Θα ήθελα να είμαι ο Mr Post Fluxus.
Η φωνή αυτών που ρωτούν.
Η απάντηση αυτών που δεν έχουν ακόμη κάνει την ερώτηση.
Μια κραυγή μέσα στη σιγή της κανονικότητας.

Θα ήθελα να εκπροσωπώ την τέχνη των ακηδεμόνευτων.
Των παιδιών που μεγάλωσαν πίνοντας νερό από το λάστιχο.
Των τραγουδιών που δεν γράφτηκαν για να λογοκρίνονται.
Των ψυχών που δεν έγιναν ποτέ προϊόν σε ράφι outlet mall.
Θα ήθελα να δημιουργώ με το τυχαίο, το αυθόρμητο, το επικίνδυνα ειλικρινές.

Να έχω για καμβά την ασφάλτινη πληγή μιας πόλης φάντασμα.
Και για παλέτα, τη σιωπή των τραυμάτων, βαμμένη με ψημένη όμπρα.

Θα ήθελα η παιδική μνήμη να μην διαγράφεται αλλά να αρθρώνεται —
ξανά και ξανά. Όχι ως νοσταλγία, αλλά ως πολιτική και κοινωνική πράξη.

Θα ήθελα το έργο μου να μην πωλείται — να κραυγάζει.
Να μην καθησυχάζει — να ενοχλεί.
Να μην καθορίζεται από κορνίζες — να σπάει τα πλαίσια του καθωσπρεπισμού.

Θα ήθελα να ζωγραφίζω με θόρυβο. Με σφυγμούς.
Με ήχους παραμορφωτικούς και χώμα ξεβρασμένο.
Να καίω τα πινέλα μου στη φωτιά της κοινωνικής αδικίας.
Και με τις στάχτες τους να ξαναγράφω την ιστορία.
Θα ήθελα να στήνω αρχειακές εγκαταστάσεις
για να θυμηθούμε αυτά που επιλέξαμε να ξεχάσουμε.

Να κατασκευάζω εικόνες που ξεγυμνώνουν τη βία του "κανονικού",
την ανημποριά της καθημερινότητας, την αισθητική της απάθειας.

Θα ήθελα να μην έχω όνομα. Να είμαι αερικό.
Ένας ψίθυρος πριν την έκρηξη.
Το μετέωρο βλέμμα ενός εφήβου που δεν βρίσκει λέξεις να εκφράσει την αγάπη του.

Θα ήθελα να είμαι εκείνος που θα ζωγραφίσει με αίμα, αν του πάρουν το μελάνι.
Που θα κάνει performance στην καυτή ασφάλτινη ζούγκλα.
Που θα γράψει «Δεν είναι η κακιά στιγμή — είναι γυναικοκτονία» πάνω σε κάθε δημόσιο τοίχο.

Θα ήθελα η τέχνη μου να είναι διανοητική εξέγερση.
Αντίσταση στη λήθη. Στον αποπροσανατολισμό.
Στην αφομοίωση του πόνου σε κατανάλωση.
Δεν θα ήθελα να φτιάχνω έργα για να στολίζουν φρεσκοβαμμένα ντουβάρια.

Θα ήθελα να φτιάχνω εικόνες που δαγκώνουν και στριγγλίζουν.
Που αποστρέφουν τα βλέμματα.
Που σε κάνουν να σκύψεις το κεφάλι — ή να μην το ανεχθείς.

Θα ήθελα να είμαι ο δάσκαλος.
Να είμαι ο πατέρας, ο σύζυγος, ο αδελφός και ο φίλος.
Να είμαι αυτός που σώζει, όταν μπορεί.
Και αυτός που καίγεται, όταν θα χρειαστεί.
Γιατί θα ήθελα η τέχνη μου να παίρνει θέση.
Γιατί αλλιώς, δεν θα ήταν ζωή — θα ήταν κακέκτυπη φτηνή μπροσούρα.

Και εγώ δεν θα ήθελα να διακοσμώ, να καλλωπίζω με φτιασίδια.
Θα ήθελα να καταγγέλλω, να αφηγούμαι, να καίω και να γεννώ.

Η τέχνη του Mr Post Fluxus δεν θα ήθελε να φοβάται.

Δεν θα ήθελε να ζητά άδεια.
Δεν θα ήθελε να ψάχνει αποδοχή.
Θα ήθελε να υπάρχει για να ενοχλεί.

Για να θυμίζει ότι, ακόμη κι όταν όλα σωπαίνουν,
το σώμα, η γραμμή, η φωνή και η ανάσα
μπορούν — και πρέπει — να ακουστούν.
Κι αν τελικά δεν είμαι όλα αυτά;
Αν δεν έγινα η κραυγή, ο ψίθυρος, το αερικό;
Αν δεν μπόρεσα να ζωγραφίσω με αίμα,
να γράψω με στάχτες,
να διδάξω με φωτιά;
Τότε, ακόμη περισσότερο,
θα ήθελα να είμαι.

Γιατί η επιθυμία να είσαι
είναι κι αυτή μια πράξη αντίστασης.
Κι αν η φωνή μου μοιάζει μονάχη,
είναι γιατί μιλά το εγώ και εγώ.
Όχι το εγώ και εσύ,
όχι το εμείς και αυτοί.
Γιατί το «εγώ και εσύ» φέρνει τον διαχωρισμό,
το «εγώ και εγώ» φέρει παρουσία Πνεύματος.
Υποδηλώνει πως είμαστε ένα.
Ίσοι. Ενωμένοι. Ζωντανοί.
Φλόγες από την ίδια φωτιά,
πνοές του ίδιου ανέμου.