Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω…


Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω…

Δεν κυβερνούν οι πολιτικοί. Κυβερνά η κόπωση. Η βαρεμάρα. Το «άσε μωρέ» που απλώνεται στον καναπέ σαν γάτα στειρωμένη και χασμουριέται μπροστά στην οθόνη. Το σύστημα δεν χρειάζεται πια τανκς, χρειάζεται wifi, λίγη ειρωνεία, λίγη λάσπη και πολλή σιωπή από εκείνους που κάποτε φώναζαν.

Η εξουσία δεν φοβάται την οργή σου. Τη λατρεύει. Τη θέλει τυφλή, άναρθρη, να ξεθυμαίνει σε σχόλια και stories, να γράφει «όλοι ίδιοι είναι» και μετά να παραγγέλνει πίτσα. Ο τέλειος πολίτης δεν είναι ο πειθαρχημένος ψηφοφόρος, είναι ο απέχων με άποψη. Αυτός που διακηρύσσει πως δεν παίζει το παιχνίδι τους και ύστερα παρακολουθεί τον αγώνα από το κινητό, ενώ άλλοι σηκώνουν το κύπελλο.

Το «όλοι ίδιοι είναι» δεν είναι διαπίστωση. Είναι σύνθημα εξουσίας. Είναι το υπνωτικό χάπι που παίρνεις μόνος σου και μετά κατηγορείς τον γιατρό για τη ζάλη. Δεν χρειάζεται να σε πείσουν για τίποτα. Αρκεί να σε κουράσουν. Να σου κάνουν την πολιτική τόσο βρώμικη, ώστε να μη θες να την αγγίξεις ούτε με γάντια. Κι όταν όλα σαπίζουν, να σηκώνεις τους ώμους και να λες «έτσι είναι η χώρα».

Όχι. Έτσι δεν είναι η χώρα. Έτσι σε θέλουν. Να μπερδεύεις την αποχή με την αξιοπρέπεια, την αδράνεια με την ανωτερότητα, την παραίτηση με την εξυπνάδα. Να πιστεύεις ότι επειδή δεν διάλεξες, δεν ευθύνεσαι. Μα αν δεν μπαίνεις στο παιχνίδι, παίζεις υπέρ του νικητή. Αν δεν διαλέγεις, σε διαλέγουν. Αν δεν λερωθείς, θα σε πατήσουν καθαροί.

Και το ωραιότερο; Θα συνεχίσεις να πιστεύεις ότι αντιστέκεσαι. Ότι τους τιμωρείς. Ότι κρατάς τα χέρια σου καθαρά. Ενώ το μόνο που κρατάς είναι το άλλοθί σου. Το σύστημα σ’ αγαπάει έτσι, θυμωμένο, κυνικό, απόντα. Ένα πράγμα δεν αντέχει, τον πολίτη που εμφανίζεται.

Να πάτε. Αυτό έχω να σας πω. Όχι τι να ψηφίσετε, όχι ποιον να σταυρώσετε, όχι ποιον να κάνετε εικόνισμα ή σάκο του μποξ. Να πάτε. Στην κάλπη. Με τα νεύρα σας, με τις αμφιβολίες σας, με τη δυσπιστία σας. Αλλά να πάτε.

Ο Mr Post Fluxus δεν μοιράζει κομματικές οδηγίες. Μοιράζει μια ενοχλητική υπενθύμιση, η απουσία δεν είναι στάση. Είναι δώρο. Κάθε φορά που λες «δεν συμμετέχω», κάποιος άλλος συμμετέχει διπλά. Κάθε φορά που επιλέγεις καφέ αντί για κάλπη, κάποιος οργανωμένος, τακτοποιημένος και αποφασισμένος επιλέγει για σένα. Και μετά απορείς γιατί οι αριθμοί δεν βγαίνουν όπως θα ήθελες.

Αν θέλετε να ανατρέψετε την κατάσταση, ξεκινήστε από το αυτονόητο. Εμφανιστείτε. Η εξουσία αντέχει τη γκρίνια, αντέχει τα καυστικά posts, αντέχει τις κατάρες. Αυτό που τη δυσκολεύει είναι η μαζική, ψύχραιμη, επίμονη συμμετοχή. Γιατί τότε οι συσχετισμοί αλλάζουν. Τότε η αλαζονεία μετριέται. Τότε κανείς δεν νιώθει δεδομένος.

Πηγαίνετε και ψηφίστε αυτόν που θεωρείτε λιγότερο επικίνδυνο. Πηγαίνετε και στηρίξτε εκείνον που πιστεύετε ότι μπορεί να πιεστεί, να ελεγχθεί, να λογοδοτήσει. Πηγαίνετε και τιμωρήστε όποιον θεωρείτε ότι σας κορόιδεψε. Η ψήφος δεν είναι γάμος αιώνιος, είναι συμβόλαιο με ρήτρα. Σήμερα σε στηρίζω, αύριο σε αποδοκιμάζω. Αυτό είναι το νόημα.

Μην περιμένετε τον τέλειο. Δεν θα έρθει. Μην ζητάτε άγιο σε ένα σύστημα ανθρώπινο και ελαττωματικό. Ζητήστε τον ικανότερο, τον πιο σοβαρό, τον πιο διαφανή, ή έστω τον λιγότερο επιζήμιο και μετά, μη γυρίσετε στον καναπέ. Παρακολουθήστε, ελέγξτε, απαιτήστε. Η συμμετοχή δεν τελειώνει στην κάλπη, εκεί αρχίζει.

Η ανατροπή δεν είναι ξέσπασμα στιγμής ούτε θυμωμένο σύνθημα. Είναι στρατηγική. Είναι σκέψη. Είναι η συνειδητή απόφαση να μη χαρίσεις το πεδίο σε όσους βασίζονται στη δική σου παραίτηση. Όσο λιγότεροι εμφανίζονται, τόσο ισχυρότεροι γίνονται οι λίγοι. Όσο περισσότεροι βαριούνται, τόσο ευκολότερα κυβερνούν οι βολεμένοι.

Γι’ αυτό, στις επόμενες εκλογές, μη μείνετε σπίτι για να διατηρήσετε την ηθική σας καθαρή. Η καθαρότητα χωρίς παρουσία είναι αορατότητα. Και η αορατότητα δεν αλλάζει τίποτα.

Δεν θα σας πω τι να ρίξετε στην κάλπη. Θα σας πω να ρίξετε τον εαυτό σας μέσα στη διαδικασία. Να είστε εκεί. Να μετρηθείτε. Γιατί αν λείπετε, άλλοι θα μετρηθούν για λογαριασμό σας και μετά θα λέτε πάλι «πώς φτάσαμε ως εδώ;».

           
Mr Post Fluxus

Καταστασιακοί


Καταστασιακοί

Οι Καταστασιακοί δεν εμφανίστηκαν για να προτείνουν ένα ακόμη αισθητικό πρόγραμμα ούτε για να διορθώσουν την πολιτική. Εμφανίστηκαν όταν έγινε φανερό ότι η ζωή είχε αποσπαστεί από τους ανθρώπους της. Όχι με την ωμή βία, αλλά με κάτι πιο ύπουλο, τη συνήθεια, την ανάθεση, την αποδοχή. Ο κόσμος συνέχιζε να λειτουργεί, οι πόλεις να επεκτείνονται, οι εικόνες να πολλαπλασιάζονται, όμως η εμπειρία φτώχαινε. Ζούσαμε περισσότερο ως θεατές του εαυτού μας παρά ως παρόντες μέσα στην ίδια μας τη ζωή.

Αυτό που ονόμασαν Θέαμα δεν ήταν απλώς τα μέσα ή η εικόνα. Ήταν μια συνολική συνθήκη, όπου κάθε τι άμεσο αντικαθίσταται από την αναπαράστασή του και κάθε επιθυμία μεταφράζεται σε ρόλο. Ο άνθρωπος δεν χάνει μόνο την εργασία του ή τον χρόνο του, χάνει τη δυνατότητα να βιώνει. Οι Καταστασιακοί είδαν ότι εδώ βρισκόταν ο πραγματικός πυρήνας της αλλοτρίωσης και γι’ αυτό αρνήθηκαν να διαχωρίσουν την τέχνη από τη ζωή ή την πολιτική από την καθημερινότητα.

Η τέχνη, για αυτούς, είχε φτάσει σε αδιέξοδο όχι επειδή εξαντλήθηκαν οι μορφές της, αλλά επειδή αποκόπηκε από την εμπειρία. Όταν η δημιουργία γίνεται ειδικότητα, η ζωή μένει ακάλυπτη. Γι’ αυτό μίλησαν για την πραγμάτωση και την υπέρβαση της τέχνης, όχι την κατάργησή της, αλλά τη διάχυσή της μέσα στην ίδια τη ζωή. Όχι έργα για να τα κοιτάς, αλλά καταστάσεις για να τις ζεις.

Η πόλη έγινε το κατεξοχήν πεδίο αυτής της σύγκρουσης. Όχι ως αρχιτεκτονικό σχέδιο, αλλά ως τόπος συμπεριφορών, ρυθμών, συναντήσεων και απωλειών. Η περιπλάνηση, η εκτροπή, η αποσταθεροποίηση των συνηθισμένων διαδρομών δεν ήταν παιχνίδια, ήταν τρόποι να ξαναδιεκδικηθεί ο χώρος και ο χρόνος ως βιωμένη εμπειρία. Να θυμηθούμε ότι η καθημερινότητα δεν είναι ουδέτερη, αλλά πολιτική μέχρι το κόκκαλο.

Όταν μίλησαν για επανάσταση της καθημερινής ζωής, δεν εννοούσαν μια βελτίωση των όρων της. Εννοούσαν τη ρήξη με τον τρόπο που μας έμαθαν να υπάρχουμε. Να σταματήσουμε να περιμένουμε. Να πάψουμε να αναθέτουμε. Να πάρουμε πίσω την ευθύνη της επιθυμίας, της χαράς, της απόφασης. Η επανάσταση, γι’ αυτούς, δεν ήταν υπόσχεση του μέλλοντος, αλλά πράξη στο παρόν.

Ο Μάης του ’68 δεν τους ανήκε, αλλά αποκάλυψε ότι δεν ήταν μόνοι. Για μια στιγμή, η ιστορία άνοιξε και φάνηκε πως η ζωή μπορεί να οργανωθεί αλλιώς. Μετά, το σύστημα έμαθε. Αφομοίωσε, εξουδετέρωσε, μετέτρεψε την άρνηση σε πολιτισμικό προϊόν. Εκεί βρίσκεται ο μόνιμος κίνδυνος, όχι η ήττα, αλλά η εξημέρωση.

Σήμερα, οι Καταστασιακοί δεν μας χρειάζονται ως αναγνώστες ή μελετητές. Μας χρειάζονται ως παρόντες. Όχι για να τους μιμηθούμε, αλλά για να σταθούμε στο ίδιο ερώτημα, ζούμε ή απλώς λειτουργούμε; Αν η σκέψη τους παραμένει ζωντανή, είναι γιατί δεν προσφέρει απαντήσεις. Μόνο μια επίμονη, ενοχλητική απαίτηση. να μην αρκεστούμε στη ζωή που μας παραδόθηκε έτοιμη.

Κι αυτό δεν είναι θεωρία. Είναι στάση.

Mr Post Fluxus

Eικόνα: Γραμμένο σε τοίχο από τους καταστασιακούς, γράφει. "Απαγορεύεται να απαγορεύεται!"


Το Κύκνειο Άσμα των Τόπων που Αφουγκράζονται


Το Κύκνειο Άσμα των Τόπων που Αφουγκράζονται

Ο δρόμος δεν σταμάτησε από φόβο, σταμάτησε από ακρόαση. Κάποια πράγματα δεν τα διασχίζεις, τα αφουγκράζεσαι. Η γη μιλάει χαμηλόφωνα και όποιος βιάζεται δεν την ακούει ποτέ. Στα σύνορα δεν υπάρχουν γραμμές, μόνο ανάσες που αλλάζουν ρυθμό. Ένα λεωφορείο περνάει, ένας άνθρωπος κατεβαίνει, μια ιστορία μένει πίσω. Οι τόποι δεν ζητούν χαρτιά, ζητούν μνήμη.
Η φιλία δεν είναι συμφωνία. Είναι σύμπτωση χρόνου. Να πιεις όταν ο άλλος διψάει. Να σωπάσεις όταν το τραγούδι δεν χρειάζεται λόγια. Όχι το ίδιο ποτήρι, το ίδιο βάρος.
Κάποτε νομίζαμε πως οι πολιτισμοί πεθαίνουν θεαματικά. Με φωτιές, με πτώσεις, με τελευταίες λέξεις. Όχι. Πεθαίνουν όταν ξεχνούν να κοιτάζουν γύρω τους. Όταν η πέτρα γίνεται αξιοθέατο και όχι στήριγμα. Όταν το παρόν ζητάει άδεια από το παρελθόν για να υπάρξει.
Αν κάτι τελειώνει, δεν το λυπάσαι. Το αποχαιρετάς όρθιος. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς εθνικούς επιλόγους. Η φύση, δεν είναι μάνα, δεν είναι παρηγοριά. Είναι συνομιλητής. Σκληρός αλλά δίκαιος. Σου δίνει χώρο μόνο αν της δώσεις χρόνο.
Κάθομαι δίπλα της. Δεν της μιλάω. Αφήνω ένα ψίχουλο στο χώμα. Όχι για προσφορά. Για να θυμάμαι πως δεν είμαι ο τελευταίος που πεινάει εδώ. Δεν φεύγει με κραυγή. Φεύγει με ψίθυρο. Σαν την τελευταία ανάσα κάποιου που δεν θέλει να ξυπνήσει τους άλλους.
Η πατρίδα δεν σωριάζεται. Ξαπλώνει. Κουρασμένη από το βάρος των ονομάτων της, από τις σημαίες που έγιναν σεντόνια, από τα τραγούδια που έμειναν χωρίς φωνές. Δεν τη σκότωσαν οι εχθροί. Την άφησαν μόνη. Την έμαθαν να θυμάται αντί να ζει, να καμαρώνει αντί να φροντίζει, να δείχνει αντί να είναι.
Τα παιδιά της έφυγαν με ελαφριές βαλίτσες και βαριές σιωπές. Όχι από μίσος. Από έλλειψη χώρου να αναπνεύσουν. Η μάνα έμεινε στο κατώφλι να μετράει βήματα που δεν γύρισαν.
Τα μνημεία στέκονται ακόμη. Όχι για να θυμίζουν μεγαλείο, αλλά για να μας ρωτούν αν καταλάβαμε τίποτα. Κι αν αυτό είναι το τέλος, ας είναι καθαρό. Χωρίς παρατάσεις, χωρίς θρήνους για τα μάτια του κόσμου. Να κλείσει ο κύκλος όπως άνοιξε, με ανθρώπους, όχι με σύμβολα.
Αυτό είναι το κύκνειο άσμα. Όχι ύμνος. Όχι κατάρα. Μια χαμηλή ευχή, αν κάτι γεννηθεί από τα ερείπια, να μην μοιάζει με εμάς.

Mr Post Fluxus

Ο Πόλεμος Πριν τον Πόλεμο


Ο Πόλεμος Πριν τον Πόλεμο

Ο πόλεμος πριν τον πόλεμο είναι πάντα ο ίδιος, αλλάζει μόνο γεωγραφία και λεξιλόγιο. Σήμερα, όπως και χθες, οι συγκρούσεις που μαίνονται δεν γεννήθηκαν ξαφνικά από κάποιο αναπόφευκτο κακό, αλλά από μια μακρά περίοδο προετοιμασίας της κοινής γνώμης, από αφηγήματα που επαναλαμβάνονται μέχρι να γίνουν φυσικός νόμος. Στην Ουκρανία, πριν ακόμη πέσουν οι πρώτοι πύραυλοι, είχε προηγηθεί ένας πολυετής πόλεμος πληροφοριών, όπου η ιστορία, η ασφάλεια, οι σφαίρες επιρροής και ο φόβος παρουσιάστηκαν αποσπασματικά, ώστε κάθε πλευρά να πείθει τον λαό της πως «δεν υπήρχε άλλη επιλογή». Στη Γάζα και στη Μέση Ανατολή συνολικά, η βία ανακυκλώνεται εδώ και δεκαετίες μέσα από ένα αφήγημα αιώνιας απειλής, όπου κάθε νέα σφαγή βαφτίζεται αυτοάμυνα και κάθε αμφισβήτηση θεωρείται ύποπτη, ενώ οι άμαχοι μετατρέπονται σε στατιστικά στοιχεία που χωρούν άνετα σε έναν τίτλο ειδήσεων. Στην Υεμένη, ένας από τους πιο σιωπηλούς πολέμους της εποχής μας, η ανθρωπιστική καταστροφή σχεδόν εξαφανίστηκε από το δημόσιο βλέμμα, γιατί δεν ταίριαζε σε κάποιο ηρωικό αφήγημα, αποδεικνύοντας, ό,τι δεν προβάλλεται, δεν συγκινεί και άρα δεν «υπάρχει».

Το ίδιο έργο το έχουμε ξαναδεί. Στο Ιράκ, ένας ολόκληρος πόλεμος στηρίχθηκε σε ανύπαρκτα όπλα μαζικής καταστροφής, ένα ψέμα που επαναλήφθηκε τόσο πολύ ώστε έγινε αποδεκτό, μέχρι που κατέρρευσε, όχι όμως πριν διαλυθεί μια χώρα και γεννηθεί ένα χάος που συνεχίζει να αιμορραγεί. Στη Γιουγκοσλαβία, οι βομβαρδισμοί παρουσιάστηκαν ως αναγκαστική πράξη για την ειρήνη, ενώ στην πραγματικότητα άνοιξαν πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ στα Βαλκάνια. Στο Αφγανιστάν, ένας πόλεμος δεκαετιών ντύθηκε με τον μανδύα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της εξαγωγής δημοκρατίας, για να καταλήξει σε μια σιωπηλή αποχώρηση, αφήνοντας πίσω του ερείπια και μια κοινωνία εξαντλημένη.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το μοτίβο παραμένει ίδιο: πρώτα ο φόβος, μετά η απλοποίηση, ύστερα η ηθική ανωτερότητα και στο τέλος η βία ως αναγκαιότητα. Οι λαοί δεν ρωτήθηκαν αν θέλουν πόλεμο, τους ειπώθηκε ότι πρέπει να τον αποδεχτούν. Και όταν η αλήθεια άρχισε να ξεπροβάλλει, ήταν πια αργά, γιατί οι μηχανισμοί της άγνοιας είχαν ήδη κάνει τη δουλειά τους. Αυτός είναι ο πόλεμος που δεν φαίνεται στους χάρτες, αλλά καθορίζει όλα τα μέτωπα: ο πόλεμος της αφήγησης. Και όσο αυτός κερδίζεται από όσους ελέγχουν την πληροφορία, οι πραγματικοί πόλεμοι θα συνεχίζουν να εμφανίζονται ως φυσικά φαινόμενα και όχι ως πολιτικές επιλογές.

Κανένας πόλεμος δεν ξεκινά από την αλήθεια αλλά από μια καλά κατασκευασμένη αφήγηση που προηγείται της πρώτης βόμβας και προετοιμάζει το έδαφος στο μυαλό των ανθρώπων, γιατί οι κοινωνίες δεν γεννούν πολέμους από μόνες τους ούτε ξυπνούν με την επιθυμία να θυσιάσουν τα παιδιά τους, χρειάζεται πρώτα να καλλιεργηθεί ο φόβος, να κατασκευαστεί ένας εχθρός απλοποιημένος και απρόσωπος, να ειπωθεί μια ιστορία όπου «εμείς» είμαστε αναγκαστικά οι καλοί και «οι άλλοι» η απειλή που πρέπει να εξαφανιστεί, και τότε η βία παρουσιάζεται όχι ως επιλογή αλλά ως μονόδρομος.

Έτσι ο πόλεμος βαφτίζεται επανειλημμένα «ανθρωπιστική επέμβαση», η εισβολή γίνεται «απελευθέρωση», τα ψέματα παρουσιάζονται ως αδιαμφισβήτητα στοιχεία και ακόμα κι όταν καταρρέουν, οι νεκροί μένουν πίσω αθόρυβοι και ξεχασμένοι, χώρες διαλυμένες στο όνομα της δημοκρατίας και κοινωνίες που δεν θα ξαναβρούν ποτέ τη συνοχή τους. Οι λαοί δεν πηγαίνουν στον πόλεμο με ανοιχτά μάτια αλλά οδηγούνται μέσα από έναν μηχανισμό μισών αληθειών, επιλεκτικής πληροφόρησης και σιωπών που είναι πιο εκκωφαντικές από τις λέξεις, γιατί ό,τι δεν δείχνεται δεν υπάρχει και ό,τι δεν αμφισβητείται γίνεται κανονικότητα. Ο πραγματικός εχθρός δεν είναι ο απέναντι λαός αλλά η άγνοια που καλλιεργείται συστηματικά από οργανισμούς που βαφτίζουν το ψέμα «εθνικό συμφέρον», που μετατρέπουν την προπαγάνδα σε κοινή λογική και την κριτική σε απειλή, γιατί η ερώτηση είναι επικίνδυνη για κάθε εξουσία.

Όταν όλα τα μέσα μιλούν με μία φωνή και η αμφιβολία χαρακτηρίζεται προδοσία, ο πόλεμος έχει ήδη κερδηθεί πριν καν ξεκινήσει, όχι στα χαρακώματα αλλά στο μυαλό. Κι όμως πάντα υπάρχει άλλη επιλογή, η επιλογή της γνώσης απέναντι στην άγνοια, της μνήμης απέναντι στη λήθη, της συνειδητής αντίστασης στις έτοιμες αφηγήσεις, γιατί όσο οι κοινωνίες μαθαίνουν να βλέπουν πίσω από τις λέξεις και τις εικόνες, τόσο δυσκολότερα θα τις οδηγούν να σκοτώνονται και να σκοτώνονται στο όνομα ψεμάτων.

Mr Post Fluxus

Εικόνα, δάνειο από το διαδίκτυο, πόλεμος στην Ουκρανία

Από τον καναπέ στο μαντρί


Από τον καναπέ στο μαντρί

Μεγαλώσαμε ως κυρ-Παντελήδες. Σε μικρά, άβουλα ανθρωπάκια που έμαθαν πρώτα να κοιτάνε δεξιά κι αριστερά και μετά, αν ποτέ, να κοιτάνε μέσα τους. «Τι θα πουν οι άλλοι;» έγινε δόγμα. Η κοινωνική εικόνα πιο ιερή από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μας έμαθαν να περιμένουμε ποδιές. Να τις φιλάμε όχι από πίστη, αλλά από ανάγκη. Να βολευτούμε! Να χωθούμε κάπου! Να σωθούμε μόνοι μας, αθόρυβα, χωρίς να χαλάσουμε τη σειρά. Μας λέγανε. «Μην μπλέκεις». «Μην μιλάς». «Μην κατεβαίνεις στους δρόμους». «Κάτσε στα αυγά σου, δε βλέπεις τι γίνεται;»

Έτσι εκπαιδευτήκαμε. με γκλομπ, με φόβο, με απαγορεύσεις, με συμβουλές, με νόμους, με υπονοούμενα. Εγώ κι εσύ, εμείς; Δεν σηκωθήκαμε. Όχι γιατί δεν βλέπαμε τι ερχότανε. Αλλά γιατί μάθαμε να εξηγούμε τα πάντα χωρίς να κινούμαστε ούτε εκατοστό. Μάθαμε πως ο πόνος έχει γεωπολιτική ταυτότητα. Πως η καταπίεση επιτρέπεται ή απαγορεύεται ανάλογα με το ποιος είναι «δικός μας» και ποιος «των άλλων». Πως η εξέγερση δεν είναι ποτέ ανθρώπινη ανάγκη, είναι πάντα σχέδιο κάποιου τρίτου.

Η γυναίκα που καίγεται για να αναπνεύσει ελευθερία; Έγινε όργανο. Ο εργάτης που σπάει τη σιωπή του εργοστασίου; Είναι πράκτορας. Ο νέος που βγαίνει στον δρόμο με άδεια χέρια; Φυσικά και είναι υποκινούμενος. Μόνο εμείς είμαστε οι καθαροί. Καθαροί γιατί δεν λερωθήκαμε με συμμετοχή. Καθαροί γιατί δεν ρισκάραμε τίποτα. Καθαροί γιατί περιμέναμε τους άλλους να κάνουν κάτι για εμάς. Περιμέναμε τον σωστό ηγέτη, που θα μας σώσει! Τον «λιγότερο κακό». Τον κοινοβουλευτικά αποδεκτό. Τον Μεσσία με γραβάτα, που μιλάει για τον λαό χωρίς να τον συναντά ποτέ. Όσο περιμέναμε, μάθαμε να μισούμε κάθε αυθόρμητη κίνηση. Γιατί η αυθορμησία χαλάει την αφήγηση.

Σπάει βιτρίνες του καθωσπρεπισμού και των βεβαιοτήτων και αυτό είναι επικίνδυνο. Όχι για το σύστημα. Για την άνεσή μας. Σιγά, σιγά αρχίσαμε να βελάζουμε. Να τρώμε το χορτάρι του κουτού προβάτου και να το βρίσκουμε νόστιμο. Να λέμε «δεν αλλάζει τίποτα», πριν καν δοκιμάσουμε να αλλάξουμε οτιδήποτε. Κάθε γενιά παρέδιδε στην επόμενη όχι εμπειρία αγώνα, αλλά εγχειρίδιο παραίτησης. Να μη φαίνεσαι. Να μη ξεχωρίζεις. Να μη θυμώνεις πολύ. Να μη ζητάς πολλά και όταν κάποιος σήκωνε κεφάλι, δεν χρειαζόταν το κράτος να τον φιμώσει. Το κάναμε εμείς. Με το βλέμμα. Με το σχόλιο. Με το «έλα μωρέ, θα βρεις τον μπελά σου».

Έτσι όλα εξηγούνται εύκολα. Δεν υπάρχουν λαοί, υπάρχουν πόλοι. Δεν υπάρχουν τάξεις, υπάρχουν άξονες. Δεν υπάρχει Ιστορία, υπάρχουν σενάρια. Πάντα κάποια μυστική υπηρεσία για να μας γλιτώνει από την ευθύνη. Κι εμείς; Θεατές. Με άποψη αλλά χωρίς σώμα. Με θυμό αλλά χωρίς δρόμο. Με λόγια αλλά χωρίς ρωγμές. Μας έπεισαν πως η ελπίδα ήταν παιδική αρρώστια. Πως η αλληλεγγύη ήταν παλιά μόδα. Πως όσοι μιλούσαν για κοινή ανθρώπινη μοίρα ήταν αφελείς ή επικίνδυνοι. Κι έτσι ωριμάσαμε. Καθιστοί. Σοφοί. Ακίνητοι. Η Ιστορία συνεχίζει να γράφεται. Απλώς χωρίς εμάς. Δεν γεννηθήκαμε πρόβατα. Μας έμαθαν να φοβόμαστε τον λύκο περισσότερο απ’ όσο φοβόμαστε τη σφαγή.

Mr Post Fluxus

Συμφωνία Ε.Ε. / Mercosur


 Κείμενο για τη συμφωνία Ε.Ε. / Mercosur και γιατί δεν συμφωνώ

Δεν θα μιλήσω με κραυγές. Θα μιλήσω με χώμα στα χέρια. Με χώμα που έχει μνήμη. Με χώμα που ξέρει ποιος το πατά και ποιος το σέβεται. Οι αγρότες δεν είναι αριθμοί σε συμφωνίες. Δεν είναι παράρτημα αγορών, ούτε υποσημείωση σε εμπορικούς χάρτες. Είναι οι άνθρωποι που σηκώνονται πριν χαράξει, που διαβάζουν τον καιρό χωρίς εφαρμογές, που ξέρουν πότε η γη πονά και πότε αντέχει. Κάθε απόφαση που παίρνεται χωρίς αυτούς είναι απόφαση ενάντια στη ζωή. Γιατί όταν χάνεται ο πρωτογενής τομέας, δεν χάνεται μόνο η παραγωγή. Χάνεται η αυτάρκεια. Χάνεται η αξιοπρέπεια. Χάνεται η ελευθερία να σταθείς όρθιος χωρίς να ζητάς άδεια για να φας. Δεν θέλουμε τρόφιμα χωρίς πρόσωπο. Δεν θέλουμε τροφή χωρίς ιστορία. Δεν θέλουμε ένα πιάτο γεμάτο αλλά έναν τόπο άδειο. Η γη δεν είναι εμπόρευμα. Είναι σχέση. Είναι ευθύνη. Είναι κοινό σπίτι. Και όποιος ξεχνά ότι η γη ανήκει σε αυτούς που τη δουλεύουν, όποιος θυσιάζει τον μόχθο στο βωμό της «ανάπτυξης», γράφει πάνω στο χώμα με στυλό που δεν θα αντέξει στο χρόνο. Εμείς θα θυμόμαστε. Οι αγρότες θα θυμούνται. Και η γη, πάντα θυμάται.

Η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Mercosur παρουσιάζεται ως ένα ακόμη βήμα «ελεύθερου εμπορίου», ανάπτυξης και γεωπολιτικής ισορροπίας. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι μια βαθιά πολιτική επιλογή με κοινωνικές, περιβαλλοντικές και παραγωγικές συνέπειες, γι’ αυτό δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί της.
Πρώτον, γιατί πλήττει άμεσα τον πρωτογενή τομέα της Ευρώπης και ιδιαίτερα των χωρών του Νότου. Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα που παράγονται με εντελώς διαφορετικούς όρους, χαμηλότερα εργασιακά κόστη, χαλαρότερους περιβαλλοντικούς κανόνες, χρήση φυτοφαρμάκων και πρακτικών που στην Ευρώπη, ορθά απαγορεύονται. Αυτό δεν είναι ελεύθερος ανταγωνισμός, είναι θεσμοθετημένη ανισότητα.
Δεύτερον, γιατί υπονομεύει τη διατροφική κυριαρχία. Μια κοινωνία που δεν ελέγχει τι παράγει και τι τρώει, είναι μια κοινωνία ευάλωτη. Η εξάρτηση από μαζικές εισαγωγές τροφίμων αποδυναμώνει την αυτάρκεια, διαλύει την τοπική παραγωγή και μετατρέπει τη διατροφή από κοινωνικό δικαίωμα σε προϊόν παγκόσμιας κερδοσκοπίας.
Τρίτον, γιατί οι περιβαλλοντικές συνέπειες είναι τεράστιες. Η συμφωνία ενθαρρύνει την αποψίλωση δασών, την εντατική κτηνοτροφία, τη μονοκαλλιέργεια και την καταστροφή οικοσυστημάτων στη Νότια Αμερική, στο όνομα της «ανταγωνιστικότητας». Η κλιματική κρίση δεν αντιμετωπίζεται με περισσότερα πλοία, περισσότερα χιλιόμετρα μεταφοράς και περισσότερη βιομηχανοποιημένη παραγωγή τροφής.
Τέταρτον, γιατί αγνοεί τον άνθρωπο του μόχθου και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Αγρότες, εργάτες γης, μικροπαραγωγοί γίνονται αναλώσιμοι. Κερδισμένοι δεν είναι οι κοινωνίες, αλλά οι μεγάλες αγροβιομηχανίες, τα λόμπι τροφίμων και οι πολυεθνικές που επιβάλλουν τους όρους τους πάνω από κυβερνήσεις και λαούς.
Τέλος, δεν συμφωνώ γιατί αυτό το μοντέλο ανάπτυξης έχει ήδη αποτύχει. Υπόσχεται φθηνά προϊόντα, αλλά παράγει ακριβές κοινωνικές πληγές. Υπόσχεται ευημερία, αλλά αφήνει πίσω του φτώχεια, εγκατάλειψη της υπαίθρου και απώλεια αξιοπρέπειας για όσους κρατούν ζωντανή τη γη. Δεν είμαι ενάντια στη συνεργασία των λαών. Είμαι ενάντια στις συμφωνίες που γίνονται χωρίς τους λαούς. Θέλω μια Ευρώπη που να προστατεύει τους αγρότες της, να σέβεται τη γη, να υπερασπίζεται την τροφή ως κοινό αγαθό και όχι ως χρηματιστηριακό προϊόν. Γιατί η γη δεν είναι αριθμός σε σύμβαση. Είναι ζωή.

Mr Post Fluxus

Διεθνές Δίκαιο



Διεθνές Δίκαιο

Η κατάσταση στη Βενεζουέλα δεν είναι απλώς μια «εσωτερική κρίση» ενός κράτους της Λατινικής Αμερικής. Είναι ένας καθρέφτης του πώς λειτουργεί σήμερα ο κόσμος όταν το διεθνές δίκαιο συγκρούεται με τα συμφέροντα, όταν η κυριαρχία ενός λαού μπαίνει σε εισαγωγικά και η δημοκρατία γίνεται εργαλείο επιλεκτικής χρήσης.


Εδώ και χρόνια, η Βενεζουέλα βρίσκεται υπό ασφυκτική οικονομική, πολιτική και θεσμική πίεση. Κυρώσεις, οικονομικός αποκλεισμός, παρεμβάσεις, απειλές και απόπειρες απονομιμοποίησης μιας εκλεγμένης κυβέρνησης συνθέτουν ένα γνώριμο μοτίβο, πρώτα στραγγαλίζεις μια κοινωνία, μετά δείχνεις τη φτώχεια της ως απόδειξη «αποτυχίας» και στο τέλος εμφανίζεσαι ως σωτήρας. Δεν είναι καινούργιο. Είναι εγχειρίδιο.

Το αφήγημα είναι πάντα το ίδιο, «ανθρωπιστική κρίση», «ανησυχία για τα ανθρώπινα δικαιώματα», «προστασία της δημοκρατίας». Όμως την ίδια στιγμή, το διεθνές δίκαιο σιωπά δεμένο χειροπόδαρα. Οι αρχές της μη επέμβασης, της εθνικής κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των λαών εφαρμόζονται à la carte. Όχι με βάση το δίκαιο, αλλά με βάση το ποιος ελέγχει την ενέργεια, τις πρώτες ύλες, τις γεωπολιτικές ισορροπίες.

Η Βενεζουέλα πληρώνει ακριβά το γεγονός ότι τόλμησε να αμφισβητήσει την κανονικότητα της παγκόσμιας αγοράς και να μιλήσει για κοινωνική δικαιοσύνη, αναδιανομή και λαϊκή κυριαρχία. Πληρώνει επίσης το ότι διαθέτει τεράστιο φυσικό πλούτο σε έναν κόσμο που δεν συγχωρεί την ανυπακοή. Οι απλοί άνθρωποι, όχι οι ελίτ, σηκώνουν το βάρος, ελλείψεις, ανασφάλεια, μετανάστευση, καθημερινή φθορά.

Το πιο επικίνδυνο όμως δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα. Είναι το προηγούμενο που δημιουργείται. Αν η ισχύς υπερισχύει του δικαίου εκεί, τότε μπορεί να συμβεί παντού. Αν ένα κράτος μπορεί να τιμωρείται συλλογικά επειδή δεν ευθυγραμμίζεται, τότε κανένας λαός δεν είναι πραγματικά ελεύθερος.

Η Βενεζουέλα δεν χρειάζεται προστάτες με όπλα και κυρώσεις. Χρειάζεται σεβασμό, διάλογο και το αυτονόητο δικαίωμα να αποφασίζει μόνη της για το μέλλον της, με τα λάθη της, τις αντιφάσεις της και τις ευθύνες της. Γιατί χωρίς αυτό, το «διεθνές δίκαιο» δεν είναι παρά μια λέξη γραμμένη σε πανό, με δεμένα χέρια, μάτια και ακουστικά στα αυτιά. Και τότε, δεν κινδυνεύει μόνο η Βενεζουέλα. Κινδυνεύουμε όλοι.

Mr Post Fluxus

Όταν ο λαός άγγιξε το πετρέλαιο


Όταν ο λαός άγγιξε το πετρέλαιο

Η ιστορία της Βενεζουέλας δεν γράφτηκε ποτέ με ουδέτερη μελάνη. Γράφτηκε με πετρέλαιο, αίμα, φτώχεια και σε κάποιες στιγμές, με αξιοπρέπεια. Στα τέλη του ’90, η χώρα έμοιαζε με βιτρίνα πλούτου και υπόγειο εξαθλίωσης. Οι αριθμοί ήταν ωμοί, πείνα, αναλφαβητισμός, ανεργία, γη συγκεντρωμένη σε λίγα χέρια. Ένα κράτος πλούσιο, ένας λαός φτωχός. Η κλασική αποικιακή συνταγή, απλώς με κοστούμι.
Tότε εμφανίστηκε ο Τσάβες. Όχι σαν σωτήρας με φωτοστέφανο, αλλά σαν ρωγμή. Μια ρωγμή στο σύστημα που έλεγε ότι «έτσι είναι ο κόσμος και δεν αλλάζει». Πήρε το αυτονόητο και το έκανε πολιτική πράξη, αν ο πλούτος παράγεται εδώ, θα μείνει εδώ, αν η γη θρέφει, θα ανήκει σε αυτούς που τη δουλεύουν, αν η γνώση σώζει, δεν θα είναι προνόμιο.
Δεν μοίρασε θαύματα. Μοίρασε πρόσβαση. Σχολεία, γιατρούς, εργασία, φωνή. Aυτό ήταν το πραγματικό έγκλημα. Όχι οι εθνικοποιήσεις. Όχι οι συνεταιρισμοί. Αλλά το ότι ο λαός κατάλαβε πως μπορεί να σταθεί όρθιος χωρίς κηδεμόνα.
Από εκείνη τη στιγμή, η “δημοκρατία” άρχισε να γίνεται επιλεκτική λέξη. Όταν κερδίζεις εκλογές δεν είσαι δημοκράτης, όταν χάνεις, τότε ξαφνικά είσαι δικτάτορας. Οι ΜΚΟ φόρεσαν τον μανδύα της κοινωνίας των πολιτών, τα δολάρια βαφτίστηκαν “ανθρωπιστική βοήθεια” και τα πραξικοπήματα έγιναν τηλεοπτικά προϊόντα. Η εξουσία δεν χρειάζεται πια τανκς. Χρειάζεται αφήγημα.
Και μέσα σε αυτό το αφήγημα, γεννήθηκαν “ηγέτες” χωρίς λαό και “βραβεία ειρήνης” χωρίς ειρήνη. Άνθρωποι που μιλούν για ελευθερία ζητώντας τη βοήθεια στρατηγών, εμπάργκο και εγκληματιών πολέμου. Η υποκρισία ως διεθνής γλώσσα.
Ο Τσάβες πέθανε, αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε. Γιατί το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ένα πρόσωπο. Ήταν και είναι, η ιδέα ότι ένας λαός δεν έχει δικαίωμα να ελέγχει τον πλούτο του. Σήμερα, η Βενεζουέλα είναι κουρασμένη. Πληγωμένη από κυρώσεις, εσωτερικές αντιφάσεις, λάθη, πιέσεις. Όμως ακόμα όρθια. Και αυτό ενοχλεί.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα παραμένει επικίνδυνο, ποιος αποφασίζει για το μέλλον ενός λαού; Ο ίδιος ή οι αγορές; Οι κάλπες ή τα συμβόλαια; Και όσο η Βενεζουέλα επιμένει να απαντά «εμείς», τόσο θα παρουσιάζεται ως πρόβλημα. Όχι επειδή απέτυχε. Αλλά επειδή τόλμησε.

Mr Post Fluxus

Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης η Βενεζουέλα


Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης η Βενεζουέλα. «Ο Τραμπ διέταξε τις επιθέσεις», κάπου εδώ, η Ιστορία κάνει πάλι αυτό που ξέρει καλύτερα, επαναλαμβάνεται, αλλά κάθε φορά με λιγότερη ντροπή.

Οι λέξεις δημοκρατία, ανθρωπισμός, ελευθερία επιστρατεύονται σαν παλιά κουρέλια για να σκεπάσουν τον θόρυβο των όπλων. Όταν όμως οι βόμβες πέφτουν πάντα στις ίδιες γειτονιές, στα ίδια σώματα, στις ίδιες τάξεις, τότε δεν μιλάμε για γεωπολιτική. Μιλάμε για ταξική συνέπεια. Οι φτωχοί πεθαίνουν διεθνώς. Οι ισχυροί διαπραγματεύονται το αφήγημα.

Δεν με συγκινεί καμία κυβέρνηση όταν μιλά με στρατιωτικούς όρους. Με συγκινούν οι άνθρωποι που ξυπνούν με σειρήνες αντί για ξυπνητήρι. Τα παιδιά που μαθαίνουν πρώτα τη λέξη «εμπάργκο» και μετά τη λέξη «όνειρο». Οι μανάδες που μετρούν ψωμί, φάρμακα και απουσίες. Εκεί είναι η Βενεζουέλα. Όχι στα δελτία ειδήσεων, αλλά στις κουζίνες χωρίς ρεύμα και στα νοσοκομεία χωρίς γάζες.

Η δημόσια σφαίρα μάς σπρώχνει ξανά σε ψεύτικα διλήμματα, ή με τον έναν ή με τον άλλον. Σαν να μην υπάρχει χώρος για τον άνθρωπο ανάμεσα στις σημαίες. Σαν να μην μπορούμε να σταθούμε απέναντι σε κάθε ιμπεριαλισμό και σε κάθε εξουσία που ξεχνά γιατί υποτίθεται ότι υπάρχει. Οι ταξικές αγκυλώσεις βαφτίζονται ρεαλισμός και η αλληλεγγύη ρομαντισμός. Κι όμως, χωρίς αυτόν τον «ρομαντισμό», ο κόσμος θα ήταν ήδη ένας σωρός ερειπίων χωρίς μνήμη.

Κι αν υπάρχει μια διέξοδος, μικρή, επίμονη, ανθρώπινη, είναι να ξανακάνουμε την ευαισθησία πολιτική πράξη. Να μην αφήσουμε τον φόβο να μας εκπαιδεύσει. Να επιμείνουμε στη συλλογικότητα, στη φροντίδα, στη γνώση. Όχι ως συνθήματα, αλλά ως καθημερινή στάση απέναντι στον κόσμο. Εκεί αρχίζει κάθε πραγματική επανάσταση, όχι στα παλάτια, αλλά στις συνειδήσεις.

Όσο κι αν σκοτεινιάζουν τον ουρανό με πολέμους, πάντα θα υπάρχει φως, γιατί το κουβαλούν οι άνθρωποι όταν αρνούνται να συνηθίσουν την αδικία.

Mr Post Fluxus

Απονομή Δικαιοσύνης


Ας υποθέσουμε ότι η Κίνα αποφασίζει πως ο πρόεδρος μιας αφρικανικής χώρας, εκλεγμένος ή μη, αδιάφορο για το επιχείρημα, είναι «επικίνδυνος» για τη σταθερότητα της περιοχής και για τα κινεζικά συμφέροντα. Χωρίς απόφαση διεθνούς δικαστηρίου, χωρίς εντολή του ΟΗΕ, οργανώνει μια επιχείρηση, εισβάλλει στη χώρα και τον συλλαμβάνει, μεταφέροντάς τον στο Πεκίνο. Θα μιλούσαμε για «απονομή δικαιοσύνης» ή για ωμή παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας; Θα το αποδεχόταν η διεθνής κοινότητα ως θεμιτή πράξη ή θα μιλούσε για απαγωγή και κρατική πειρατεία;

Το ζήτημα δεν είναι το πρόσωπο. Δεν είναι αν ο εκάστοτε ηγέτης είναι αυταρχικός, διεφθαρμένος ή ανήκει στο «σωστό» ή στο «λάθος» στρατόπεδο. Το ζήτημα είναι ο κανόνας. Διότι αν νομιμοποιηθεί η λογική ότι μια ισχυρή χώρα μπορεί να εισβάλλει, να συλλαμβάνει ηγέτες άλλων κρατών και να τους απομακρύνει επειδή τους κρίνει επικίνδυνους, τότε ο κόσμος παύει να λειτουργεί με κανόνες και αρχίζει να λειτουργεί με ένστικτα ισχύος.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, αύριο δεν θα υπάρχει «εξαίρεση» αλλά προηγούμενο, το προηγούμενο δεν θα το πληρώσουν οι ισχυροί, αυτοί πάντα βρίσκουν τρόπο να προστατευτούν. Θα το πληρώσουν οι αδύναμες χώρες, οι κοινωνίες χωρίς γεωπολιτικό βάρος, και τελικά οι ίδιοι οι πολίτες, που θα ζουν σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου το δίκαιο αντικαθίσταται από την αυθαιρεσία. Όποιος σήμερα χειροκροτεί τέτοιες πρακτικές επειδή του αρέσει ο στόχος, αύριο δεν θα έχει κανένα επιχείρημα όταν η ίδια λογική στραφεί εναντίον του. Γιατί η διεθνής πειρατεία δεν έχει ιδεολογία. Έχει μόνο δύναμη. Και η δύναμη, όταν μένει χωρίς κανόνες, δεν κάνει διακρίσεις.

Mr Post Fluxus

Σημειώσεις από το τέλος του δολαρίου


Σημειώσεις από το τέλος του δολαρίου

Δεν ξεκινάς από το πετρέλαιο. Το πετρέλαιο είναι πάντα η βιτρίνα. Ξεκινάς από τον φόβο. Ο φόβος μιας αυτοκρατορίας που έμαθε να αναπνέει με δανεικό οξυγόνο. Ένα νόμισμα χωρίς αντίκρισμα, δεμένο με μια υπόσχεση βίας. Όχι ιδεολογίας. Όχι αξιών. Βίας. Το δολάριο δεν κυριάρχησε επειδή ήταν δίκαιο. Κυριάρχησε επειδή έγινε αναγκαίο. Και έγινε αναγκαίο γιατί κάποτε, σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, κάποιος είπε: «Το πετρέλαιο θα μιλά μόνο αγγλικά.» Από τότε, ο κόσμος δούλευε. Και η Αμερική τύπωνε.

Η Βενεζουέλα δεν είναι η αιτία. Είναι το σύμπτωμα. Όταν μια χώρα κάθεται πάνω σε μια θάλασσα ενέργειας και λέει: «Δεν θέλω το νόμισμά σου» δεν κάνει οικονομική επιλογή. Κάνει υπαρξιακή δήλωση. Και οι υπαρξιακές δηλώσεις πληρώνονται ακριβά. Δεν χρειάζεται να πιστέψεις σε θεωρίες. Αρκεί να δεις τη γεωγραφία των νεκρών ηγετών. Όσοι δοκίμασαν να πουλήσουν ενέργεια έξω από το δολάριο, κατέληξαν να πουλάνε την ίδια τους τη χώρα σε κομμάτια. Δεν είναι μοτίβο. Είναι εγχειρίδιο. Η Βενεζουέλα έκανε το λάθος να μιλήσει πολλές γλώσσες. Γουάν. Ρούβλι. Ευρώ. Να στήσει γέφυρες χωρίς τελωνείο δολαρίου. Να κοιτάξει προς BRICS και όχι προς Wall Street.

Και τότε ακούστηκε ο γνώριμος θόρυβος. Όχι βόμβες ακόμη. Πρώτα οι λέξεις: «Ναρκωτικά». «Τυραννία». «Δημοκρατία». Οι λέξεις πάντα προηγούνται των όπλων. Είναι πιο φτηνές. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι πια η Βενεζουέλα. Το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος έμαθε να μετρά. Μετρά πόσες συναλλαγές γίνονται χωρίς δολάριο. Μετρά πόσες τράπεζες συνδέονται εκτός SWIFT. Μετρά πόσες χώρες κουράστηκαν να πληρώνουν το προνόμιο της αμερικανικής κατανάλωσης. Και κυρίως, μετρά πόσες φορές η «προστασία» μοιάζει με κατοχή.

Η εισβολή δεν είναι ένδειξη ισχύος. Είναι ο ήχος ενός συστήματος που τρίζει. Όταν χρειάζεσαι στρατό για να πείσεις τον κόσμο να χρησιμοποιεί το νόμισμά σου, το νόμισμα έχει ήδη χάσει το ηθικό του βάρος. Το πετροδολάριο δεν πεθαίνει με μια πράξη. Πεθαίνει με χίλιες μικρές αρνήσεις. Με κάθε συμφωνία που κλείνεται σιωπηλά αλλού. Με κάθε κράτος που λέει: «Θα πληρώσω, αλλά όχι έτσι.»

Η Βενεζουέλα δεν είναι η αρχή της κατάρρευσης. Είναι η στιγμή που η κατάρρευση έγινε ορατή. Και τώρα όλοι ξέρουν. Όχι τι θα συμβεί. Αλλά τι διακυβεύεται. Γιατί όταν μια αυτοκρατορία δείχνει τα δόντια της, είναι επειδή φοβάται μήπως δεν δαγκώνουν πια.

Mr Post Fluxus