Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω…


Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω…

Δεν κυβερνούν οι πολιτικοί. Κυβερνά η κόπωση. Η βαρεμάρα. Το «άσε μωρέ» που απλώνεται στον καναπέ σαν γάτα στειρωμένη και χασμουριέται μπροστά στην οθόνη. Το σύστημα δεν χρειάζεται πια τανκς, χρειάζεται wifi, λίγη ειρωνεία, λίγη λάσπη και πολλή σιωπή από εκείνους που κάποτε φώναζαν.

Η εξουσία δεν φοβάται την οργή σου. Τη λατρεύει. Τη θέλει τυφλή, άναρθρη, να ξεθυμαίνει σε σχόλια και stories, να γράφει «όλοι ίδιοι είναι» και μετά να παραγγέλνει πίτσα. Ο τέλειος πολίτης δεν είναι ο πειθαρχημένος ψηφοφόρος, είναι ο απέχων με άποψη. Αυτός που διακηρύσσει πως δεν παίζει το παιχνίδι τους και ύστερα παρακολουθεί τον αγώνα από το κινητό, ενώ άλλοι σηκώνουν το κύπελλο.

Το «όλοι ίδιοι είναι» δεν είναι διαπίστωση. Είναι σύνθημα εξουσίας. Είναι το υπνωτικό χάπι που παίρνεις μόνος σου και μετά κατηγορείς τον γιατρό για τη ζάλη. Δεν χρειάζεται να σε πείσουν για τίποτα. Αρκεί να σε κουράσουν. Να σου κάνουν την πολιτική τόσο βρώμικη, ώστε να μη θες να την αγγίξεις ούτε με γάντια. Κι όταν όλα σαπίζουν, να σηκώνεις τους ώμους και να λες «έτσι είναι η χώρα».

Όχι. Έτσι δεν είναι η χώρα. Έτσι σε θέλουν. Να μπερδεύεις την αποχή με την αξιοπρέπεια, την αδράνεια με την ανωτερότητα, την παραίτηση με την εξυπνάδα. Να πιστεύεις ότι επειδή δεν διάλεξες, δεν ευθύνεσαι. Μα αν δεν μπαίνεις στο παιχνίδι, παίζεις υπέρ του νικητή. Αν δεν διαλέγεις, σε διαλέγουν. Αν δεν λερωθείς, θα σε πατήσουν καθαροί.

Και το ωραιότερο; Θα συνεχίσεις να πιστεύεις ότι αντιστέκεσαι. Ότι τους τιμωρείς. Ότι κρατάς τα χέρια σου καθαρά. Ενώ το μόνο που κρατάς είναι το άλλοθί σου. Το σύστημα σ’ αγαπάει έτσι, θυμωμένο, κυνικό, απόντα. Ένα πράγμα δεν αντέχει, τον πολίτη που εμφανίζεται.

Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω. Όχι τι να ψηφίσετε, όχι ποιον να σταυρώσετε, όχι ποιον να κάνετε εικόνισμα ή σάκο του μποξ. Να πάτε. Στην κάλπη. Με τα νεύρα σας, με τις αμφιβολίες σας, με τη δυσπιστία σας. Αλλά να πάτε.

Ο Mr Post Fluxus δεν μοιράζει κομματικές οδηγίες. Μοιράζει μια ενοχλητική υπενθύμιση, η απουσία δεν είναι στάση. Είναι δώρο. Κάθε φορά που λες «δεν συμμετέχω», κάποιος άλλος συμμετέχει διπλά. Κάθε φορά που επιλέγεις καφέ αντί για κάλπη, κάποιος οργανωμένος, τακτοποιημένος και αποφασισμένος επιλέγει για σένα. Και μετά απορείς γιατί οι αριθμοί δεν βγαίνουν όπως θα ήθελες.

Αν θέλετε να ανατρέψετε την κατάσταση, ξεκινήστε από το αυτονόητο. Εμφανιστείτε. Η εξουσία αντέχει τη γκρίνια, αντέχει τα καυστικά posts, αντέχει τις κατάρες. Αυτό που τη δυσκολεύει είναι η μαζική, ψύχραιμη, επίμονη συμμετοχή. Γιατί τότε οι συσχετισμοί αλλάζουν. Τότε η αλαζονεία μετριέται. Τότε κανείς δεν νιώθει δεδομένος.

Πηγαίνετε και ψηφίστε αυτόν που θεωρείτε λιγότερο επικίνδυνο. Πηγαίνετε και στηρίξτε εκείνον που πιστεύετε ότι μπορεί να πιεστεί, να ελεγχθεί, να λογοδοτήσει. Πηγαίνετε και τιμωρήστε όποιον θεωρείτε ότι σας κορόιδεψε. Η ψήφος δεν είναι γάμος αιώνιος, είναι συμβόλαιο με ρήτρα. Σήμερα σε στηρίζω, αύριο σε αποδοκιμάζω. Αυτό είναι το νόημα.

Μην περιμένετε τον τέλειο. Δεν θα έρθει. Μην ζητάτε άγιο σε ένα σύστημα ανθρώπινο και ελαττωματικό. Ζητήστε τον ικανότερο, τον πιο σοβαρό, τον πιο διαφανή, ή έστω τον λιγότερο επιζήμιο και μετά, μη γυρίσετε στον καναπέ. Παρακολουθήστε, ελέγξτε, απαιτήστε. Η συμμετοχή δεν τελειώνει στην κάλπη, εκεί αρχίζει.

Η ανατροπή δεν είναι ξέσπασμα στιγμής ούτε θυμωμένο σύνθημα. Είναι στρατηγική. Είναι σκέψη. Είναι η συνειδητή απόφαση να μη χαρίσεις το πεδίο σε όσους βασίζονται στη δική σου παραίτηση. Όσο λιγότεροι εμφανίζονται, τόσο ισχυρότεροι γίνονται οι λίγοι. Όσο περισσότεροι βαριούνται, τόσο ευκολότερα κυβερνούν οι βολεμένοι.

Γι’ αυτό, στις επόμενες εκλογές, μη μείνετε σπίτι για να διατηρήσετε την ηθική σας καθαρή. Η καθαρότητα χωρίς παρουσία είναι αορατότητα. Και η αορατότητα δεν αλλάζει τίποτα.

Δεν θα σας πω τι να ρίξετε στην κάλπη. Θα σας πω να ρίξετε τον εαυτό σας μέσα στη διαδικασία. Να είστε εκεί. Να μετρηθείτε. Γιατί αν λείπετε, άλλοι θα μετρηθούν για λογαριασμό σας και μετά θα λέτε πάλι «πώς φτάσαμε ως εδώ;».

           
Mr Post Fluxus

Καταστασιακοί


Καταστασιακοί

Οι Καταστασιακοί δεν εμφανίστηκαν για να προτείνουν ένα ακόμη αισθητικό πρόγραμμα ούτε για να διορθώσουν την πολιτική. Εμφανίστηκαν όταν έγινε φανερό ότι η ζωή είχε αποσπαστεί από τους ανθρώπους της. Όχι με την ωμή βία, αλλά με κάτι πιο ύπουλο, τη συνήθεια, την ανάθεση, την αποδοχή. Ο κόσμος συνέχιζε να λειτουργεί, οι πόλεις να επεκτείνονται, οι εικόνες να πολλαπλασιάζονται, όμως η εμπειρία φτώχαινε. Ζούσαμε περισσότερο ως θεατές του εαυτού μας παρά ως παρόντες μέσα στην ίδια μας τη ζωή.

Αυτό που ονόμασαν Θέαμα δεν ήταν απλώς τα μέσα ή η εικόνα. Ήταν μια συνολική συνθήκη, όπου κάθε τι άμεσο αντικαθίσταται από την αναπαράστασή του και κάθε επιθυμία μεταφράζεται σε ρόλο. Ο άνθρωπος δεν χάνει μόνο την εργασία του ή τον χρόνο του, χάνει τη δυνατότητα να βιώνει. Οι Καταστασιακοί είδαν ότι εδώ βρισκόταν ο πραγματικός πυρήνας της αλλοτρίωσης και γι’ αυτό αρνήθηκαν να διαχωρίσουν την τέχνη από τη ζωή ή την πολιτική από την καθημερινότητα.

Η τέχνη, για αυτούς, είχε φτάσει σε αδιέξοδο όχι επειδή εξαντλήθηκαν οι μορφές της, αλλά επειδή αποκόπηκε από την εμπειρία. Όταν η δημιουργία γίνεται ειδικότητα, η ζωή μένει ακάλυπτη. Γι’ αυτό μίλησαν για την πραγμάτωση και την υπέρβαση της τέχνης, όχι την κατάργησή της, αλλά τη διάχυσή της μέσα στην ίδια τη ζωή. Όχι έργα για να τα κοιτάς, αλλά καταστάσεις για να τις ζεις.

Η πόλη έγινε το κατεξοχήν πεδίο αυτής της σύγκρουσης. Όχι ως αρχιτεκτονικό σχέδιο, αλλά ως τόπος συμπεριφορών, ρυθμών, συναντήσεων και απωλειών. Η περιπλάνηση, η εκτροπή, η αποσταθεροποίηση των συνηθισμένων διαδρομών δεν ήταν παιχνίδια, ήταν τρόποι να ξαναδιεκδικηθεί ο χώρος και ο χρόνος ως βιωμένη εμπειρία. Να θυμηθούμε ότι η καθημερινότητα δεν είναι ουδέτερη, αλλά πολιτική μέχρι το κόκκαλο.

Όταν μίλησαν για επανάσταση της καθημερινής ζωής, δεν εννοούσαν μια βελτίωση των όρων της. Εννοούσαν τη ρήξη με τον τρόπο που μας έμαθαν να υπάρχουμε. Να σταματήσουμε να περιμένουμε. Να πάψουμε να αναθέτουμε. Να πάρουμε πίσω την ευθύνη της επιθυμίας, της χαράς, της απόφασης. Η επανάσταση, γι’ αυτούς, δεν ήταν υπόσχεση του μέλλοντος, αλλά πράξη στο παρόν.

Ο Μάης του ’68 δεν τους ανήκε, αλλά αποκάλυψε ότι δεν ήταν μόνοι. Για μια στιγμή, η ιστορία άνοιξε και φάνηκε πως η ζωή μπορεί να οργανωθεί αλλιώς. Μετά, το σύστημα έμαθε. Αφομοίωσε, εξουδετέρωσε, μετέτρεψε την άρνηση σε πολιτισμικό προϊόν. Εκεί βρίσκεται ο μόνιμος κίνδυνος, όχι η ήττα, αλλά η εξημέρωση.

Σήμερα, οι Καταστασιακοί δεν μας χρειάζονται ως αναγνώστες ή μελετητές. Μας χρειάζονται ως παρόντες. Όχι για να τους μιμηθούμε, αλλά για να σταθούμε στο ίδιο ερώτημα, ζούμε ή απλώς λειτουργούμε; Αν η σκέψη τους παραμένει ζωντανή, είναι γιατί δεν προσφέρει απαντήσεις. Μόνο μια επίμονη, ενοχλητική απαίτηση. να μην αρκεστούμε στη ζωή που μας παραδόθηκε έτοιμη.

Κι αυτό δεν είναι θεωρία. Είναι στάση.

Mr Post Fluxus

Eικόνα: Γραμμένο σε τοίχο από τους καταστασιακούς, γράφει. "Απαγορεύεται να απαγορεύεται!"


Το Κύκνειο Άσμα των Τόπων που Αφουγκράζονται


Το Κύκνειο Άσμα των Τόπων που Αφουγκράζονται

Ο δρόμος δεν σταμάτησε από φόβο, σταμάτησε από ακρόαση. Κάποια πράγματα δεν τα διασχίζεις, τα αφουγκράζεσαι. Η γη μιλάει χαμηλόφωνα και όποιος βιάζεται δεν την ακούει ποτέ. Στα σύνορα δεν υπάρχουν γραμμές, μόνο ανάσες που αλλάζουν ρυθμό. Ένα λεωφορείο περνάει, ένας άνθρωπος κατεβαίνει, μια ιστορία μένει πίσω. Οι τόποι δεν ζητούν χαρτιά, ζητούν μνήμη.
Η φιλία δεν είναι συμφωνία. Είναι σύμπτωση χρόνου. Να πιεις όταν ο άλλος διψάει. Να σωπάσεις όταν το τραγούδι δεν χρειάζεται λόγια. Όχι το ίδιο ποτήρι, το ίδιο βάρος.
Κάποτε νομίζαμε πως οι πολιτισμοί πεθαίνουν θεαματικά. Με φωτιές, με πτώσεις, με τελευταίες λέξεις. Όχι. Πεθαίνουν όταν ξεχνούν να κοιτάζουν γύρω τους. Όταν η πέτρα γίνεται αξιοθέατο και όχι στήριγμα. Όταν το παρόν ζητάει άδεια από το παρελθόν για να υπάρξει.
Αν κάτι τελειώνει, δεν το λυπάσαι. Το αποχαιρετάς όρθιος. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς εθνικούς επιλόγους. Η φύση, δεν είναι μάνα, δεν είναι παρηγοριά. Είναι συνομιλητής. Σκληρός αλλά δίκαιος. Σου δίνει χώρο μόνο αν της δώσεις χρόνο.
Κάθομαι δίπλα της. Δεν της μιλάω. Αφήνω ένα ψίχουλο στο χώμα. Όχι για προσφορά. Για να θυμάμαι πως δεν είμαι ο τελευταίος που πεινάει εδώ. Δεν φεύγει με κραυγή. Φεύγει με ψίθυρο. Σαν την τελευταία ανάσα κάποιου που δεν θέλει να ξυπνήσει τους άλλους.
Η πατρίδα δεν σωριάζεται. Ξαπλώνει. Κουρασμένη από το βάρος των ονομάτων της, από τις σημαίες που έγιναν σεντόνια, από τα τραγούδια που έμειναν χωρίς φωνές. Δεν τη σκότωσαν οι εχθροί. Την άφησαν μόνη. Την έμαθαν να θυμάται αντί να ζει, να καμαρώνει αντί να φροντίζει, να δείχνει αντί να είναι.
Τα παιδιά της έφυγαν με ελαφριές βαλίτσες και βαριές σιωπές. Όχι από μίσος. Από έλλειψη χώρου να αναπνεύσουν. Η μάνα έμεινε στο κατώφλι να μετράει βήματα που δεν γύρισαν.
Τα μνημεία στέκονται ακόμη. Όχι για να θυμίζουν μεγαλείο, αλλά για να μας ρωτούν αν καταλάβαμε τίποτα. Κι αν αυτό είναι το τέλος, ας είναι καθαρό. Χωρίς παρατάσεις, χωρίς θρήνους για τα μάτια του κόσμου. Να κλείσει ο κύκλος όπως άνοιξε, με ανθρώπους, όχι με σύμβολα.
Αυτό είναι το κύκνειο άσμα. Όχι ύμνος. Όχι κατάρα. Μια χαμηλή ευχή, αν κάτι γεννηθεί από τα ερείπια, να μην μοιάζει με εμάς.

Mr Post Fluxus

Ο Πόλεμος Πριν τον Πόλεμο


Ο Πόλεμος Πριν τον Πόλεμο

Ο πόλεμος πριν τον πόλεμο είναι πάντα ο ίδιος, αλλάζει μόνο γεωγραφία και λεξιλόγιο. Σήμερα, όπως και χθες, οι συγκρούσεις που μαίνονται δεν γεννήθηκαν ξαφνικά από κάποιο αναπόφευκτο κακό, αλλά από μια μακρά περίοδο προετοιμασίας της κοινής γνώμης, από αφηγήματα που επαναλαμβάνονται μέχρι να γίνουν φυσικός νόμος. Στην Ουκρανία, πριν ακόμη πέσουν οι πρώτοι πύραυλοι, είχε προηγηθεί ένας πολυετής πόλεμος πληροφοριών, όπου η ιστορία, η ασφάλεια, οι σφαίρες επιρροής και ο φόβος παρουσιάστηκαν αποσπασματικά, ώστε κάθε πλευρά να πείθει τον λαό της πως «δεν υπήρχε άλλη επιλογή». Στη Γάζα και στη Μέση Ανατολή συνολικά, η βία ανακυκλώνεται εδώ και δεκαετίες μέσα από ένα αφήγημα αιώνιας απειλής, όπου κάθε νέα σφαγή βαφτίζεται αυτοάμυνα και κάθε αμφισβήτηση θεωρείται ύποπτη, ενώ οι άμαχοι μετατρέπονται σε στατιστικά στοιχεία που χωρούν άνετα σε έναν τίτλο ειδήσεων. Στην Υεμένη, ένας από τους πιο σιωπηλούς πολέμους της εποχής μας, η ανθρωπιστική καταστροφή σχεδόν εξαφανίστηκε από το δημόσιο βλέμμα, γιατί δεν ταίριαζε σε κάποιο ηρωικό αφήγημα, αποδεικνύοντας, ό,τι δεν προβάλλεται, δεν συγκινεί και άρα δεν «υπάρχει».

Το ίδιο έργο το έχουμε ξαναδεί. Στο Ιράκ, ένας ολόκληρος πόλεμος στηρίχθηκε σε ανύπαρκτα όπλα μαζικής καταστροφής, ένα ψέμα που επαναλήφθηκε τόσο πολύ ώστε έγινε αποδεκτό, μέχρι που κατέρρευσε, όχι όμως πριν διαλυθεί μια χώρα και γεννηθεί ένα χάος που συνεχίζει να αιμορραγεί. Στη Γιουγκοσλαβία, οι βομβαρδισμοί παρουσιάστηκαν ως αναγκαστική πράξη για την ειρήνη, ενώ στην πραγματικότητα άνοιξαν πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ στα Βαλκάνια. Στο Αφγανιστάν, ένας πόλεμος δεκαετιών ντύθηκε με τον μανδύα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της εξαγωγής δημοκρατίας, για να καταλήξει σε μια σιωπηλή αποχώρηση, αφήνοντας πίσω του ερείπια και μια κοινωνία εξαντλημένη.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το μοτίβο παραμένει ίδιο: πρώτα ο φόβος, μετά η απλοποίηση, ύστερα η ηθική ανωτερότητα και στο τέλος η βία ως αναγκαιότητα. Οι λαοί δεν ρωτήθηκαν αν θέλουν πόλεμο, τους ειπώθηκε ότι πρέπει να τον αποδεχτούν. Και όταν η αλήθεια άρχισε να ξεπροβάλλει, ήταν πια αργά, γιατί οι μηχανισμοί της άγνοιας είχαν ήδη κάνει τη δουλειά τους. Αυτός είναι ο πόλεμος που δεν φαίνεται στους χάρτες, αλλά καθορίζει όλα τα μέτωπα: ο πόλεμος της αφήγησης. Και όσο αυτός κερδίζεται από όσους ελέγχουν την πληροφορία, οι πραγματικοί πόλεμοι θα συνεχίζουν να εμφανίζονται ως φυσικά φαινόμενα και όχι ως πολιτικές επιλογές.

Κανένας πόλεμος δεν ξεκινά από την αλήθεια αλλά από μια καλά κατασκευασμένη αφήγηση που προηγείται της πρώτης βόμβας και προετοιμάζει το έδαφος στο μυαλό των ανθρώπων, γιατί οι κοινωνίες δεν γεννούν πολέμους από μόνες τους ούτε ξυπνούν με την επιθυμία να θυσιάσουν τα παιδιά τους, χρειάζεται πρώτα να καλλιεργηθεί ο φόβος, να κατασκευαστεί ένας εχθρός απλοποιημένος και απρόσωπος, να ειπωθεί μια ιστορία όπου «εμείς» είμαστε αναγκαστικά οι καλοί και «οι άλλοι» η απειλή που πρέπει να εξαφανιστεί, και τότε η βία παρουσιάζεται όχι ως επιλογή αλλά ως μονόδρομος.

Έτσι ο πόλεμος βαφτίζεται επανειλημμένα «ανθρωπιστική επέμβαση», η εισβολή γίνεται «απελευθέρωση», τα ψέματα παρουσιάζονται ως αδιαμφισβήτητα στοιχεία και ακόμα κι όταν καταρρέουν, οι νεκροί μένουν πίσω αθόρυβοι και ξεχασμένοι, χώρες διαλυμένες στο όνομα της δημοκρατίας και κοινωνίες που δεν θα ξαναβρούν ποτέ τη συνοχή τους. Οι λαοί δεν πηγαίνουν στον πόλεμο με ανοιχτά μάτια αλλά οδηγούνται μέσα από έναν μηχανισμό μισών αληθειών, επιλεκτικής πληροφόρησης και σιωπών που είναι πιο εκκωφαντικές από τις λέξεις, γιατί ό,τι δεν δείχνεται δεν υπάρχει και ό,τι δεν αμφισβητείται γίνεται κανονικότητα. Ο πραγματικός εχθρός δεν είναι ο απέναντι λαός αλλά η άγνοια που καλλιεργείται συστηματικά από οργανισμούς που βαφτίζουν το ψέμα «εθνικό συμφέρον», που μετατρέπουν την προπαγάνδα σε κοινή λογική και την κριτική σε απειλή, γιατί η ερώτηση είναι επικίνδυνη για κάθε εξουσία.

Όταν όλα τα μέσα μιλούν με μία φωνή και η αμφιβολία χαρακτηρίζεται προδοσία, ο πόλεμος έχει ήδη κερδηθεί πριν καν ξεκινήσει, όχι στα χαρακώματα αλλά στο μυαλό. Κι όμως πάντα υπάρχει άλλη επιλογή, η επιλογή της γνώσης απέναντι στην άγνοια, της μνήμης απέναντι στη λήθη, της συνειδητής αντίστασης στις έτοιμες αφηγήσεις, γιατί όσο οι κοινωνίες μαθαίνουν να βλέπουν πίσω από τις λέξεις και τις εικόνες, τόσο δυσκολότερα θα τις οδηγούν να σκοτώνονται και να σκοτώνονται στο όνομα ψεμάτων.

Mr Post Fluxus

Εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο, πόλεμος στην Ουκρανία

Από τον καναπέ στο μαντρί


Από τον καναπέ στο μαντρί

Μεγαλώσαμε ως κυρ-Παντελήδες. Σε μικρά, άβουλα ανθρωπάκια που έμαθαν πρώτα να κοιτάνε δεξιά κι αριστερά και μετά, αν ποτέ, να κοιτάνε μέσα τους. «Τι θα πουν οι άλλοι;» έγινε δόγμα. Η κοινωνική εικόνα πιο ιερή από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μας έμαθαν να περιμένουμε ποδιές. Να τις φιλάμε όχι από πίστη, αλλά από ανάγκη. Να βολευτούμε! Να χωθούμε κάπου! Να σωθούμε μόνοι μας, αθόρυβα, χωρίς να χαλάσουμε τη σειρά. Μας λέγανε. «Μην μπλέκεις». «Μην μιλάς». «Μην κατεβαίνεις στους δρόμους». «Κάτσε στα αυγά σου, δε βλέπεις τι γίνεται;»

Έτσι εκπαιδευτήκαμε. με γκλομπ, με φόβο, με απαγορεύσεις, με συμβουλές, με νόμους, με υπονοούμενα. Εγώ κι εσύ, εμείς; Δεν σηκωθήκαμε. Όχι γιατί δεν βλέπαμε τι ερχότανε. Αλλά γιατί μάθαμε να εξηγούμε τα πάντα χωρίς να κινούμαστε ούτε εκατοστό. Μάθαμε πως ο πόνος έχει γεωπολιτική ταυτότητα. Πως η καταπίεση επιτρέπεται ή απαγορεύεται ανάλογα με το ποιος είναι «δικός μας» και ποιος «των άλλων». Πως η εξέγερση δεν είναι ποτέ ανθρώπινη ανάγκη, είναι πάντα σχέδιο κάποιου τρίτου.

Η γυναίκα που καίγεται για να αναπνεύσει ελευθερία; Έγινε όργανο. Ο εργάτης που σπάει τη σιωπή του εργοστασίου; Είναι πράκτορας. Ο νέος που βγαίνει στον δρόμο με άδεια χέρια; Φυσικά και είναι υποκινούμενος. Μόνο εμείς είμαστε οι καθαροί. Καθαροί γιατί δεν λερωθήκαμε με συμμετοχή. Καθαροί γιατί δεν ρισκάραμε τίποτα. Καθαροί γιατί περιμέναμε τους άλλους να κάνουν κάτι για εμάς. Περιμέναμε τον σωστό ηγέτη, που θα μας σώσει! Τον «λιγότερο κακό». Τον κοινοβουλευτικά αποδεκτό. Τον Μεσσία με γραβάτα, που μιλάει για τον λαό χωρίς να τον συναντά ποτέ. Όσο περιμέναμε, μάθαμε να μισούμε κάθε αυθόρμητη κίνηση. Γιατί η αυθορμησία χαλάει την αφήγηση.

Σπάει βιτρίνες του καθωσπρεπισμού και των βεβαιοτήτων και αυτό είναι επικίνδυνο. Όχι για το σύστημα. Για την άνεσή μας. Σιγά, σιγά αρχίσαμε να βελάζουμε. Να τρώμε το χορτάρι του κουτού προβάτου και να το βρίσκουμε νόστιμο. Να λέμε «δεν αλλάζει τίποτα», πριν καν δοκιμάσουμε να αλλάξουμε οτιδήποτε. Κάθε γενιά παρέδιδε στην επόμενη όχι εμπειρία αγώνα, αλλά εγχειρίδιο παραίτησης. Να μη φαίνεσαι. Να μη ξεχωρίζεις. Να μη θυμώνεις πολύ. Να μη ζητάς πολλά και όταν κάποιος σήκωνε κεφάλι, δεν χρειαζόταν το κράτος να τον φιμώσει. Το κάναμε εμείς. Με το βλέμμα. Με το σχόλιο. Με το «έλα μωρέ, θα βρεις τον μπελά σου».

Έτσι όλα εξηγούνται εύκολα. Δεν υπάρχουν λαοί, υπάρχουν πόλοι. Δεν υπάρχουν τάξεις, υπάρχουν άξονες. Δεν υπάρχει Ιστορία, υπάρχουν σενάρια. Πάντα κάποια μυστική υπηρεσία για να μας γλιτώνει από την ευθύνη. Κι εμείς; Θεατές. Με άποψη αλλά χωρίς σώμα. Με θυμό αλλά χωρίς δρόμο. Με λόγια αλλά χωρίς ρωγμές. Μας έπεισαν πως η ελπίδα ήταν παιδική αρρώστια. Πως η αλληλεγγύη ήταν παλιά μόδα. Πως όσοι μιλούσαν για κοινή ανθρώπινη μοίρα ήταν αφελείς ή επικίνδυνοι. Κι έτσι ωριμάσαμε. Καθιστοί. Σοφοί. Ακίνητοι. Η Ιστορία συνεχίζει να γράφεται. Απλώς χωρίς εμάς. Δεν γεννηθήκαμε πρόβατα. Μας έμαθαν να φοβόμαστε τον λύκο περισσότερο απ’ όσο φοβόμαστε τη σφαγή.

Mr Post Fluxus

Συμφωνία Ε.Ε. / Mercosur


 Κείμενο για τη συμφωνία Ε.Ε. / Mercosur και γιατί δεν συμφωνώ

Δεν θα μιλήσω με κραυγές. Θα μιλήσω με χώμα στα χέρια. Με χώμα που έχει μνήμη. Με χώμα που ξέρει ποιος το πατά και ποιος το σέβεται. Οι αγρότες δεν είναι αριθμοί σε συμφωνίες. Δεν είναι παράρτημα αγορών, ούτε υποσημείωση σε εμπορικούς χάρτες. Είναι οι άνθρωποι που σηκώνονται πριν χαράξει, που διαβάζουν τον καιρό χωρίς εφαρμογές, που ξέρουν πότε η γη πονά και πότε αντέχει. Κάθε απόφαση που παίρνεται χωρίς αυτούς είναι απόφαση ενάντια στη ζωή. Γιατί όταν χάνεται ο πρωτογενής τομέας, δεν χάνεται μόνο η παραγωγή. Χάνεται η αυτάρκεια. Χάνεται η αξιοπρέπεια. Χάνεται η ελευθερία να σταθείς όρθιος χωρίς να ζητάς άδεια για να φας. Δεν θέλουμε τρόφιμα χωρίς πρόσωπο. Δεν θέλουμε τροφή χωρίς ιστορία. Δεν θέλουμε ένα πιάτο γεμάτο αλλά έναν τόπο άδειο. Η γη δεν είναι εμπόρευμα. Είναι σχέση. Είναι ευθύνη. Είναι κοινό σπίτι. Και όποιος ξεχνά ότι η γη ανήκει σε αυτούς που τη δουλεύουν, όποιος θυσιάζει τον μόχθο στο βωμό της «ανάπτυξης», γράφει πάνω στο χώμα με στυλό που δεν θα αντέξει στο χρόνο. Εμείς θα θυμόμαστε. Οι αγρότες θα θυμούνται. Και η γη, πάντα θυμάται.

Η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Mercosur παρουσιάζεται ως ένα ακόμη βήμα «ελεύθερου εμπορίου», ανάπτυξης και γεωπολιτικής ισορροπίας. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι μια βαθιά πολιτική επιλογή με κοινωνικές, περιβαλλοντικές και παραγωγικές συνέπειες, γι’ αυτό δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί της.
Πρώτον, γιατί πλήττει άμεσα τον πρωτογενή τομέα της Ευρώπης και ιδιαίτερα των χωρών του Νότου. Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα που παράγονται με εντελώς διαφορετικούς όρους, χαμηλότερα εργασιακά κόστη, χαλαρότερους περιβαλλοντικούς κανόνες, χρήση φυτοφαρμάκων και πρακτικών που στην Ευρώπη, ορθά απαγορεύονται. Αυτό δεν είναι ελεύθερος ανταγωνισμός, είναι θεσμοθετημένη ανισότητα.
Δεύτερον, γιατί υπονομεύει τη διατροφική κυριαρχία. Μια κοινωνία που δεν ελέγχει τι παράγει και τι τρώει, είναι μια κοινωνία ευάλωτη. Η εξάρτηση από μαζικές εισαγωγές τροφίμων αποδυναμώνει την αυτάρκεια, διαλύει την τοπική παραγωγή και μετατρέπει τη διατροφή από κοινωνικό δικαίωμα σε προϊόν παγκόσμιας κερδοσκοπίας.
Τρίτον, γιατί οι περιβαλλοντικές συνέπειες είναι τεράστιες. Η συμφωνία ενθαρρύνει την αποψίλωση δασών, την εντατική κτηνοτροφία, τη μονοκαλλιέργεια και την καταστροφή οικοσυστημάτων στη Νότια Αμερική, στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας». Η κλιματική κρίση δεν αντιμετωπίζεται με περισσότερα πλοία, περισσότερα χιλιόμετρα μεταφοράς και περισσότερη βιομηχανοποιημένη παραγωγή τροφής.
Τέταρτον, γιατί αγνοεί τον άνθρωπο του μόχθου και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Αγρότες, εργάτες γης, μικροπαραγωγοί γίνονται αναλώσιμοι. Κερδισμένοι δεν είναι οι κοινωνίες, αλλά οι μεγάλες αγροβιομηχανίες, τα λόμπι τροφίμων και οι πολυεθνικές που επιβάλλουν τους όρους τους πάνω από κυβερνήσεις και λαούς.
Τέλος, δεν συμφωνώ γιατί αυτό το μοντέλο ανάπτυξης έχει ήδη αποτύχει. Υπόσχεται φθηνά προϊόντα, αλλά παράγει ακριβές κοινωνικές πληγές. Υπόσχεται ευημερία, αλλά αφήνει πίσω του φτώχεια, εγκατάλειψη της υπαίθρου και απώλεια αξιοπρέπειας για όσους κρατούν ζωντανή τη γη. Δεν είμαι ενάντια στη συνεργασία των λαών. Είμαι ενάντια στις συμφωνίες που γίνονται χωρίς τους λαούς. Θέλω μια Ευρώπη που να προστατεύει τους αγρότες της, να σέβεται τη γη, να υπερασπίζεται την τροφή ως κοινό αγαθό και όχι ως χρηματιστηριακό προϊόν. Γιατί η γη δεν είναι αριθμός σε σύμβαση. Είναι ζωή.

Mr Post Fluxus

Διεθνές Δίκαιο



Διεθνές Δίκαιο

Η κατάσταση στη Βενεζουέλα δεν είναι απλώς μια «εσωτερική κρίση» ενός κράτους της Λατινικής Αμερικής. Είναι ένας καθρέφτης του πώς λειτουργεί σήμερα ο κόσμος όταν το διεθνές δίκαιο συγκρούεται με τα συμφέροντα, όταν η κυριαρχία ενός λαού μπαίνει σε εισαγωγικά και η δημοκρατία γίνεται εργαλείο επιλεκτικής χρήσης.


Εδώ και χρόνια, η Βενεζουέλα βρίσκεται υπό ασφυκτική οικονομική, πολιτική και θεσμική πίεση. Κυρώσεις, οικονομικός αποκλεισμός, παρεμβάσεις, απειλές και απόπειρες απονομιμοποίησης μιας εκλεγμένης κυβέρνησης συνθέτουν ένα γνώριμο μοτίβο, πρώτα στραγγαλίζεις μια κοινωνία, μετά δείχνεις τη φτώχεια της ως απόδειξη «αποτυχίας» και στο τέλος εμφανίζεσαι ως σωτήρας. Δεν είναι καινούργιο. Είναι εγχειρίδιο.

Το αφήγημα είναι πάντα το ίδιο, «ανθρωπιστική κρίση», «ανησυχία για τα ανθρώπινα δικαιώματα», «προστασία της δημοκρατίας». Όμως την ίδια στιγμή, το διεθνές δίκαιο σιωπά δεμένο χειροπόδαρα. Οι αρχές της μη επέμβασης, της εθνικής κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των λαών εφαρμόζονται à la carte. Όχι με βάση το δίκαιο, αλλά με βάση το ποιος ελέγχει την ενέργεια, τις πρώτες ύλες, τις γεωπολιτικές ισορροπίες.

Η Βενεζουέλα πληρώνει ακριβά το γεγονός ότι τόλμησε να αμφισβητήσει την κανονικότητα της παγκόσμιας αγοράς και να μιλήσει για κοινωνική δικαιοσύνη, αναδιανομή και λαϊκή κυριαρχία. Πληρώνει επίσης το ότι διαθέτει τεράστιο φυσικό πλούτο σε έναν κόσμο που δεν συγχωρεί την ανυπακοή. Οι απλοί άνθρωποι, όχι οι ελίτ, σηκώνουν το βάρος, ελλείψεις, ανασφάλεια, μετανάστευση, καθημερινή φθορά.

Το πιο επικίνδυνο όμως δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα. Είναι το προηγούμενο που δημιουργείται. Αν η ισχύς υπερισχύει του δικαίου εκεί, τότε μπορεί να συμβεί παντού. Αν ένα κράτος μπορεί να τιμωρείται συλλογικά επειδή δεν ευθυγραμμίζεται, τότε κανένας λαός δεν είναι πραγματικά ελεύθερος.

Η Βενεζουέλα δεν χρειάζεται προστάτες με όπλα και κυρώσεις. Χρειάζεται σεβασμό, διάλογο και το αυτονόητο δικαίωμα να αποφασίζει μόνη της για το μέλλον της, με τα λάθη της, τις αντιφάσεις της και τις ευθύνες της. Γιατί χωρίς αυτό, το «διεθνές δίκαιο» δεν είναι παρά μια λέξη γραμμένη σε πανό, με δεμένα χέρια, μάτια και ακουστικά στα αυτιά. Και τότε, δεν κινδυνεύει μόνο η Βενεζουέλα. Κινδυνεύουμε όλοι.

Mr Post Fluxus

Όταν ο λαός άγγιξε το πετρέλαιο


Όταν ο λαός άγγιξε το πετρέλαιο

Η ιστορία της Βενεζουέλας δεν γράφτηκε ποτέ με ουδέτερη μελάνη. Γράφτηκε με πετρέλαιο, αίμα, φτώχεια και σε κάποιες στιγμές, με αξιοπρέπεια. Στα τέλη του ’90, η χώρα έμοιαζε με βιτρίνα πλούτου και υπόγειο εξαθλίωσης. Οι αριθμοί ήταν ωμοί, πείνα, αναλφαβητισμός, ανεργία, γη συγκεντρωμένη σε λίγα χέρια. Ένα κράτος πλούσιο, ένας λαός φτωχός. Η κλασική αποικιακή συνταγή, απλώς με κοστούμι.
Tότε εμφανίστηκε ο Τσάβες. Όχι σαν σωτήρας με φωτοστέφανο, αλλά σαν ρωγμή. Μια ρωγμή στο σύστημα που έλεγε ότι «έτσι είναι ο κόσμος και δεν αλλάζει». Πήρε το αυτονόητο και το έκανε πολιτική πράξη, αν ο πλούτος παράγεται εδώ, θα μείνει εδώ, αν η γη θρέφει, θα ανήκει σε αυτούς που τη δουλεύουν, αν η γνώση σώζει, δεν θα είναι προνόμιο.
Δεν μοίρασε θαύματα. Μοίρασε πρόσβαση. Σχολεία, γιατρούς, εργασία, φωνή. Aυτό ήταν το πραγματικό έγκλημα. Όχι οι εθνικοποιήσεις. Όχι οι συνεταιρισμοί. Αλλά το ότι ο λαός κατάλαβε πως μπορεί να σταθεί όρθιος χωρίς κηδεμόνα.
Από εκείνη τη στιγμή, η “δημοκρατία” άρχισε να γίνεται επιλεκτική λέξη. Όταν κερδίζεις εκλογές δεν είσαι δημοκράτης, όταν χάνεις, τότε ξαφνικά είσαι δικτάτορας. Οι ΜΚΟ φόρεσαν τον μανδύα της κοινωνίας των πολιτών, τα δολάρια βαφτίστηκαν “ανθρωπιστική βοήθεια” και τα πραξικοπήματα έγιναν τηλεοπτικά προϊόντα. Η εξουσία δεν χρειάζεται πια τανκς. Χρειάζεται αφήγημα.
Και μέσα σε αυτό το αφήγημα, γεννήθηκαν “ηγέτες” χωρίς λαό και “βραβεία ειρήνης” χωρίς ειρήνη. Άνθρωποι που μιλούν για ελευθερία ζητώντας τη βοήθεια στρατηγών, εμπάργκο και εγκληματιών πολέμου. Η υποκρισία ως διεθνής γλώσσα.
Ο Τσάβες πέθανε, αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε. Γιατί το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ένα πρόσωπο. Ήταν και είναι, η ιδέα ότι ένας λαός δεν έχει δικαίωμα να ελέγχει τον πλούτο του. Σήμερα, η Βενεζουέλα είναι κουρασμένη. Πληγωμένη από κυρώσεις, εσωτερικές αντιφάσεις, λάθη, πιέσεις. Όμως ακόμα όρθια. Και αυτό ενοχλεί.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα παραμένει επικίνδυνο, ποιος αποφασίζει για το μέλλον ενός λαού; Ο ίδιος ή οι αγορές; Οι κάλπες ή τα συμβόλαια; Και όσο η Βενεζουέλα επιμένει να απαντά «εμείς», τόσο θα παρουσιάζεται ως πρόβλημα. Όχι επειδή απέτυχε. Αλλά επειδή τόλμησε.

Mr Post Fluxus

Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης η Βενεζουέλα


Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης η Βενεζουέλα. «Ο Τραμπ διέταξε τις επιθέσεις», κάπου εδώ, η Ιστορία κάνει πάλι αυτό που ξέρει καλύτερα, επαναλαμβάνεται, αλλά κάθε φορά με λιγότερη ντροπή.

Οι λέξεις δημοκρατία, ανθρωπισμός, ελευθερία επιστρατεύονται σαν παλιά κουρέλια για να σκεπάσουν τον θόρυβο των όπλων. Όταν όμως οι βόμβες πέφτουν πάντα στις ίδιες γειτονιές, στα ίδια σώματα, στις ίδιες τάξεις, τότε δεν μιλάμε για γεωπολιτική. Μιλάμε για ταξική συνέπεια. Οι φτωχοί πεθαίνουν διεθνώς. Οι ισχυροί διαπραγματεύονται το αφήγημα.

Δεν με συγκινεί καμία κυβέρνηση όταν μιλά με στρατιωτικούς όρους. Με συγκινούν οι άνθρωποι που ξυπνούν με σειρήνες αντί για ξυπνητήρι. Τα παιδιά που μαθαίνουν πρώτα τη λέξη «εμπάργκο» και μετά τη λέξη «όνειρο». Οι μανάδες που μετρούν ψωμί, φάρμακα και απουσίες. Εκεί είναι η Βενεζουέλα. Όχι στα δελτία ειδήσεων, αλλά στις κουζίνες χωρίς ρεύμα και στα νοσοκομεία χωρίς γάζες.

Η δημόσια σφαίρα μάς σπρώχνει ξανά σε ψεύτικα διλήμματα, ή με τον έναν ή με τον άλλον. Σαν να μην υπάρχει χώρος για τον άνθρωπο ανάμεσα στις σημαίες. Σαν να μην μπορούμε να σταθούμε απέναντι σε κάθε ιμπεριαλισμό και σε κάθε εξουσία που ξεχνά γιατί υποτίθεται ότι υπάρχει. Οι ταξικές αγκυλώσεις βαφτίζονται ρεαλισμός και η αλληλεγγύη ρομαντισμός. Κι όμως, χωρίς αυτόν τον «ρομαντισμό», ο κόσμος θα ήταν ήδη ένας σωρός ερειπίων χωρίς μνήμη.

Κι αν υπάρχει μια διέξοδος, μικρή, επίμονη, ανθρώπινη, είναι να ξανακάνουμε την ευαισθησία πολιτική πράξη. Να μην αφήσουμε τον φόβο να μας εκπαιδεύσει. Να επιμείνουμε στη συλλογικότητα, στη φροντίδα, στη γνώση. Όχι ως συνθήματα, αλλά ως καθημερινή στάση απέναντι στον κόσμο. Εκεί αρχίζει κάθε πραγματική επανάσταση, όχι στα παλάτια, αλλά στις συνειδήσεις.

Όσο κι αν σκοτεινιάζουν τον ουρανό με πολέμους, πάντα θα υπάρχει φως, γιατί το κουβαλούν οι άνθρωποι όταν αρνούνται να συνηθίσουν την αδικία.

Mr Post Fluxus

Απονομή Δικαιοσύνης


Ας υποθέσουμε ότι η Κίνα αποφασίζει πως ο πρόεδρος μιας αφρικανικής χώρας, εκλεγμένος ή μη, αδιάφορο για το επιχείρημα, είναι «επικίνδυνος» για τη σταθερότητα της περιοχής και για τα κινεζικά συμφέροντα. Χωρίς απόφαση διεθνούς δικαστηρίου, χωρίς εντολή του ΟΗΕ, οργανώνει μια επιχείρηση, εισβάλλει στη χώρα και τον συλλαμβάνει, μεταφέροντάς τον στο Πεκίνο. Θα μιλούσαμε για «απονομή δικαιοσύνης» ή για ωμή παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας; Θα το αποδεχόταν η διεθνής κοινότητα ως θεμιτή πράξη ή θα μιλούσε για απαγωγή και κρατική πειρατεία;

Το ζήτημα δεν είναι το πρόσωπο. Δεν είναι αν ο εκάστοτε ηγέτης είναι αυταρχικός, διεφθαρμένος ή ανήκει στο «σωστό» ή στο «λάθος» στρατόπεδο. Το ζήτημα είναι ο κανόνας. Διότι αν νομιμοποιηθεί η λογική ότι μια ισχυρή χώρα μπορεί να εισβάλλει, να συλλαμβάνει ηγέτες άλλων κρατών και να τους απομακρύνει επειδή τους κρίνει επικίνδυνους, τότε ο κόσμος παύει να λειτουργεί με κανόνες και αρχίζει να λειτουργεί με ένστικτα ισχύος.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, αύριο δεν θα υπάρχει «εξαίρεση» αλλά προηγούμενο, το προηγούμενο δεν θα το πληρώσουν οι ισχυροί, αυτοί πάντα βρίσκουν τρόπο να προστατευτούν. Θα το πληρώσουν οι αδύναμες χώρες, οι κοινωνίες χωρίς γεωπολιτικό βάρος, και τελικά οι ίδιοι οι πολίτες, που θα ζουν σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου το δίκαιο αντικαθίσταται από την αυθαιρεσία. Όποιος σήμερα χειροκροτεί τέτοιες πρακτικές επειδή του αρέσει ο στόχος, αύριο δεν θα έχει κανένα επιχείρημα όταν η ίδια λογική στραφεί εναντίον του. Γιατί η διεθνής πειρατεία δεν έχει ιδεολογία. Έχει μόνο δύναμη. Και η δύναμη, όταν μένει χωρίς κανόνες, δεν κάνει διακρίσεις.

Mr Post Fluxus

Σημειώσεις από το τέλος του δολαρίου


Σημειώσεις από το τέλος του δολαρίου

Δεν ξεκινάς από το πετρέλαιο. Το πετρέλαιο είναι πάντα η βιτρίνα. Ξεκινάς από τον φόβο. Ο φόβος μιας αυτοκρατορίας που έμαθε να αναπνέει με δανεικό οξυγόνο. Ένα νόμισμα χωρίς αντίκρισμα, δεμένο με μια υπόσχεση βίας. Όχι ιδεολογίας. Όχι αξιών. Βίας. Το δολάριο δεν κυριάρχησε επειδή ήταν δίκαιο. Κυριάρχησε επειδή έγινε αναγκαίο. Και έγινε αναγκαίο γιατί κάποτε, σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, κάποιος είπε: «Το πετρέλαιο θα μιλά μόνο αγγλικά.» Από τότε, ο κόσμος δούλευε. Και η Αμερική τύπωνε.

Η Βενεζουέλα δεν είναι η αιτία. Είναι το σύμπτωμα. Όταν μια χώρα κάθεται πάνω σε μια θάλασσα ενέργειας και λέει: «Δεν θέλω το νόμισμά σου» δεν κάνει οικονομική επιλογή. Κάνει υπαρξιακή δήλωση. Και οι υπαρξιακές δηλώσεις πληρώνονται ακριβά. Δεν χρειάζεται να πιστέψεις σε θεωρίες. Αρκεί να δεις τη γεωγραφία των νεκρών ηγετών. Όσοι δοκίμασαν να πουλήσουν ενέργεια έξω από το δολάριο, κατέληξαν να πουλάνε την ίδια τους τη χώρα σε κομμάτια. Δεν είναι μοτίβο. Είναι εγχειρίδιο. Η Βενεζουέλα έκανε το λάθος να μιλήσει πολλές γλώσσες. Γουάν. Ρούβλι. Ευρώ. Να στήσει γέφυρες χωρίς τελωνείο δολαρίου. Να κοιτάξει προς BRICS και όχι προς Wall Street.

Και τότε ακούστηκε ο γνώριμος θόρυβος. Όχι βόμβες ακόμη. Πρώτα οι λέξεις: «Ναρκωτικά». «Τυραννία». «Δημοκρατία». Οι λέξεις πάντα προηγούνται των όπλων. Είναι πιο φτηνές. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι πια η Βενεζουέλα. Το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος έμαθε να μετρά. Μετρά πόσες συναλλαγές γίνονται χωρίς δολάριο. Μετρά πόσες τράπεζες συνδέονται εκτός SWIFT. Μετρά πόσες χώρες κουράστηκαν να πληρώνουν το προνόμιο της αμερικανικής κατανάλωσης. Και κυρίως, μετρά πόσες φορές η «προστασία» μοιάζει με κατοχή.

Η εισβολή δεν είναι ένδειξη ισχύος. Είναι ο ήχος ενός συστήματος που τρίζει. Όταν χρειάζεσαι στρατό για να πείσεις τον κόσμο να χρησιμοποιεί το νόμισμά σου, το νόμισμα έχει ήδη χάσει το ηθικό του βάρος. Το πετροδολάριο δεν πεθαίνει με μια πράξη. Πεθαίνει με χίλιες μικρές αρνήσεις. Με κάθε συμφωνία που κλείνεται σιωπηλά αλλού. Με κάθε κράτος που λέει: «Θα πληρώσω, αλλά όχι έτσι.»

Η Βενεζουέλα δεν είναι η αρχή της κατάρρευσης. Είναι η στιγμή που η κατάρρευση έγινε ορατή. Και τώρα όλοι ξέρουν. Όχι τι θα συμβεί. Αλλά τι διακυβεύεται. Γιατί όταν μια αυτοκρατορία δείχνει τα δόντια της, είναι επειδή φοβάται μήπως δεν δαγκώνουν πια.

Mr Post Fluxus

Αγαπητοί πατριώτες


 Αγαπητοί πατριώτες,

όλοι εσείς που κόπτεστε για τα τραγούδια, αν είναι σλαβόφωνα ή όχι, που υψώνετε τις κορόνες του μίσους σας για μια γλώσσα, έναν ήχο, μια λέξη, θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο μαζί. Μπορείτε να μου απαντήσετε για την πραγματική κατάσταση της Ελλάδας; Για τη χώρα των χαμηλών μισθών και των υψηλών κερδών. Για τη χώρα όπου οι νέοι φεύγουν και οι γέροι μετρούν τα φάρμακα. Για τη χώρα που «αναπτύσσεται» στα χαρτιά, αλλά μικραίνει στην καθημερινότητα. Για τη χώρα που ξεπούλησε υποδομές, γη, ενέργεια, νερό, και το ονόμασε «μεταρρύθμιση». Μήπως και σε όλα αυτά φταίει η Αριστερά; Η Αριστερά που ποτέ δεν κυβέρνησε πραγματικά, που ποτέ δεν είχε τον έλεγχο του κράτους, που ποτέ δεν όρισε τους όρους του παιχνιδιού;

Θα σας απαντήσω εγώ. Η Ελλάδα δεν έφτασε εδώ από τραγούδια. Δεν έφτασε εδώ από μειονότητες, ούτε από γλώσσες. Έφτασε εδώ από πολιτικές επιλογές δεκαετιών, πάντα υπέρ του κεφαλαίου, πάντα υπέρ της αγοράς, πάντα εις βάρος της εργασίας και της κοινωνίας. Από κυβερνήσεις που δάνειζαν το κράτος χωρίς σχέδιο, που χάριζαν φόρους στους ισχυρούς,
που ιδιωτικοποιούσαν τα κέρδη και κοινωνικοποιούσαν τις ζημιές. Από ένα σύστημα που, όταν κατέρρευσε, δεν πλήρωσε ποτέ τους λογαριασμούς του και όταν ήρθε η κρίση, δεν «σωθήκαμε». δεθήκαμε. Με χρέος, με επιτήρηση, με φόβο. Και όλο αυτό το ονόμασαν «εθνική ευθύνη».

Τώρα, για να είμαι δίκαιος, θα κάνω και την κριτική μου στην Αριστερά. Ναι, η Αριστερά είχε δίκιο στη διάγνωση. Είπε ότι το σύστημα είναι άδικο, ότι το χρέος είναι μηχανισμός πειθαρχίας,
ότι οι πολιτικές εξυπηρετούν τους λίγους. Αλλά συχνά δεν είχε σχέδιο σύγκρουσης. Δεν είχε προετοιμασία, δεν είχε ειλικρίνεια για το κόστος, δεν είχε τη δύναμη να σπάσει τους συσχετισμούς.

Όταν βρέθηκε κοντά στην εξουσία, υποχώρησε. Όμως άλλο η ανεπάρκεια, κι άλλο η ευθύνη για την καταστροφή. Γι’ αυτό σας το λέω καθαρά. Αν θέλετε να φωνάζετε για πατρίδα, μην ψάχνετε εχθρούς στα τραγούδια. Ψάξτε τους στις πολιτικές που διέλυσαν την κοινωνία. Στις ανισότητες που βαφτίστηκαν «κανονικότητα».
Στην υποκρισία που έγινε ιδεολογία. Η πατρίδα δεν κινδυνεύει από τις γλώσσες. Κινδυνεύει όταν οι άνθρωποί της δεν μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Αυτό, όσο κι αν ενοχλεί, δεν είναι πολιτιστικός πόλεμος. Είναι κοινωνικός.

Mr Post Fluxus

26 Δεκεμβρίου 1991


26 Δεκεμβρίου 1991

Δεν ήταν μια ημερομηνία. Ήταν ένας ήχος. Ο ήχος από ένα μεγάλο σώμα που έπεφτε χωρίς χειροκρότημα. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης δεν συνέβη μόνο στα χαρτιά, στα κοινοβούλια και στις σημαίες που κατέβηκαν. Συνέβη μέσα στα σπίτια, στα εργοστάσια που σίγησαν, στα σχολεία που έμειναν χωρίς αφήγημα. Συνέβη στη μνήμη. Και η μνήμη, όταν μένει χωρίς πλαίσιο, γίνεται τραύμα. Μας είπαν ότι τελείωσε ένα σύστημα. Δεν μας είπαν ότι τελείωσε και μια υπόσχεση. Όχι η υπόσχεση της εξουσίας, αλλά εκείνη της συλλογικότητας. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνος απέναντι στον φόβο, την ανάγκη, την αγορά.

Μετά ήρθε το κενό. Και το κενό δεν μένει ποτέ άδειο. Γεμίζει με αριθμούς, ανταγωνισμό, «επιτυχία», ιδιωτικές ήττες και δημόσιες σιωπές. Γεμίζει με την ψευδαίσθηση της ελευθερίας, εκεί όπου η επιβίωση βαφτίστηκε επιλογή. Δεν υπερασπίζομαι καθεστώτα. Υπερασπίζομαι ερωτήματα. Τι κάνουμε όταν μια ιδέα καταρρέει; Τη θάβουμε ή τη μελετάμε; Τη γελοιοποιούμε ή τη μετασχηματίζουμε; Μαθαίνουμε ή απλώς προχωράμε σαν να μη συνέβη τίποτα;

Η 26η Δεκεμβρίου 1991 δεν είναι τέλος. Είναι αρχείο. Ένα αρχείο αποτυχιών, λαθών, εγκλημάτων, αλλά και οραμάτων που δεν πρόλαβαν να ενηλικιωθούν. Και τα αρχεία δεν τα φοβάσαι. Τα ανοίγεις. Γιατί ό,τι δεν διαβάζεται, επαναλαμβάνεται. Και ό,τι δεν πενθείται, επιστρέφει μεταμφιεσμένο. Ο άνθρωπος δεν τελείωσε το 1991. Ο αγώνας για αξιοπρέπεια ούτε.

Mr Post Fluxus

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΠΑΝΑΝΙΑΣ


ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΠΑΝΑΝΙΑΣ

Μια αλλόκοτη ιστορία από τον Mr Post Fluxus

Μια φορά κι έναν καιρό - όχι σε παραμύθι, αλλά σε μια χώρα που έμοιαζε επικίνδυνα με την πραγματική - υπήρχε ένα βασίλειο στο χάρτη που το ’λεγαν Μπανανία. Όχι επειδή είχε μπανάνες, αλλά επειδή όσο πιο πολύ σάπιζε, τόσο πιο πολύ οι άρχοντές της επέμεναν πως ήταν… παράδεισος.

Ο Μονάρχης των Καθρεφτών

Στην κορυφή της Μπανανίας κατοικούσε ο Μονάρχης των Καθρεφτών. Ένας ηγέτης που μπορούσε να βλέπει μόνο το δικό του είδωλο και τίποτα άλλο. Έλεγε ότι ήταν εκλεγμένος. Μα κυβερνούσε σαν μονάρχης. Τα βράδια ανέβαινε στον Πύργο των Μυστικών Αυτιών για να ακούει τις ανάσες ολόκληρου βασιλείου. Κι όταν πιάστηκε να παρακολουθεί μισή χώρα, είπε: «Μα εγώ απλώς προστάτευα τον λαό μου!» Και άλλαξε τον νόμο με μια μονοκονδυλιά, λες και έβαζε χρώμα σε μουσαμά που δεν του άρεσε.

Οι Άρχοντες της Φάρσας

Ο Μονάρχης είχε δίπλα του μια παράξενη αυλή. Τους έλεγαν Άρχοντες της Φάρσας γιατί όπου κι αν πήγαιναν, έκαναν τον κόσμο να αναρωτιέται αν βλέπει πολιτική ή κακόγουστη φαρσοκωμωδία. Κάποιοι δεν ήξεραν τι δουλειά κάνουν τα παιδιά τους. Άλλοι είχαν κερδίσει το Μεγάλο Τυχερό Παιχνίδι τόσες φορές που ούτε οι ίδιοι το θυμούνταν. Μερικοί ερχόντουσαν με χρυσές άμαξες που έμοιαζαν με Πόρσε και Φεράρι, χωρίς να ξέρουν από πού τους ήρθε το χρήμα. Κι όταν ρωτιούνταν για τα εκατομμύρια που είχαν, έλεγαν: «Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, το χάρισαν σε μένα.» Ήταν οι άνθρωποι που οι κάτοικοι της Μπανανίας αποκαλούσαν… Φραπέδες, Ποπάρες και Χασάπηδες, όχι για το επάγγελμά τους, αλλά για τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τη χώρα: με καφρίλα, με θράσος και με χέρια λερωμένα.

Τα Τρένα που Κλαίνε

Στη Μπανανία υπήρχαν και τρένα. Έμοιαζαν βουβά, σκουριασμένα, ξεχαρβαλωμένα. Και μια μέρα, η χώρα ξύπνησε με 57 σκιές στον ουρανό της. Όσοι έπρεπε να είχαν φτιάξει ράγες, τις είχαν πουλήσει για να γίνουν ευνοούμενοι του Μονάρχη. Όσοι έπρεπε να είχαν λάβει μέτρα ασφαλείας, είχαν βάλει έναν περίπτωση σταθμάρχη στη θέση ενός συστήματος. Όσοι έπρεπε να ζητήσουν συγγνώμη, σήκωναν το δάχτυλο και μιλούσαν με ύφος δάσκαλου που μαλώνει άτακτα παιδιά. Όταν τα μέλη των νεκρών βρέθηκαν πεταμένα στο χώμα, η Μπανανία έμεινε να αναρωτιέται: «Τι άλλο μπορεί να σάπισε τόσο βαθιά;» Οι γονείς, κουρασμένοι και πεινασμένοι, παρακαλούσαν δύο χρόνια μετά για το αυτονόητο: δικαιοσύνη. Μα η απάντηση ήταν η ίδια: σιωπή.

Το Βασίλειο χωρίς Νόμους

Στη Μπανανία, οι νόμοι ήταν σαν από ζυμάρι. Όποιος είχε δύναμη τους έπλαθε στα δάχτυλα του όπως τον βόλευε. Το ακαταδίωκτο ήταν για τους ισχυρούς.
Η τιμωρία ήταν για τους αδύναμους. Αν έκλεβες εκατομμύρια, μπορεί να σου έδιναν κι αξίωμα. Αν πλαστογραφούσες απολυτήριο Δημοτικού, μπορεί να σε περίμενε η φυλακή. Η Αστυνομία και το Λιμενικό είχαν γίνει σκιές που έμοιαζαν με τάγματα από άλλη εποχή. Κι οι δικαστές ψήφιζαν νόμους που οι ίδιοι μετά θα έβγαζαν… συνταγματικούς.

Οι Μάγισσες των Αγορών

Πάνω από το βασίλειο αιωρούνταν και τρεις μάγισσες: η Καρτέλεια, η Πινακολάντα και η Φουνταρουσία. Κρατούσαν στα χέρια τους το ψωμί, το ρεύμα, το σπίτι, το νερό. Κι όποιος είχε χρέος, έχανε το σπίτι του με ένα χτύπημα ραβδιού. Οι κάτοικοι της Μπανανίας δούλευαν 13 ώρες και πάλι δεν προλάβαιναν. Γιατί το σύστημα ήταν φτιαγμένο να τους έχει για πάντα κουρασμένους.

Η Πόλη του Μεγάλου Σπασίματος

Στην καρδιά της χώρας υπήρχε μια πόλη όπου οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με τα νεύρα τους σφιγμένα σαν γροθιές. Έβλεπες μάχες στα φανάρια, παπάδες να φωνάζουν σαν ταλιμπάν, σημαίες στα μπαλκόνια ανθρώπων που ήθελαν συγχαρητήρια επειδή… υπήρχαν. Άνθρωποι σπιρτόκουτα — κούφιοι από μέσα, φωνακλάδες απέξω, έτοιμοι να ανάψουν φωτιές. Εκεί έβλεπες τις δύο Μπανανίες: των λίγων που ζούσαν σε παλάτια και των πολλών που ζούσαν σε μποτιλιάρισμα, θλίψη, άγχος και ανασφάλεια.

Η Ψίχα της Ελπίδας

Κι όμως, μέσα στη Μπανανία, υπήρχε κάτι που δεν είχε σαπίσει ακόμη. Μικρό, σχεδόν αόρατο. Μια φωνή. Ένα παιδί. Ή ίσως πολλοί άνθρωποι μαζί που είχαν ξεχάσει πόσο δυνατοί ήταν. Αυτή η φωνή έλεγε: «Όταν η αδικία γεμίσει τόσο, που δεν χωράει άλλο, τότε η σιωπή γίνεται κραυγή.»
Και τότε, το βασίλειο ένιωσε κάτι να σείεται. Όχι από σεισμό. Αλλά από ανθρώπους που άρχισαν – σιγά σιγά - να καταλαβαίνουν ότι η Μπανανία δεν είναι κατάρα. Είναι κατασκευή. Και οι κατασκευές μπορούν να ξηλωθούν. Και το τέλος; Δεν έχει γραφτεί ακόμα. Γιατί, για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, κάποιοι στη Μπανανία ψιθυρίζουν ξανά μια απλή λέξη:

«Οξυγόνο»

Και ο ψίθυρος γίνεται ανάσα. Η ανάσα γίνεται φθόγγος. Ο φθόγγος γίνεται κραυγή.

Και η Μπανανία τρέμει στο όνομα της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης που θέλει να ξανά φέρει…

Εικόνα: Μαουρίτσιο Κατελάν , «Comedian». Η περίφημη μπανάνα με μονωτική ταινία πωλήθηκε σε δημοπρασία προς 5,8 εκ. ευρώ.

...στο κλιμακοστάσιο


Κι αν καθόταν και φέτος ο Mr Post Fluxus στο κλιμακοστάσιο, πλάι στον Lucky, τον μόνο φίλο που δεν ζητά εξηγήσεις, θα έλεγε πως ο κόσμος πάει κατά διαόλου, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Γιατί μόνο όταν φτάνεις στον πάτο της σκάλας, μαθαίνεις να ανεβαίνεις χωρίς να κρατιέσαι από τα κιγκλιδώματα που σου φόρεσαν για στήριγμα.

Ο Lucky τον κοιτά με εκείνο το βλέμμα που ξέρει τα πάντα πριν ειπωθούν. Σκύβει το κεφάλι, στρίβει ελαφρά το αυτί, σημάδι ότι καταλαβαίνει πως η δυστοπία του σήμερα δεν είναι τίποτα άλλο από τη χρυσή αφορμή να κλωτσήσουν το αύριο σε μια καινούρια τροχιά.

«Να μη φοβάσαι», θα έλεγε ο Mr Post Fluxus. «Ο φόβος είναι ο καλύτερος φύλακας του λάθους κόσμου». Κι ο Lucky θα γάβγιζε χαμηλά, σαν να συμφωνεί πως η ελευθερία δεν γράφεται σε μανιφέστα, μυρίζεται. Σε μια γωνία της πόλης που έχει ξεχάσει να είναι πόλη, οι δυο τους παρατηρούν τους ανθρώπους να σέρνουν ακόμη τα δεσμά που τους έμαθαν να αποκαλούν "κανονικότητα". Ο Mr Post Fluxus γελά πικρά: «Κοιτά να δεις, Lucky… ζητούν ουτοπία φορώντας ακόμα τα λουριά τους. Θέλουν αλλαγή, αλλά μην τους χαλάσεις το πρόγραμμα». Ο σκύλος σηκώνεται, τινάζεται, σαν να διώχνει απ’ το τρίχωμά του όλη τη σκόνη της λογικής. Κι εκεί, για μια στιγμή, ο αέρας στο κλιμακοστάσιο αλλάζει. Η δυστοπία μοιάζει να υποχωρεί. Η ουτοπία, ένα μικρό, θρασύ χαμόγελο, τρυπώνει ανάμεσα στα σκαλοπάτια.

«Να θυμάσαι», ψιθυρίζει ο Mr Post Fluxus. «Η αλήθεια δεν χρειάζεται στολίδια. Μόνο χώρο». Και ο Lucky, σαν πραγματικός κυνικός φιλόσοφος, ξαπλώνει δίπλα του. Κρατάει την τελευταία κουβέντα για τον εαυτό του , όπως κάθε σοφός.

Ανάμεσα στο Έμβιο και το Άβιο


Ανάμεσα στο Έμβιο και το Άβιο

Η έκθεση «Ανάμεσα στο Έμβιο και το Άβιο» προσεγγίζει τη φύση όχι ως σκηνικό, αλλά ως τον αληθινό πρωταγωνιστή ενός κόσμου που δοκιμάζεται. Στο έργο αυτό η φύση δεν είναι μακρινή εικόνα∙ είναι ο συνομιλητής μας, ο μάρτυρας της εποχής και ταυτόχρονα το εύθραυστο θεμέλιο της ύπαρξής μας. Γιατί χωρίς αυτήν, κανένα αύριο δεν μπορεί να υπάρξει.

Με βάση τη μακροχρόνια έρευνά μου στα εικαστικά, στην περιβαλλοντική ευαισθησία, στην πολιτική διάσταση της εικόνας και στη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό του υπόστρωμα, επιχειρώ να δημιουργήσω έναν χώρο όπου το έμβιο και το άβιο αλληλεξαρτώνται. Όπου η πέτρα «αναπνέει» και το φύλλο γίνεται σημάδι μνήμης. Όπου το υλικό μιλά πριν από τον άνθρωπο.

Τα έργα είναι φτιαγμένα πάνω σε χαρτί, με διάτρητα πρότυπα και χρωματιστά σπρέι. Η διαδικασία, γρήγορη αλλά ελεγχόμενη, φέρει κάτι από τον ρυθμό της αστικής επιφάνειας, κάτι από την τρωτότητα της φύσης και κάτι από το σχολαστικό βλέμμα του ανθρώπου που παρατηρεί πριν καταστρέψει. Τα διάτρητα πρότυπα λειτουργούν σαν φίλτρα: άλλοτε περιορίζουν την εικόνα και άλλοτε την αφήνουν να διαχυθεί, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή — όπου η ελευθερία και ο περιορισμός συνυπάρχουν.

Το σπρέι, από την άλλη, είναι χειρονομία: ένα ίχνος άμεσο, αέρινο, σχεδόν αναπνευστικό. Το χρώμα απλώνεται σαν νέφος, σαν ομίχλη που σκεπάζει και αποκαλύπτει. Το χαρτί το δέχεται όπως το χώμα δέχεται το νερό: με ανοχές, με απώλειες, με απρόβλεπτες διαδρομές.

Η έκθεση, περισσότερο από αισθητική εμπειρία, είναι μια πρόσκληση σε προσοχή.

Ζητά να παρατηρήσουμε πριν να είναι αργά.
Να καταλάβουμε ότι η φύση δεν χρειάζεται εμάς.
Εμείς χρειαζόμαστε εκείνη.

Ανάμεσα στο έμβιο και το άβιο υπάρχει πάντα μια λεπτή γραμμή.
Τα έργα προσπαθούν να δείξουν πως αυτή η γραμμή είναι ακόμη ορατή.

Και πως το αύριο εξαρτάται από το αν θα την σεβαστούμε.

Mr Chaos

«ίσως ζήσαμε το τελευταίο καλοκαίρι ειρήνης»


Σχόλιο Mr Post Fluxus

Η φράση «ίσως ζήσαμε το τελευταίο καλοκαίρι ειρήνης» ακούγεται σαν τελετουργικό ξόρκι φόβου, μια δημόσια πρόβα πολέμου που προετοιμάζει συνειδήσεις να δεχτούν το αδιανόητο ως αναπόφευκτο. Όταν οι υπουργοί Άμυνας μιλούν με τόση βεβαιότητα για το τέλος της ειρήνης, δεν περιγράφουν, κατασκευάζουν.

Η Ευρώπη γίνεται ξανά σκηνή ενός θεάτρου απειλών, όπου τα κράτη διαφημίζουν την αδυναμία τους ως δύναμη και τις προβλέψεις ως μαντείες. Ο λόγος τους στάζει ανησυχία, αλλά πίσω του κρύβεται η ίδια παλιά μηχανή: ο φόβος ως εργαλείο πειθαρχίας. Και κάθε φορά που οι ηγεσίες υψώνουν τον τόνο, οι πολίτες χαμηλώνουν το βλέμμα.

Ο Mr Post Fluxus βλέπει το παιχνίδι καθαρά:
Όταν μιλούν για πόλεμο, εννοούν οικονομία. Όταν μιλούν για ασφάλεια, εννοούν έλεγχο. Όταν μιλούν για ειρήνη που τελειώνει, εννοούν ότι χρειάζονται τη συναίνεσή μας.

Η Ευρώπη δεν έχασε την ειρήνη της. Την παραδίδει. Και ο καλλιτέχνης οφείλει να το φωνάξει, όχι για να διχάσει, αλλά για να σπάσει το ξόρκι. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να φοβηθούν, η ειρήνη δεν θα είναι ανάμνηση, θα είναι πράξη αντίστασης.

Εικαστική Πράξη


Από το 1997, η εικαστική μου μελέτη παραμένει μια αδιάκοπη πορεία γύρω από τον άνθρωπο–πολίτη και τη θέση του μέσα στον χώρο της δράσης. Ο άνθρωπος, όχι ως αισθητικό αντικείμενο, αλλά ως ενεργός φορέας ευθύνης, ως σώμα που συμμετέχει, αντιστέκεται, συγκρούεται. Δεν υπήρξε ποτέ για μένα ενδιαφέρον για το «όμορφο» ή το «αρμονικό». Η τέχνη μου γεννήθηκε μέσα από το ωμό, το τραχύ, το αντιαισθητικό, γιατί μόνο εκεί κατοικεί η αλήθεια.

Η αισθητική, όπως έχει επιβληθεί από τα μέσα επιρροής και τους θεσμούς του πολιτισμού, λειτουργεί σήμερα σαν προπέτασμα καπνού, σαν άμυνα απέναντι στη ρήξη. Ένας κόσμος που φοβάται να δει το αίμα του, τη σήψη του, τη φθορά του, κατασκευάζει μια εικόνα ευπρέπειας, ένα περιτύλιγμα ευαισθησίας που κρύβει την απάθεια. Αυτή η άλως του πρεπισμού, όπως την ονομάζω, είναι το τελευταίο οχυρό της μεταπολιτικής σιωπής, το πεδίο όπου η «εικαστική πράξη» εξουδετερώνεται, μεταφρασμένη σε lifestyle, χορηγίες και καμπάνιες κοινωνικής ευαισθησίας.

Η δική μου πρόθεση δεν υπήρξε ποτέ η διακόσμηση του κενού. Τα έργα μου δεν προσπαθούν να κατευνάσουν, αλλά να πυροδοτήσουν. Δεν υπηρετούν την ηρεμία, αλλά την αφύπνιση. Κάθε μορφή, κάθε ίχνος χρώματος ή ήχου, λειτουργεί ως κραυγή, μια πράξη διατάραξης της ψευδούς κανονικότητας. Η τέχνη, για μένα, είναι πολιτική πράξη, όχι ως προπαγάνδα, αλλά ως ενσώματη μαρτυρία της αδικίας.

Στον κόσμο της σκοτοδίνης, όπου τα πάντα βαφτίζονται πρόοδος, η τέχνη που δεν ανατρέπει γίνεται συνένοχη. Γι’ αυτό και ο καλλιτέχνης οφείλει να σταθεί εκεί όπου πονάει, στην αλήθεια. Να αναμετρηθεί με τον φόβο, την υποκρισία, την εξουσία της εικόνας. Η «εικαστική πράξη» δεν είναι αίτημα, είναι ανάγκη. Είναι η απόπειρα να ξαναβρεί ο άνθρωπος το δικαίωμα να συμμετέχει στο «εμείς».

Γιατί μόνο μέσα από τη ρήξη μπορεί να υπάρξει αναγέννηση. Και μόνο μέσα από την ωμή αλήθεια μπορεί η τέχνη να ξαναγίνει πράξη ζωής.

Η τέχνη, όπως την αντιλαμβάνομαι, δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Ο Guy Debord έγραψε ότι «ο θεαματικός κόσμος δεν είναι μια συλλογή εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους, μεσολαβημένη από εικόνες». Αυτή η παρατήρηση συνοψίζει όλο το πεδίο της σύγχρονης εικαστικής μου έρευνας, το πώς η εικόνα αντικατέστησε τη συμμετοχή, πώς το βλέμμα έγινε υποκατάστατο της δράσης.

Η εικαστική πράξη δεν είναι, επομένως, απλώς δημιουργία μορφών. Είναι αντίσταση στον μηχανισμό της θεαματικής αλλοτρίωσης. Από τη στιγμή που το έργο παύει να υπάρχει μόνο ως αισθητικό αντικείμενο και μετατρέπεται σε χώρο σύγκρουσης, σε σώμα πολιτικής εμπειρίας, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματική τέχνη.

Η Claire Bishop, εξετάζοντας τη συμμετοχική και επιτελεστική τέχνη, μιλά για την ανάγκη ενός «αγωνιστικού δημόσιου χώρου», όπου η τέχνη δεν λειτουργεί ως συμφιλίωση αλλά ως τόπος αντιπαράθεσης. Αυτός ο τόπος είναι ο φυσικός χώρος του Γιάννη Σταμενίτη. Εκεί όπου το έργο γεννιέται όχι για να καθησυχάσει, αλλά για να διαταράξει τη ροή της κανονικότητας, να προκαλέσει ερώτηση, σύγκρουση, επανατοποθέτηση.

Στο πλαίσιο αυτό, η αισθητική του ωμού λειτουργεί ως στρατηγική. Το ωμό δεν είναι απλώς ύφος, είναι ηθική στάση. Απορρίπτει τον εξωραϊσμό, αποδομεί την ψευδαίσθηση της ευγένειας του πολιτισμού και στρέφει το βλέμμα προς την πραγματικότητα της φθοράς, της ανισότητας, της αποξένωσης. Ο Jean Rustin και ο Antoni Tàpies, καθένας με τον τρόπο του, έδειξαν ότι η ύλη μπορεί να μιλήσει για την πληγή. Η τέχνη γίνεται τότε μια μορφή κοινωνικής αυτογνωσίας, ένας καθρέφτης που δεν χαρίζεται.

Ο Nicolas Bourriaud με την έννοια της relational aesthetics επιχείρησε να περιγράψει τη σύγχρονη τέχνη ως χώρο κοινωνικών σχέσεων. Όμως, εκεί όπου η θεωρία αυτή συχνά εκφυλίστηκε σε «καλλιτεχνικό ανθρωπισμό», ο Mr Post Fluxus απαντά με αντί-σχέσεις, με έργα που δεν προτείνουν συνύπαρξη, αλλά αντιπαράθεση. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική σχέση χωρίς ρήξη.

Ο ακραίος εικαστικός ήχος, που αποτελεί σήμερα το κύριο πεδίο δράσης μου, είναι η φυσική προέκταση αυτής της σκέψης. Δεν είναι μουσική, είναι σύγκρουση ήχου και σώματος, μια βιωματική διαδικασία όπου το κοινό εκτίθεται σε μια εμπειρία πέρα από την αρμονία. Είναι το σημείο όπου ο ήχος γίνεται πολιτικό γεγονός.

Η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο από μόνη της, αλλάζει όμως τον τρόπο που τον αντιλαμβανόμαστε. Και αυτό, από μόνο του, είναι πράξη επανάστασης.

Η επαναστατική τέχνη δεν είναι πλέον το προνόμιο των επαναστατών, αλλά το καθήκον των ζωντανών. Κάθε έργο που αρνείται τη σιωπή, κάθε εικόνα που επιστρέφει το βλέμμα στον θεατή και τον αναγκάζει να σταθεί, να νιώσει, να πάρει θέση, είναι μια μικρή νίκη ενάντια στην εξουσία της απάθειας.

Η εικαστική μου μελέτη, στο σύνολό της, δεν διακοσμεί τον κόσμο. Τον ξεγυμνώνει.
Για να δούμε επιτέλους τι απομένει όταν πέσουν τα προσωπεία.

Γιάννης Σταμενίτης 

Δεν είσαι ξένος, φίλε μου


Δεν είσαι ξένος, φίλε μου. Είσαι φτωχός. Κι αυτή είναι η μόνη “ξενότητα” που αναγνωρίζει η κοινωνία των προνομιούχων. Οι πλούσιοι δεν είναι ποτέ ξένοι, ταξιδεύουν με διαβατήριο από χρυσάφι και χαμόγελα υποκρισίας. Όπου κι αν πάνε, τους περιμένει ένα χαλί στρωμένο, ένα τραπέζι έτοιμο, μια κάμερα που τους υποδέχεται με φλας. Οι υπόλοιποι, εμείς, πρέπει να δώσουμε εξηγήσεις για το ποιοι είμαστε, γιατί ήρθαμε, και τι “θέλουμε” από έναν κόσμο που δεν μας ανήκει, κι ας τον χτίζουμε καθημερινά με τον ιδρώτα μας.


Η κοινωνία αγαπά τη φτώχεια μόνο στα ποιήματα και στις ταινίες. Στην πραγματικότητα τη φοβάται. Την κρύβει πίσω από λέξεις όπως “παράτυπος”, “παρείσακτος”, “επικίνδυνος”. Έτσι κατασκευάζει τα σύνορά της, όχι από πέτρα και συρματόπλεγμα, αλλά από φόβο και αδιαφορία.

Κι όμως, πίσω από κάθε φτωχό, πίσω από κάθε μετανάστη, υπάρχει μια ιστορία που δεν γράφτηκε ακόμη. Ένα παιδί που ονειρεύτηκε να γίνει κάτι περισσότερο από εργάτης. Μια μητέρα που άφησε πίσω της τον ουρανό της για να ταΐσει ένα πιάτο φαΐ. Ένας πατέρας που έμαθε να χαμογελάει ακόμη κι όταν η ζωή τον έπνιγε.

Δεν υπάρχει ξένος στη γη, μόνο άνθρωποι που τους ξέχασε η αδικία. Και όσο θα θυμόμαστε πως η φτώχεια δεν είναι ντροπή αλλά κάλεσμα για αλληλεγγύη, τόσο θα πλησιάζουμε ξανά ο ένας τον άλλον. Γιατί, όταν η καρδιά ανοίγει, τα σύνορα καταρρέουν. Κι εκεί αρχίζει ξανά ο άνθρωπος.

Mr Post Fluxus

Νερό καθαρό, νερό ζωής, μαζί τα καταφέραμε εμείς


Μια φορά κι έναν καιρό, πέρα από τα μεγάλα βουνά και τα πυκνά σύννεφα, υπήρχε ένας τόπος όπου το νερό δεν πινόταν. Οι λίμνες είχαν γίνει θολές, τα ποτάμια πικρά, και τα πηγάδια ξερνάγανε λάσπη αντί για δροσιά. Τα ζώα εκεί ζούσαν μέσα στην αγωνία. Τα πουλιά δεν τραγουδούσαν πια, τα ελάφια περπατούσαν σκυφτά, κι οι λαγοί μετρούσαν τις μέρες ώσπου να βρέξει.

Μα δεν έβρεχε. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο τα ζώα μαλώνανε μεταξύ τους για μια σταγόνα καθαρού νερού.

«Πρέπει να πάμε στον βασιλιά μας, το Λιοντάρι!» φώναξε ο σοφός γέρος Γερανός.
Έτσι κι έγινε. Όλα τα ζώα μαζεύτηκαν κάτω από το μεγάλο δέντρο του βασιλιά και του είπαν τα βάσανά τους.
Το Λιοντάρι άκουσε, αναστέναξε και είπε:
«Θα το φροντίσω εγώ. Θα καλέσω τους συμβούλους μου και θα δούμε τι θα γίνει.»

Μα οι μέρες έγιναν εβδομάδες, κι οι εβδομάδες μήνες και χρόνια. Το Λιοντάρι ζούσε στο δάσος που είχε ακόμα νερό, κι έτσι δεν βιαζόταν. Έπινε, έτρωγε, κι έλεγε μεγάλα λόγια, χωρίς να κάνει τίποτα.

Τα ζώα όμως δεν άντεχαν άλλο.
Μια μέρα, σε μια Μυρμηγκοφωλιά, και το πιο εργατικό πλάσμα του τόπου το Μυρμήγκι, μάζεψε τα ζώα και είπε:
«Αν περιμένουμε το Λιοντάρι, θα χαθούμε. Ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Ο καθένας έχει κάτι να προσφέρει.»

Και τότε έγινε κάτι μαγικό.

Τα πουλιά πέταξαν ψηλά και βρήκαν ένα παλιό ποτάμι που είχε σκεπαστεί από πέτρες.
Οι κάστορες άρχισαν να σκάβουν με τα δόντια τους, οι αλεπούδες κουβαλούσαν τα χαλίκια, οι ελέφαντες με τις προβοσκίδες τους έβγαζαν τις μεγάλες πέτρες.
Τα μυρμήγκια δούλευαν μέρα και νύχτα, σέρνοντας κόκκους χώματος για να καθαρίσουν τη ροή.
Ακόμα και τα βατράχια, που είχαν σχεδόν ξεχάσει το τραγούδι τους, έπιασαν ρυθμό και συντόνιζαν την εργασία με το "κροάκ, κροάκ!" τους.

Κι ένα πρωινό, ο ήλιος έλαμψε πάνω σε κάτι που όλοι είχαν ξεχάσει πως υπήρχε, ένα ρυάκι, καθαρό και κρυστάλλινο, που άρχισε να κυλά ξανά μέσα από το δάσος.

Όλα τα ζώα έτρεξαν να πιούν.
Και τότε κατάλαβαν κάτι σπουδαίο:
Η δύναμη δεν βρίσκεται στον βασιλιά, αλλά στη συνεργασία.
Δεν σώζει ένας, αλλά όλοι μαζί.

Από τότε, κάθε χρόνο, την πρώτη μέρα που τρέχει το νερό, τα ζώα μαζεύονται γύρω από το ρυάκι και τραγουδούν:
«Νερό καθαρό, νερό ζωής, μαζί τα καταφέραμε εμείς.»

Κι αν ποτέ περάσεις από εκεί, θα ακούσεις τον ήχο του νερού να σου ψιθυρίζει το ίδιο μυστικό, πως τίποτα δεν αλλάζει αν δεν ενωθούν οι καρδιές των ανθρώπων, ή των ζώων.

Mr Post Fluxus

εικόνα δάνειο από το διαδίκτυο

Η μικρή γοργόνα


Η μικρή γοργόνα ζούσε στα βαθιά νερά του Αιγαίου. Δεν ήξερε από όρια, ούτε από φόβο. Κολυμπούσε πάντα πιο μακριά από τις άλλες, άκουγε τους ήχους των πλοίων, έβλεπε τα φώτα των πόλεων και ονειρευόταν.

«Θέλω να ζήσω ελεύθερη», έλεγε στο κύμα. «Να δω τι υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα.»
Τα ψάρια τη φοβούνταν λίγο, ήταν αλλιώτικη. Δεν ήθελε να ανήκει πουθενά. Είχε μαλλιά σαν φύκια που λάμπανε στο φεγγάρι και μάτια γεμάτα περιέργεια. Κάθε βράδυ ανέβαινε πιο ψηλά, εκεί όπου το νερό αρχίζει να μυρίζει άνθρωπο.
Μια νύχτα, όταν η θάλασσα ήταν ήσυχη σαν καθρέφτης, είδε για πρώτη φορά ένα καΐκι. Στα ξύλινα πλευρά του καθρεφτιζόταν το φως της. Ήταν όμορφο, αλλόκοτο και επικίνδυνο. Μα αυτή δεν γύρισε πίσω. Πλησίασε.
Οι ψαράδες την είδαν. Στην αρχή νόμιζαν πως είναι ψάρι με φως, μετά πνεύμα, και τέλος, λεία. Την έπιασαν με δίχτυα που μύριζαν θάνατο και πετρέλαιο. Πάλεψε, μα τα δίχτυα ήταν πιο δυνατά από τα όνειρά της.
Την ανέβασαν στο καΐκι, τη φωτογράφισαν, τη σχολίασαν, τη μέτρησαν. Κανείς δεν είδε το βλέμμα της, εκείνο που ακόμα ζητούσε ελευθερία. Κανείς δεν κατάλαβε πως δεν ήταν θήραμα, αλλά ψυχή.
Την πήγαν στο εργοστάσιο. Εκεί, ανάμεσα σε μηχανές και κονσέρβες, η μικρή γοργόνα έλιωσε σε μορφή και σώμα. Έμεινε μόνο η φωνή της, ένα μακρινό τραγούδι που ακούγεται καμιά φορά μέσα από το μέταλλο, όταν κάποιος ανοίγει μια κονσέρβα και για μια στιγμή νομίζει πως άκουσε τη θάλασσα.
Έτσι τελείωσε το όνειρο της μικρής γοργόνας που ήθελε να ζήσει ελεύθερη.
Ή ίσως όχι, γιατί κάθε φορά που κάποιος τολμά να ονειρευτεί, εκείνη ξαναζεί για λίγο, μέσα στη μνήμη του νερού.

Mr Post Fluxus

Σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη

Το παραμύθι του ανθρώπου που δεν ανήκε πουθενά


Το παραμύθι του ανθρώπου που δεν ανήκε πουθενά

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα όμορφη σαν ζωγραφιά και κουρασμένη σαν γέρος ναύτης, οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει να κοιτάζονται στα μάτια. Είχαν μάθει μόνο να κοιτούν τις οθόνες και τα χαρτιά, εκεί όπου κάποιοι έλεγαν πως βρίσκεται η αλήθεια.
Σ’ αυτή τη χώρα, κάθε τέσσερα χρόνια, ξεφύτρωναν νέοι σωτήρες. Φορούσαν κοστούμια από λόγια και υποσχέσεις από αέρα. Μιλούσαν δυνατά, τόσο δυνατά, που δεν ακουγόταν πια η φωνή των απλών ανθρώπων.

Και κάθε φορά έλεγαν το ίδιο παραμύθι, πως θα σώσουν τη χώρα, πως θα φέρουν φως, πως αυτή τη φορά θα είναι αλλιώς. Μα το φως δεν ερχόταν ποτέ. Μόνο μια μυρωδιά καμένου απλωνόταν στον αέρα, κι ένας ήχος σαν ράγισμα από ψυχές που κουράστηκαν να περιμένουν. Κάπου εκεί ζούσε κι ένας άνθρωπος που δεν ανήκε πουθενά. Δεν είχε κόμμα, δεν είχε σημαία, δεν είχε βολή. Είχε μόνο μια καρδιά που πονούσε για το δίκαιο και δυο μάτια που έβλεπαν καθαρά μέσα στη θολούρα. Περπατούσε στους δρόμους και μιλούσε με τους ανθρώπους. Άκουγε τις ιστορίες τους, τις μικρές νίκες και τις μεγάλες ήττες τους. Και κάθε φορά που κάποιος του έλεγε “όλοι ίδιοι είναι”, εκείνος χαμογελούσε πικρά και έλεγε: “Όχι όλοι. Υπάρχουν ακόμα μερικοί που κρατούν τη φωτιά.”

Κάποτε, οι σωτήρες τον κάλεσαν στα παλάτια τους. Του είπαν να σωπάσει, να γίνει ένας από αυτούς. Να πάρει θέση, να φορέσει κι εκείνος ένα ωραίο κουστούμι από ψέμα. Μα εκείνος γύρισε την πλάτη. Τους είπε να πάνε στα συντρίμμια της απληστίας τους, εκεί που φυτρώνει μόνο στάχτη και σκουριά. Γιατί εκεί ανήκαν. Κι έφυγε πάλι στους δρόμους. Ανάμεσα στους εργάτες, στους γέρους που ταΐζουν τα περιστέρια, στα παιδιά που ζωγραφίζουν με κιμωλία πάνω στο πεζοδρόμιο. Εκεί όπου χτυπάει ακόμα η καρδιά της χώρας, όχι στα έδρανα, αλλά στις καρδιές των απλών ανθρώπων.

Και τότε κατάλαβε. Πως η πατρίδα δεν είναι αυτοί που μιλούν γι’ αυτήν, αλλά αυτοί που την κουβαλούν μέσα τους. Πως η ελπίδα δεν βρίσκεται στα μεγάλα λόγια, αλλά στη μικρή, καθημερινή αντοχή. Κι έτσι, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, έλεγε σιγανά.

«Δεν ανήκω πουθενά. Ανήκω μόνο σε ό,τι ακόμα αξίζει.» Κι ίσως, λένε κάποιοι, πως εκείνη τη νύχτα, κάπου πάνω από τις στέγες των σπιτιών, ένα μικρό φως άναψε ξανά.

Mr Post Fluxus

Εικόνα, σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη 2003, μαρκαδόροι σε χαρτί

Ο σκαντζόχοιρος, που τον έλεγαν Χόρτο


Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα δάσος γεμάτο ήχους, μυρωδιές και φως, ζούσε ένας μικρός σκαντζόχοιρος με τη φαμίλια του. Είχε τρία μικρά σκαντζοχοιράκια, σκανταλιάρικα και πεινασμένα, κι έναν χειμώνα που ήρθε πιο νωρίς απ’ ό,τι περίμενε κανείς. Τα φύλλα δεν πρόλαβαν καλά καλά να κιτρινίσουν, και η γη πάγωσε. Τα σκουλήκια κρύφτηκαν, τα φρούτα λιγόστεψαν, κι οι κοιλιές άρχισαν να γουργουρίζουν.

Ο σκαντζόχοιρος, που τον έλεγαν Χόρτο, κάθε βράδυ έβγαινε να βρει κάτι να φάει για τα παιδιά του. Όμως το δάσος ήταν φτωχό, κι ό,τι έβρισκε, το μοιραζόταν σε ίσα μικρά κομμάτια. Μέχρι που μια νύχτα, είδε στο ξέφωτο μια μηλιά, την τελευταία του φθινοπώρου. Τα μήλα της κόκκινα, βαριά, γεμάτα ζωή. Μα ήταν φυτεμένη κοντά στην καλύβα του γεωργού, κι ο σκαντζόχοιρος ήξερε πως ό,τι φυτρώνει εκεί δεν ανήκει στο δάσος.
Κρύφτηκε, περίμενε να σκοτεινιάσει για τα καλά, κι όταν ο άνεμος ησύχασε, πλησίασε σιωπηλά. Με τα μικρά του αγκάθια μάζεψε δύο μήλα στην πλάτη του και έτρεξε πίσω στο λαγούμι του. Τα μικρά του έφαγαν εκείνο το βράδυ και γέλασαν ξανά.
Μα ο γεωργός ανακάλυψε το πρωί τα σημάδια. Και έστησε παγίδα. Την επόμενη νύχτα, όταν ο Χόρτο πήγε πάλι να φέρει φαγητό, πιάστηκε. Ο γεωργός τον σήκωσε θυμωμένος και του είπε:
— Εσύ λοιπόν μου κλέβεις τα μήλα; Δεν ντρέπεσαι, μικρέ κλέφτη;
Ο σκαντζόχοιρος δεν μίλησε, μόνο κουλουριάστηκε σφιχτά. Ο γεωργός όμως, σκύβοντας πιο κοντά, είδε στα μάτια του φόβο, όχι πονηριά. Και τότε, από το σκοτάδι, ακούστηκαν μικρές φωνές, τα σκαντζοχοιράκια που έψαχναν τον πατέρα τους. Ο άνθρωπος σώπασε για λίγο. Κοίταξε τη μηλιά του, ύστερα τον σκαντζόχοιρο, και κατάλαβε.
Τον άφησε ελεύθερο. Και κάθε βράδυ, από τότε, έριχνε λίγα μήλα πιο πέρα, μακριά από το σπίτι, λέγοντας:
— Για τα παιδιά του δάσους.
Ο Χόρτο δεν έκλεψε ποτέ ξανά, μα δεν ξέχασε εκείνον τον άνθρωπο που διάλεξε να δει με την καρδιά κι όχι με τον θυμό.
Κι έτσι, όταν τα σκαντζοχοιράκια του μεγάλωσαν, τους έλεγε:
— Να θυμάστε, μικρά μου, δεν είναι κακό να ζητάς ό,τι χρειάζεσαι για να ζήσεις. Κακό είναι να μη βλέπεις ποιος πεινάει δίπλα σου.

Μr Post Fluxus

Εικόνα, σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη

Η μοναξιά της ψυχής μου


Η μοναξιά της ψυχής μου

Η μοναξιά της ψυχής μου δεν είναι σιωπή, είναι κραυγή που δεν ακούγεται, γιατί κανείς δεν έχει πια χρόνο να ακούσει. Όλοι τρέχουν να προλάβουν κάτι που δε θυμούνται γιατί το ήθελαν. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μοιράζονται “στιγμές” που δεν έζησαν ποτέ, ενώ στις πραγματικές τους στιγμές, δεν υπάρχει κοινή ματιά, δεν υπάρχει κοινός παλμός. Κι έτσι, ο άνθρωπος γίνεται ένας θεατής της ίδιας του της ζωής, ένα σκιάχτρο που χαμογελάει για την κάμερα. Ο κόσμος γύρω μου φοράει ταμπέλες, κόμματα, ιδεολογίες, επαγγέλματα, ρόλους, κι όλοι αυτοί οι ρόλοι τους φυλακίζουν μέσα σε έναν ψυχρό κοινωνικό μηχανισμό που ονομάζουν “πρόοδο”. Μα ποια πρόοδος είναι αυτή, όταν οι ψυχές μας πεινάνε; Όταν η ευαισθησία θεωρείται αδυναμία και η ενσυναίσθηση χάσιμο χρόνου; Εγώ, δεν ντρέπομαι να πω πως πολλές φορές λύγισα, πως ένιωσα μόνος μέσα σε μια κοινωνία που φοβάται να νιώσει. Μα έμαθα πως η μοναξιά δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή. Είναι ο τόπος όπου η ψυχή ξανασυναντά το φως της. Εκεί, μέσα στη σιωπή, ακούγεται επιτέλους η αλήθεια μας. Κι αν κάτι έχω να πω σ’ εσάς που ακόμα πιστεύετε, είναι αυτό: Μη φοβάστε να είστε ευαίσθητοι σε έναν κόσμο σκληρό. Εκεί βρίσκεται η δύναμή σας. Η μοναξιά δεν είναι έλλειψη, είναι ο χώρος όπου φυτρώνει η ελευθερία.

Μια φορά κι έναν καιρό


Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα που δεν είχε όνομα, υπήρχε ένας Πύργος. Ήταν χτισμένος από πέτρα και λάσπη, με παράθυρα που άνοιγαν μόνο προς τα μέσα, για να μη φαίνεται ποτέ τι γινόταν έξω. Στον Πύργο κατοικούσαν οι Άρχοντες, οι οποίοι μιλούσαν συνέχεια για το «Καλό του Λαού» και για τη «Μεγάλη Τάξη των Πραγμάτων».


Κάθε πρωί, κατέβαιναν στην πλατεία και μοίραζαν υποσχέσεις. Τις νύχτες όμως, μαζεύονταν όλοι γύρω από ένα τεράστιο τραπέζι και συζητούσαν πώς να κρατήσουν τα φώτα σβηστά, ώστε να μην φαίνονται τα ίχνη τους. Οι υπηρέτες έπλεναν το τραπέζι με χρυσό νερό, και οι γραμματείς έγραφαν ψιθυριστά όσα δεν έπρεπε να ακουστούν.

Ένα πρωί, ένας Άνεμος σηκώθηκε από τα χαμηλά. Έλεγε ότι είδε σκιάδες να κινούνται μέσα στο Πηγάδι των Νόμων. Οι άνθρωποι στην πλατεία τον άκουσαν και άρχισαν να ψάχνουν. Και τότε, από τα βάθη του Πύργου, ακούστηκε ένας ήχος σαν σεισμός. Ήταν τα θεμέλια που έτριζαν.

Κάποιοι είπαν πως ο Άνεμος ψεύδεται. Πως είναι μόνο φήμη, πως δεν πρέπει να ταράζεται η τάξη. Άλλοι όμως θυμήθηκαν πως εδώ και χρόνια, όποιος μιλούσε για τα σκοτάδια, εξαφανιζόταν στις κατακόμβες της Σιωπής. Έτσι, για πρώτη φορά, άναψαν λυχνάρια στις αυλές και φώτισαν τα πρόσωπά τους. Είδαν τότε πόσο κουρασμένα ήταν, πόσο πολύ είχαν συνηθίσει να ζουν με σκυμμένο το κεφάλι.

Ο Πύργος προσπάθησε να κρατήσει τα τείχη του όρθια. Έστειλε τους αγγελιοφόρους του να φωνάξουν ότι όλα είναι ψέματα, ότι δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθούν. Μα κάθε ψέμα έσπαγε σαν καθρέφτης στο φως των λυχναριών.

Οι άνθρωποι δεν είχαν όπλα. Είχαν μόνο φωνές. Κι όταν τις ένωσαν, ο Πύργος άρχισε να ραγίζει. Κάθε λέξη τους ήταν ένα χτύπημα στη σιωπή. Και τότε, μέσα από τη ρωγμή, φάνηκαν χαρτιά, σφραγίδες και υπογραφές. Έπεσαν κάτω σαν ξεραμένα φύλλα και αποκάλυψαν το μυστικό: πως αυτοί που μιλούσαν για δικαιοσύνη, είχαν μάθει να ράβουν κουκούλες από νόμους και κορδέλες από ψεύτικες υποσχέσεις.

Ο Άνεμος σώπασε. Δεν χρειαζόταν να πει άλλο τίποτα. Οι άνθρωποι είχαν δει. Και αυτό, σε κάθε βασίλειο, ήταν η αρχή του τέλους για όσους ζούσαν πίσω από τα κλειστά παράθυρα.

Κι έτσι, στο βασίλειο χωρίς όνομα, γράφτηκε ένας νέος νόμος, όχι σε χαρτί, αλλά στις καρδιές των ανθρώπων:

**Καμιά εξουσία δεν στέκει πάνω από την αλήθεια. Και κανένα κουκούλωμα δεν μπορεί να σκεπάσει το φως, όταν αυτό αποφασίσει να ξυπνήσει.**

Mr Post Fluxus

εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο