«ίσως ζήσαμε το τελευταίο καλοκαίρι ειρήνης»
Σχόλιο Mr Post FluxusΗ φράση «ίσως ζήσαμε το τελευταίο καλοκαίρι ειρήνης» ακούγεται σαν τελετουργικό ξόρκι φόβου, μια δημόσια πρόβα πολέμου που προετοιμάζει συνειδήσεις να δεχτούν το αδιανόητο ως αναπόφευκτο. Όταν οι υπουργοί Άμυνας μιλούν με τόση βεβαιότητα για το τέλος της ειρήνης, δεν περιγράφουν, κατασκευάζουν.
Η Ευρώπη γίνεται ξανά σκηνή ενός θεάτρου απειλών, όπου τα κράτη διαφημίζουν την αδυναμία τους ως δύναμη και τις προβλέψεις ως μαντείες. Ο λόγος τους στάζει ανησυχία, αλλά πίσω του κρύβεται η ίδια παλιά μηχανή: ο φόβος ως εργαλείο πειθαρχίας. Και κάθε φορά που οι ηγεσίες υψώνουν τον τόνο, οι πολίτες χαμηλώνουν το βλέμμα.
Ο Mr Post Fluxus βλέπει το παιχνίδι καθαρά:
Όταν μιλούν για πόλεμο, εννοούν οικονομία. Όταν μιλούν για ασφάλεια, εννοούν έλεγχο. Όταν μιλούν για ειρήνη που τελειώνει, εννοούν ότι χρειάζονται τη συναίνεσή μας.
Η Ευρώπη δεν έχασε την ειρήνη της. Την παραδίδει. Και ο καλλιτέχνης οφείλει να το φωνάξει, όχι για να διχάσει, αλλά για να σπάσει το ξόρκι. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να φοβηθούν, η ειρήνη δεν θα είναι ανάμνηση, θα είναι πράξη αντίστασης.
Εικαστική Πράξη
Από το 1997, η εικαστική μου μελέτη παραμένει μια αδιάκοπη πορεία γύρω από τον άνθρωπο–πολίτη και τη θέση του μέσα στον χώρο της δράσης. Ο άνθρωπος, όχι ως αισθητικό αντικείμενο, αλλά ως ενεργός φορέας ευθύνης, ως σώμα που συμμετέχει, αντιστέκεται, συγκρούεται. Δεν υπήρξε ποτέ για μένα ενδιαφέρον για το «όμορφο» ή το «αρμονικό». Η τέχνη μου γεννήθηκε μέσα από το ωμό, το τραχύ, το αντιαισθητικό, γιατί μόνο εκεί κατοικεί η αλήθεια.
Η αισθητική,
όπως έχει επιβληθεί από τα μέσα επιρροής και τους θεσμούς του πολιτισμού,
λειτουργεί σήμερα σαν προπέτασμα καπνού,
σαν άμυνα απέναντι στη ρήξη. Ένας
κόσμος που φοβάται να δει το αίμα του, τη σήψη του, τη φθορά του, κατασκευάζει
μια εικόνα ευπρέπειας, ένα περιτύλιγμα ευαισθησίας που κρύβει την απάθεια. Αυτή
η άλως του πρεπισμού, όπως την
ονομάζω, είναι το τελευταίο οχυρό της μεταπολιτικής
σιωπής, το πεδίο όπου η «εικαστική πράξη»
εξουδετερώνεται, μεταφρασμένη σε lifestyle, χορηγίες και καμπάνιες κοινωνικής
ευαισθησίας.
Η δική μου πρόθεση δεν υπήρξε ποτέ η
διακόσμηση του κενού. Τα έργα μου δεν προσπαθούν να κατευνάσουν, αλλά να πυροδοτήσουν. Δεν υπηρετούν την ηρεμία,
αλλά την αφύπνιση. Κάθε μορφή,
κάθε ίχνος χρώματος ή ήχου, λειτουργεί ως κραυγή, μια πράξη διατάραξης της ψευδούς κανονικότητας.
Η τέχνη, για μένα, είναι πολιτική πράξη,
όχι ως προπαγάνδα, αλλά ως ενσώματη
μαρτυρία της αδικίας.
Στον κόσμο της σκοτοδίνης, όπου τα πάντα
βαφτίζονται πρόοδος, η τέχνη που δεν ανατρέπει γίνεται συνένοχη. Γι’ αυτό και ο
καλλιτέχνης οφείλει να σταθεί εκεί όπου πονάει, στην αλήθεια. Να αναμετρηθεί με
τον φόβο, την υποκρισία, την εξουσία της εικόνας. Η «εικαστική πράξη»
δεν είναι αίτημα, είναι ανάγκη.
Είναι η απόπειρα να ξαναβρεί ο άνθρωπος το δικαίωμα να συμμετέχει στο «εμείς».
Γιατί μόνο μέσα από τη ρήξη μπορεί να υπάρξει αναγέννηση. Και μόνο μέσα από την ωμή αλήθεια μπορεί η τέχνη να ξαναγίνει πράξη ζωής.
Η τέχνη, όπως την αντιλαμβάνομαι, δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Ο Guy Debord
έγραψε ότι «ο θεαματικός κόσμος δεν είναι μια
συλλογή εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους, μεσολαβημένη
από εικόνες». Αυτή η παρατήρηση συνοψίζει όλο το πεδίο της σύγχρονης
εικαστικής μου έρευνας, το πώς η εικόνα αντικατέστησε τη συμμετοχή, πώς το
βλέμμα έγινε υποκατάστατο της δράσης.
Η εικαστική
πράξη δεν είναι, επομένως, απλώς δημιουργία μορφών. Είναι αντίσταση στον μηχανισμό της θεαματικής αλλοτρίωσης.
Από τη στιγμή που το έργο παύει να υπάρχει μόνο ως αισθητικό αντικείμενο και
μετατρέπεται σε χώρο σύγκρουσης,
σε σώμα πολιτικής εμπειρίας, τότε
μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματική τέχνη.
Η Claire Bishop, εξετάζοντας τη συμμετοχική
και επιτελεστική τέχνη, μιλά για την ανάγκη ενός «αγωνιστικού δημόσιου χώρου», όπου η τέχνη δεν λειτουργεί ως
συμφιλίωση αλλά ως τόπος αντιπαράθεσης.
Αυτός ο τόπος είναι ο φυσικός χώρος του Γιάννη Σταμενίτη. Εκεί όπου το έργο
γεννιέται όχι για να καθησυχάσει, αλλά για να διαταράξει τη ροή της κανονικότητας, να προκαλέσει
ερώτηση, σύγκρουση, επανατοποθέτηση.
Στο πλαίσιο αυτό, η αισθητική του ωμού λειτουργεί ως στρατηγική. Το ωμό δεν
είναι απλώς ύφος, είναι ηθική στάση. Απορρίπτει τον εξωραϊσμό, αποδομεί την
ψευδαίσθηση της ευγένειας του πολιτισμού και στρέφει το βλέμμα προς την πραγματικότητα της φθοράς, της
ανισότητας, της αποξένωσης. Ο Jean Rustin και ο Antoni Tàpies, καθένας με τον
τρόπο του, έδειξαν ότι η ύλη μπορεί να μιλήσει για την πληγή. Η τέχνη γίνεται τότε μια μορφή κοινωνικής
αυτογνωσίας, ένας καθρέφτης που δεν χαρίζεται.
Ο Nicolas Bourriaud με την έννοια της relational aesthetics επιχείρησε να
περιγράψει τη σύγχρονη τέχνη ως χώρο κοινωνικών σχέσεων. Όμως, εκεί όπου η
θεωρία αυτή συχνά εκφυλίστηκε σε «καλλιτεχνικό ανθρωπισμό», ο Mr Post Fluxus
απαντά με αντί-σχέσεις, με έργα
που δεν προτείνουν συνύπαρξη, αλλά αντιπαράθεση.
Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική σχέση χωρίς ρήξη.
Ο ακραίος
εικαστικός ήχος, που αποτελεί σήμερα το κύριο πεδίο δράσης μου, είναι
η φυσική προέκταση αυτής της σκέψης. Δεν είναι μουσική, είναι σύγκρουση ήχου και σώματος, μια
βιωματική διαδικασία όπου το κοινό εκτίθεται σε μια εμπειρία πέρα από την
αρμονία. Είναι το σημείο όπου ο ήχος γίνεται πολιτικό γεγονός.
Η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο από μόνη της,
αλλάζει όμως τον τρόπο που τον
αντιλαμβανόμαστε. Και αυτό, από μόνο του, είναι πράξη επανάστασης.
Η επαναστατική τέχνη δεν είναι πλέον το
προνόμιο των επαναστατών, αλλά το καθήκον των ζωντανών. Κάθε έργο που αρνείται
τη σιωπή, κάθε εικόνα που επιστρέφει το βλέμμα στον θεατή και τον αναγκάζει να
σταθεί, να νιώσει, να πάρει θέση, είναι μια μικρή νίκη ενάντια στην εξουσία της
απάθειας.
Η εικαστική μου μελέτη, στο σύνολό της, δεν
διακοσμεί τον κόσμο. Τον ξεγυμνώνει.
Για να δούμε επιτέλους τι απομένει όταν πέσουν τα προσωπεία.
Γιάννης Σταμενίτης
Δεν είσαι ξένος, φίλε μου
Δεν είσαι ξένος, φίλε μου. Είσαι φτωχός. Κι αυτή είναι η μόνη “ξενότητα” που αναγνωρίζει η κοινωνία των προνομιούχων. Οι πλούσιοι δεν είναι ποτέ ξένοι, ταξιδεύουν με διαβατήριο από χρυσάφι και χαμόγελα υποκρισίας. Όπου κι αν πάνε, τους περιμένει ένα χαλί στρωμένο, ένα τραπέζι έτοιμο, μια κάμερα που τους υποδέχεται με φλας. Οι υπόλοιποι, εμείς, πρέπει να δώσουμε εξηγήσεις για το ποιοι είμαστε, γιατί ήρθαμε, και τι “θέλουμε” από έναν κόσμο που δεν μας ανήκει, κι ας τον χτίζουμε καθημερινά με τον ιδρώτα μας.
Η κοινωνία αγαπά τη φτώχεια μόνο στα ποιήματα και στις ταινίες. Στην πραγματικότητα τη φοβάται. Την κρύβει πίσω από λέξεις όπως “παράτυπος”, “παρείσακτος”, “επικίνδυνος”. Έτσι κατασκευάζει τα σύνορά της, όχι από πέτρα και συρματόπλεγμα, αλλά από φόβο και αδιαφορία.
Κι όμως, πίσω από κάθε φτωχό, πίσω από κάθε μετανάστη, υπάρχει μια ιστορία που δεν γράφτηκε ακόμη. Ένα παιδί που ονειρεύτηκε να γίνει κάτι περισσότερο από εργάτης. Μια μητέρα που άφησε πίσω της τον ουρανό της για να ταΐσει ένα πιάτο φαΐ. Ένας πατέρας που έμαθε να χαμογελάει ακόμη κι όταν η ζωή τον έπνιγε.
Δεν υπάρχει ξένος στη γη, μόνο άνθρωποι που τους ξέχασε η αδικία. Και όσο θα θυμόμαστε πως η φτώχεια δεν είναι ντροπή αλλά κάλεσμα για αλληλεγγύη, τόσο θα πλησιάζουμε ξανά ο ένας τον άλλον. Γιατί, όταν η καρδιά ανοίγει, τα σύνορα καταρρέουν. Κι εκεί αρχίζει ξανά ο άνθρωπος.
Mr Post Fluxus
Νερό καθαρό, νερό ζωής, μαζί τα καταφέραμε εμείς
Μια φορά κι έναν καιρό, πέρα από τα μεγάλα βουνά και τα πυκνά σύννεφα, υπήρχε ένας τόπος όπου το νερό δεν πινόταν. Οι λίμνες είχαν γίνει θολές, τα ποτάμια πικρά, και τα πηγάδια ξερνάγανε λάσπη αντί για δροσιά. Τα ζώα εκεί ζούσαν μέσα στην αγωνία. Τα πουλιά δεν τραγουδούσαν πια, τα ελάφια περπατούσαν σκυφτά, κι οι λαγοί μετρούσαν τις μέρες ώσπου να βρέξει.Μα δεν έβρεχε. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο τα ζώα μαλώνανε μεταξύ τους για μια σταγόνα καθαρού νερού.
«Πρέπει να πάμε στον βασιλιά μας, το Λιοντάρι!» φώναξε ο σοφός γέρος Γερανός.
Έτσι κι έγινε. Όλα τα ζώα μαζεύτηκαν κάτω από το μεγάλο δέντρο του βασιλιά και του είπαν τα βάσανά τους.
Το Λιοντάρι άκουσε, αναστέναξε και είπε:
«Θα το φροντίσω εγώ. Θα καλέσω τους συμβούλους μου και θα δούμε τι θα γίνει.»
Μα οι μέρες έγιναν εβδομάδες, κι οι εβδομάδες μήνες και χρόνια. Το Λιοντάρι ζούσε στο δάσος που είχε ακόμα νερό, κι έτσι δεν βιαζόταν. Έπινε, έτρωγε, κι έλεγε μεγάλα λόγια, χωρίς να κάνει τίποτα.
Τα ζώα όμως δεν άντεχαν άλλο.
Μια μέρα, σε μια Μυρμηγκοφωλιά, και το πιο εργατικό πλάσμα του τόπου το Μυρμήγκι, μάζεψε τα ζώα και είπε:
«Αν περιμένουμε το Λιοντάρι, θα χαθούμε. Ας ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Ο καθένας έχει κάτι να προσφέρει.»
Και τότε έγινε κάτι μαγικό.
Τα πουλιά πέταξαν ψηλά και βρήκαν ένα παλιό ποτάμι που είχε σκεπαστεί από πέτρες.
Οι κάστορες άρχισαν να σκάβουν με τα δόντια τους, οι αλεπούδες κουβαλούσαν τα χαλίκια, οι ελέφαντες με τις προβοσκίδες τους έβγαζαν τις μεγάλες πέτρες.
Τα μυρμήγκια δούλευαν μέρα και νύχτα, σέρνοντας κόκκους χώματος για να καθαρίσουν τη ροή.
Ακόμα και τα βατράχια, που είχαν σχεδόν ξεχάσει το τραγούδι τους, έπιασαν ρυθμό και συντόνιζαν την εργασία με το "κροάκ, κροάκ!" τους.
Κι ένα πρωινό, ο ήλιος έλαμψε πάνω σε κάτι που όλοι είχαν ξεχάσει πως υπήρχε, ένα ρυάκι, καθαρό και κρυστάλλινο, που άρχισε να κυλά ξανά μέσα από το δάσος.
Όλα τα ζώα έτρεξαν να πιούν.
Και τότε κατάλαβαν κάτι σπουδαίο:
Η δύναμη δεν βρίσκεται στον βασιλιά, αλλά στη συνεργασία.
Δεν σώζει ένας, αλλά όλοι μαζί.
Από τότε, κάθε χρόνο, την πρώτη μέρα που τρέχει το νερό, τα ζώα μαζεύονται γύρω από το ρυάκι και τραγουδούν:
«Νερό καθαρό, νερό ζωής, μαζί τα καταφέραμε εμείς.»
Κι αν ποτέ περάσεις από εκεί, θα ακούσεις τον ήχο του νερού να σου ψιθυρίζει το ίδιο μυστικό, πως τίποτα δεν αλλάζει αν δεν ενωθούν οι καρδιές των ανθρώπων, ή των ζώων.
Mr Post Fluxus
εικόνα δάνειο από το διαδίκτυο
Η μικρή γοργόνα
Η μικρή γοργόνα ζούσε στα βαθιά νερά του Αιγαίου. Δεν ήξερε από όρια, ούτε από φόβο. Κολυμπούσε πάντα πιο μακριά από τις άλλες, άκουγε τους ήχους των πλοίων, έβλεπε τα φώτα των πόλεων και ονειρευόταν.«Θέλω να ζήσω ελεύθερη», έλεγε στο κύμα. «Να δω τι υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα.»
Τα ψάρια τη φοβούνταν λίγο, ήταν αλλιώτικη. Δεν ήθελε να ανήκει πουθενά. Είχε μαλλιά σαν φύκια που λάμπανε στο φεγγάρι και μάτια γεμάτα περιέργεια. Κάθε βράδυ ανέβαινε πιο ψηλά, εκεί όπου το νερό αρχίζει να μυρίζει άνθρωπο.
Μια νύχτα, όταν η θάλασσα ήταν ήσυχη σαν καθρέφτης, είδε για πρώτη φορά ένα καΐκι. Στα ξύλινα πλευρά του καθρεφτιζόταν το φως της. Ήταν όμορφο, αλλόκοτο και επικίνδυνο. Μα αυτή δεν γύρισε πίσω. Πλησίασε.
Οι ψαράδες την είδαν. Στην αρχή νόμιζαν πως είναι ψάρι με φως, μετά πνεύμα, και τέλος, λεία. Την έπιασαν με δίχτυα που μύριζαν θάνατο και πετρέλαιο. Πάλεψε, μα τα δίχτυα ήταν πιο δυνατά από τα όνειρά της.
Την ανέβασαν στο καΐκι, τη φωτογράφισαν, τη σχολίασαν, τη μέτρησαν. Κανείς δεν είδε το βλέμμα της, εκείνο που ακόμα ζητούσε ελευθερία. Κανείς δεν κατάλαβε πως δεν ήταν θήραμα, αλλά ψυχή.
Την πήγαν στο εργοστάσιο. Εκεί, ανάμεσα σε μηχανές και κονσέρβες, η μικρή γοργόνα έλιωσε σε μορφή και σώμα. Έμεινε μόνο η φωνή της, ένα μακρινό τραγούδι που ακούγεται καμιά φορά μέσα από το μέταλλο, όταν κάποιος ανοίγει μια κονσέρβα και για μια στιγμή νομίζει πως άκουσε τη θάλασσα.
Έτσι τελείωσε το όνειρο της μικρής γοργόνας που ήθελε να ζήσει ελεύθερη.
Ή ίσως όχι, γιατί κάθε φορά που κάποιος τολμά να ονειρευτεί, εκείνη ξαναζεί για λίγο, μέσα στη μνήμη του νερού.
Mr Post Fluxus
Σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη
Το παραμύθι του ανθρώπου που δεν ανήκε πουθενά
Το παραμύθι του ανθρώπου που δεν ανήκε πουθενά
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα όμορφη σαν ζωγραφιά και κουρασμένη σαν γέρος ναύτης, οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει να κοιτάζονται στα μάτια. Είχαν μάθει μόνο να κοιτούν τις οθόνες και τα χαρτιά, εκεί όπου κάποιοι έλεγαν πως βρίσκεται η αλήθεια.Σ’ αυτή τη χώρα, κάθε τέσσερα χρόνια, ξεφύτρωναν νέοι σωτήρες. Φορούσαν κοστούμια από λόγια και υποσχέσεις από αέρα. Μιλούσαν δυνατά, τόσο δυνατά, που δεν ακουγόταν πια η φωνή των απλών ανθρώπων.
Και κάθε φορά έλεγαν το ίδιο παραμύθι, πως θα σώσουν τη χώρα, πως θα φέρουν φως, πως αυτή τη φορά θα είναι αλλιώς. Μα το φως δεν ερχόταν ποτέ. Μόνο μια μυρωδιά καμένου απλωνόταν στον αέρα, κι ένας ήχος σαν ράγισμα από ψυχές που κουράστηκαν να περιμένουν. Κάπου εκεί ζούσε κι ένας άνθρωπος που δεν ανήκε πουθενά. Δεν είχε κόμμα, δεν είχε σημαία, δεν είχε βολή. Είχε μόνο μια καρδιά που πονούσε για το δίκαιο και δυο μάτια που έβλεπαν καθαρά μέσα στη θολούρα. Περπατούσε στους δρόμους και μιλούσε με τους ανθρώπους. Άκουγε τις ιστορίες τους, τις μικρές νίκες και τις μεγάλες ήττες τους. Και κάθε φορά που κάποιος του έλεγε “όλοι ίδιοι είναι”, εκείνος χαμογελούσε πικρά και έλεγε: “Όχι όλοι. Υπάρχουν ακόμα μερικοί που κρατούν τη φωτιά.”
Κάποτε, οι σωτήρες τον κάλεσαν στα παλάτια τους. Του είπαν να σωπάσει, να γίνει ένας από αυτούς. Να πάρει θέση, να φορέσει κι εκείνος ένα ωραίο κουστούμι από ψέμα. Μα εκείνος γύρισε την πλάτη. Τους είπε να πάνε στα συντρίμμια της απληστίας τους, εκεί που φυτρώνει μόνο στάχτη και σκουριά. Γιατί εκεί ανήκαν. Κι έφυγε πάλι στους δρόμους. Ανάμεσα στους εργάτες, στους γέρους που ταΐζουν τα περιστέρια, στα παιδιά που ζωγραφίζουν με κιμωλία πάνω στο πεζοδρόμιο. Εκεί όπου χτυπάει ακόμα η καρδιά της χώρας, όχι στα έδρανα, αλλά στις καρδιές των απλών ανθρώπων.
Και τότε κατάλαβε. Πως η πατρίδα δεν είναι αυτοί που μιλούν γι’ αυτήν, αλλά αυτοί που την κουβαλούν μέσα τους. Πως η ελπίδα δεν βρίσκεται στα μεγάλα λόγια, αλλά στη μικρή, καθημερινή αντοχή. Κι έτσι, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, έλεγε σιγανά.
«Δεν ανήκω πουθενά. Ανήκω μόνο σε ό,τι ακόμα αξίζει.» Κι ίσως, λένε κάποιοι, πως εκείνη τη νύχτα, κάπου πάνω από τις στέγες των σπιτιών, ένα μικρό φως άναψε ξανά.
Mr Post Fluxus
Εικόνα, σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη 2003, μαρκαδόροι σε χαρτί
Ο σκαντζόχοιρος, που τον έλεγαν Χόρτο
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα δάσος γεμάτο ήχους, μυρωδιές και φως, ζούσε ένας μικρός σκαντζόχοιρος με τη φαμίλια του. Είχε τρία μικρά σκαντζοχοιράκια, σκανταλιάρικα και πεινασμένα, κι έναν χειμώνα που ήρθε πιο νωρίς απ’ ό,τι περίμενε κανείς. Τα φύλλα δεν πρόλαβαν καλά καλά να κιτρινίσουν, και η γη πάγωσε. Τα σκουλήκια κρύφτηκαν, τα φρούτα λιγόστεψαν, κι οι κοιλιές άρχισαν να γουργουρίζουν.Ο σκαντζόχοιρος, που τον έλεγαν Χόρτο, κάθε βράδυ έβγαινε να βρει κάτι να φάει για τα παιδιά του. Όμως το δάσος ήταν φτωχό, κι ό,τι έβρισκε, το μοιραζόταν σε ίσα μικρά κομμάτια. Μέχρι που μια νύχτα, είδε στο ξέφωτο μια μηλιά, την τελευταία του φθινοπώρου. Τα μήλα της κόκκινα, βαριά, γεμάτα ζωή. Μα ήταν φυτεμένη κοντά στην καλύβα του γεωργού, κι ο σκαντζόχοιρος ήξερε πως ό,τι φυτρώνει εκεί δεν ανήκει στο δάσος.
Κρύφτηκε, περίμενε να σκοτεινιάσει για τα καλά, κι όταν ο άνεμος ησύχασε, πλησίασε σιωπηλά. Με τα μικρά του αγκάθια μάζεψε δύο μήλα στην πλάτη του και έτρεξε πίσω στο λαγούμι του. Τα μικρά του έφαγαν εκείνο το βράδυ και γέλασαν ξανά.
Μα ο γεωργός ανακάλυψε το πρωί τα σημάδια. Και έστησε παγίδα. Την επόμενη νύχτα, όταν ο Χόρτο πήγε πάλι να φέρει φαγητό, πιάστηκε. Ο γεωργός τον σήκωσε θυμωμένος και του είπε:
— Εσύ λοιπόν μου κλέβεις τα μήλα; Δεν ντρέπεσαι, μικρέ κλέφτη;
Ο σκαντζόχοιρος δεν μίλησε, μόνο κουλουριάστηκε σφιχτά. Ο γεωργός όμως, σκύβοντας πιο κοντά, είδε στα μάτια του φόβο, όχι πονηριά. Και τότε, από το σκοτάδι, ακούστηκαν μικρές φωνές, τα σκαντζοχοιράκια που έψαχναν τον πατέρα τους. Ο άνθρωπος σώπασε για λίγο. Κοίταξε τη μηλιά του, ύστερα τον σκαντζόχοιρο, και κατάλαβε.
Τον άφησε ελεύθερο. Και κάθε βράδυ, από τότε, έριχνε λίγα μήλα πιο πέρα, μακριά από το σπίτι, λέγοντας:
— Για τα παιδιά του δάσους.
Ο Χόρτο δεν έκλεψε ποτέ ξανά, μα δεν ξέχασε εκείνον τον άνθρωπο που διάλεξε να δει με την καρδιά κι όχι με τον θυμό.
Κι έτσι, όταν τα σκαντζοχοιράκια του μεγάλωσαν, τους έλεγε:
— Να θυμάστε, μικρά μου, δεν είναι κακό να ζητάς ό,τι χρειάζεσαι για να ζήσεις. Κακό είναι να μη βλέπεις ποιος πεινάει δίπλα σου.
Μr Post Fluxus
Εικόνα, σχέδιο του Γιάννη Σταμενίτη
Η μοναξιά της ψυχής μου
Η μοναξιά της ψυχής μου
Η μοναξιά της ψυχής μου δεν είναι σιωπή, είναι κραυγή που δεν ακούγεται, γιατί κανείς δεν έχει πια χρόνο να ακούσει. Όλοι τρέχουν να προλάβουν κάτι που δε θυμούνται γιατί το ήθελαν. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μοιράζονται “στιγμές” που δεν έζησαν ποτέ, ενώ στις πραγματικές τους στιγμές, δεν υπάρχει κοινή ματιά, δεν υπάρχει κοινός παλμός. Κι έτσι, ο άνθρωπος γίνεται ένας θεατής της ίδιας του της ζωής, ένα σκιάχτρο που χαμογελάει για την κάμερα. Ο κόσμος γύρω μου φοράει ταμπέλες, κόμματα, ιδεολογίες, επαγγέλματα, ρόλους, κι όλοι αυτοί οι ρόλοι τους φυλακίζουν μέσα σε έναν ψυχρό κοινωνικό μηχανισμό που ονομάζουν “πρόοδο”. Μα ποια πρόοδος είναι αυτή, όταν οι ψυχές μας πεινάνε; Όταν η ευαισθησία θεωρείται αδυναμία και η ενσυναίσθηση χάσιμο χρόνου; Εγώ, δεν ντρέπομαι να πω πως πολλές φορές λύγισα, πως ένιωσα μόνος μέσα σε μια κοινωνία που φοβάται να νιώσει. Μα έμαθα πως η μοναξιά δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή. Είναι ο τόπος όπου η ψυχή ξανασυναντά το φως της. Εκεί, μέσα στη σιωπή, ακούγεται επιτέλους η αλήθεια μας. Κι αν κάτι έχω να πω σ’ εσάς που ακόμα πιστεύετε, είναι αυτό: Μη φοβάστε να είστε ευαίσθητοι σε έναν κόσμο σκληρό. Εκεί βρίσκεται η δύναμή σας. Η μοναξιά δεν είναι έλλειψη, είναι ο χώρος όπου φυτρώνει η ελευθερία.Μια φορά κι έναν καιρό
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα που δεν είχε όνομα, υπήρχε ένας Πύργος. Ήταν χτισμένος από πέτρα και λάσπη, με παράθυρα που άνοιγαν μόνο προς τα μέσα, για να μη φαίνεται ποτέ τι γινόταν έξω. Στον Πύργο κατοικούσαν οι Άρχοντες, οι οποίοι μιλούσαν συνέχεια για το «Καλό του Λαού» και για τη «Μεγάλη Τάξη των Πραγμάτων».
Κάθε πρωί, κατέβαιναν στην πλατεία και μοίραζαν υποσχέσεις. Τις νύχτες όμως, μαζεύονταν όλοι γύρω από ένα τεράστιο τραπέζι και συζητούσαν πώς να κρατήσουν τα φώτα σβηστά, ώστε να μην φαίνονται τα ίχνη τους. Οι υπηρέτες έπλεναν το τραπέζι με χρυσό νερό, και οι γραμματείς έγραφαν ψιθυριστά όσα δεν έπρεπε να ακουστούν.
Ένα πρωί, ένας Άνεμος σηκώθηκε από τα χαμηλά. Έλεγε ότι είδε σκιάδες να κινούνται μέσα στο Πηγάδι των Νόμων. Οι άνθρωποι στην πλατεία τον άκουσαν και άρχισαν να ψάχνουν. Και τότε, από τα βάθη του Πύργου, ακούστηκε ένας ήχος σαν σεισμός. Ήταν τα θεμέλια που έτριζαν.
Κάποιοι είπαν πως ο Άνεμος ψεύδεται. Πως είναι μόνο φήμη, πως δεν πρέπει να ταράζεται η τάξη. Άλλοι όμως θυμήθηκαν πως εδώ και χρόνια, όποιος μιλούσε για τα σκοτάδια, εξαφανιζόταν στις κατακόμβες της Σιωπής. Έτσι, για πρώτη φορά, άναψαν λυχνάρια στις αυλές και φώτισαν τα πρόσωπά τους. Είδαν τότε πόσο κουρασμένα ήταν, πόσο πολύ είχαν συνηθίσει να ζουν με σκυμμένο το κεφάλι.
Ο Πύργος προσπάθησε να κρατήσει τα τείχη του όρθια. Έστειλε τους αγγελιοφόρους του να φωνάξουν ότι όλα είναι ψέματα, ότι δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθούν. Μα κάθε ψέμα έσπαγε σαν καθρέφτης στο φως των λυχναριών.
Οι άνθρωποι δεν είχαν όπλα. Είχαν μόνο φωνές. Κι όταν τις ένωσαν, ο Πύργος άρχισε να ραγίζει. Κάθε λέξη τους ήταν ένα χτύπημα στη σιωπή. Και τότε, μέσα από τη ρωγμή, φάνηκαν χαρτιά, σφραγίδες και υπογραφές. Έπεσαν κάτω σαν ξεραμένα φύλλα και αποκάλυψαν το μυστικό: πως αυτοί που μιλούσαν για δικαιοσύνη, είχαν μάθει να ράβουν κουκούλες από νόμους και κορδέλες από ψεύτικες υποσχέσεις.
Ο Άνεμος σώπασε. Δεν χρειαζόταν να πει άλλο τίποτα. Οι άνθρωποι είχαν δει. Και αυτό, σε κάθε βασίλειο, ήταν η αρχή του τέλους για όσους ζούσαν πίσω από τα κλειστά παράθυρα.
Κι έτσι, στο βασίλειο χωρίς όνομα, γράφτηκε ένας νέος νόμος, όχι σε χαρτί, αλλά στις καρδιές των ανθρώπων:
**Καμιά εξουσία δεν στέκει πάνω από την αλήθεια. Και κανένα κουκούλωμα δεν μπορεί να σκεπάσει το φως, όταν αυτό αποφασίσει να ξυπνήσει.**
Mr Post Fluxus
εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο
Το νερό δεν ζητά τίποτα. Απλώς θυμίζει
Η αδιαφορία είναι ο πιο ύπουλος εχθρός της εποχής μας. Δεν κάνει θόρυβο, δεν κρατά πανό, δεν φωνάζει. Απλώς κοιτάζει αλλού. Σιωπηλή, σταθερή, γλιστρά μέσα στις ρωγμές της καθημερινότητας και απλώνεται σαν ομίχλη. Κάνει τους ανθρώπους να προσπερνούν τον πόνο, να θεωρούν το άδικο φυσιολογικό, να νοιάζονται μόνο για ό,τι τους αγγίζει προσωπικά.Κι έτσι, σιγά σιγά, πεθαίνει η συλλογικότητα. Οι σχέσεις γίνονται εμπορεύσιμες, οι αξίες αναλώσιμες, το νερό, το πιο ιερό αγαθό, μετριέται σε κυβικά και τιμές. Όμως, το νερό δεν μας ανήκει. Μας δίνεται. Και μας παρακολουθεί. Όταν μιλάμε για νερό, δεν μιλάμε για σωλήνες και συνδέσεις, αλλά για το αν έχουμε ακόμη ψυχή ως κοινωνία. Αν πιστεύουμε ότι κάτι είναι κοινό, ότι υπάρχει μια ευθύνη που μας ξεπερνά. Όταν πίνεις νερό, πίνεις μνήμη. Πίνεις το βλέμμα του παππού σου που έσκυβε στη βρύση, το χώμα που δέχτηκε τον πρώτο σου ιδρώτα, τη βροχή που πότισε τον κάμπο πριν εκατό χρόνια. Δεν είμαι ουτοπιστής, είμαι ρεαλιστής της ψυχής. Ξέρω πως η γη δεν θα περιμένει για πάντα. Τα νιτρικά, τα φυτοφάρμακα, η αδιαφορία δεν έχουν χρώμα, μα δηλητηριάζουν σιωπηλά. Κι όμως, υπάρχει πάντα ένας τρόπος να επιστρέψεις, να δεις τον διπλανό σου και να τον αναγνωρίσεις. Να ξανανοίξεις το βλέμμα που χρόνια κρατάς κλειστό. Αυτό δεν είναι πολιτική ρητορική. Είναι ανθρώπινη πράξη.
Γιατί ο αγώνας για το νερό δεν είναι μάχη με εταιρείες ή συμφέροντα είναι μάχη με την αδιαφορία μέσα μας. Και αν νικήσουμε εκεί, τότε το νερό θα ξαναγίνει αυτό που ήταν πάντα, πηγή ζωής, καθρέφτης του ανθρώπου.
“Το νερό δεν ζητά τίποτα. Απλώς θυμίζει.”
Εκεί όπου όλα είναι δυνατά, και όλα αρχίζουν ξανά
Αυτό που μου λείπει δεν είναι τα χρόνια. Είναι το βλέμμα. Εκείνο το καθαρό, απλό, ανυποψίαστο βλέμμα που έβλεπε τον κόσμο χωρίς φίλτρα, χωρίς ερμηνείες, χωρίς φόβο.Τότε που τα πράγματα δεν χρειάζονταν εξήγηση, απλώς υπήρχαν, όπως το φως, η βροχή, ένα χαμόγελο.
Θυμάμαι πως κάθε μέρα είχε τη δική της υπόσχεση. Ένα κλαδάκι μπορούσε να γίνει σπαθί, ένα κουτί, καράβι. Το χώμα είχε τη μυρωδιά της ζωής, κι εμείς ήμασταν μέρος του, όχι απέναντί του. Δεν υπήρχε “να προλάβω”, “να αποδείξω”, “να φαίνομαι”. Υπήρχε μόνο το “να είμαι”.
Κάπου ανάμεσα στις ευθύνες, στις οθόνες και στις σιωπές των ενηλίκων, χάθηκε αυτή η απλότητα. Ο κόσμος έγινε περίπλοκος, κι εγώ μαζί του. Μάθαμε να μετράμε την αξία με νούμερα, και ξεχάσαμε να μετράμε τη χαρά με το χαμόγελο.
Μου λείπει η παιδική αθωότητα, όχι σαν νοσταλγία, αλλά σαν ανάγκη. Να μπορώ να κοιτάζω ξανά τον ουρανό χωρίς ερωτήσεις. Να χαίρομαι χωρίς λόγο.
Να μην ξέρω και να μη με νοιάζει.
Ίσως, τελικά, η αληθινή επανάσταση είναι να επιστρέψεις εκεί. Όχι πίσω στα χρόνια, αλλά πίσω στο βλέμμα.
Εκεί όπου όλα είναι δυνατά, και όλα αρχίζουν ξανά.
Mr Post Fluxus










