Αγαπητοί πατριώτες,
όλοι εσείς που κόπτεστε για τα τραγούδια, αν είναι σλαβόφωνα ή όχι, που υψώνετε τις κορόνες του μίσους σας για μια γλώσσα, έναν ήχο, μια λέξη, θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο μαζί. Μπορείτε να μου απαντήσετε για την πραγματική κατάσταση της Ελλάδας; Για τη χώρα των χαμηλών μισθών και των υψηλών κερδών. Για τη χώρα όπου οι νέοι φεύγουν και οι γέροι μετρούν τα φάρμακα. Για τη χώρα που «αναπτύσσεται» στα χαρτιά, αλλά μικραίνει στην καθημερινότητα. Για τη χώρα που ξεπούλησε υποδομές, γη, ενέργεια, νερό, και το ονόμασε «μεταρρύθμιση». Μήπως και σε όλα αυτά φταίει η Αριστερά; Η Αριστερά που ποτέ δεν κυβέρνησε πραγματικά, που ποτέ δεν είχε τον έλεγχο του κράτους, που ποτέ δεν όρισε τους όρους του παιχνιδιού;Θα σας απαντήσω εγώ. Η Ελλάδα δεν έφτασε εδώ από τραγούδια. Δεν έφτασε εδώ από μειονότητες, ούτε από γλώσσες. Έφτασε εδώ από πολιτικές επιλογές δεκαετιών, πάντα υπέρ του κεφαλαίου, πάντα υπέρ της αγοράς, πάντα εις βάρος της εργασίας και της κοινωνίας. Από κυβερνήσεις που δάνειζαν το κράτος χωρίς σχέδιο, που χάριζαν φόρους στους ισχυρούς,που ιδιωτικοποιούσαν τα κέρδη και κοινωνικοποιούσαν τις ζημιές. Από ένα σύστημα που, όταν κατέρρευσε, δεν πλήρωσε ποτέ τους λογαριασμούς του και όταν ήρθε η κρίση, δεν «σωθήκαμε». δεθήκαμε. Με χρέος, με επιτήρηση, με φόβο. Και όλο αυτό το ονόμασαν «εθνική ευθύνη».Τώρα, για να είμαι δίκαιος, θα κάνω και την κριτική μου στην Αριστερά. Ναι, η Αριστερά είχε δίκιο στη διάγνωση. Είπε ότι το σύστημα είναι άδικο, ότι το χρέος είναι μηχανισμός πειθαρχίας,ότι οι πολιτικές εξυπηρετούν τους λίγους. Αλλά συχνά δεν είχε σχέδιο σύγκρουσης. Δεν είχε προετοιμασία, δεν είχε ειλικρίνεια για το κόστος, δεν είχε τη δύναμη να σπάσει τους συσχετισμούς.Όταν βρέθηκε κοντά στην εξουσία, υποχώρησε. Όμως άλλο η ανεπάρκεια, κι άλλο η ευθύνη για την καταστροφή. Γι’ αυτό σας το λέω καθαρά. Αν θέλετε να φωνάζετε για πατρίδα, μην ψάχνετε εχθρούς στα τραγούδια. Ψάξτε τους στις πολιτικές που διέλυσαν την κοινωνία. Στις ανισότητες που βαφτίστηκαν «κανονικότητα».Στην υποκρισία που έγινε ιδεολογία. Η πατρίδα δεν κινδυνεύει από τις γλώσσες. Κινδυνεύει όταν οι άνθρωποί της δεν μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Αυτό, όσο κι αν ενοχλεί, δεν είναι πολιτιστικός πόλεμος. Είναι κοινωνικός.Mr Post Fluxus
26 Δεκεμβρίου 1991
Δεν ήταν μια ημερομηνία. Ήταν ένας ήχος. Ο ήχος από ένα μεγάλο σώμα που έπεφτε χωρίς χειροκρότημα. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης δεν συνέβη μόνο στα χαρτιά, στα κοινοβούλια και στις σημαίες που κατέβηκαν. Συνέβη μέσα στα σπίτια, στα εργοστάσια που σίγησαν, στα σχολεία που έμειναν χωρίς αφήγημα. Συνέβη στη μνήμη. Και η μνήμη, όταν μένει χωρίς πλαίσιο, γίνεται τραύμα. Μας είπαν ότι τελείωσε ένα σύστημα. Δεν μας είπαν ότι τελείωσε και μια υπόσχεση. Όχι η υπόσχεση της εξουσίας, αλλά εκείνη της συλλογικότητας. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνος απέναντι στον φόβο, την ανάγκη, την αγορά.Μετά ήρθε το κενό. Και το κενό δεν μένει ποτέ άδειο. Γεμίζει με αριθμούς, ανταγωνισμό, «επιτυχία», ιδιωτικές ήττες και δημόσιες σιωπές. Γεμίζει με την ψευδαίσθηση της ελευθερίας, εκεί όπου η επιβίωση βαφτίστηκε επιλογή. Δεν υπερασπίζομαι καθεστώτα. Υπερασπίζομαι ερωτήματα. Τι κάνουμε όταν μια ιδέα καταρρέει; Τη θάβουμε ή τη μελετάμε; Τη γελοιοποιούμε ή τη μετασχηματίζουμε; Μαθαίνουμε ή απλώς προχωράμε σαν να μη συνέβη τίποτα;Η 26η Δεκεμβρίου 1991 δεν είναι τέλος. Είναι αρχείο. Ένα αρχείο αποτυχιών, λαθών, εγκλημάτων, αλλά και οραμάτων που δεν πρόλαβαν να ενηλικιωθούν. Και τα αρχεία δεν τα φοβάσαι. Τα ανοίγεις. Γιατί ό,τι δεν διαβάζεται, επαναλαμβάνεται. Και ό,τι δεν πενθείται, επιστρέφει μεταμφιεσμένο. Ο άνθρωπος δεν τελείωσε το 1991. Ο αγώνας για αξιοπρέπεια ούτε.Mr Post Fluxus
ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΠΑΝΑΝΙΑΣ
Μια αλλόκοτη ιστορία από τον Mr Post FluxusΜια φορά κι έναν καιρό - όχι σε παραμύθι, αλλά σε μια χώρα που έμοιαζε επικίνδυνα με την πραγματική - υπήρχε ένα βασίλειο στο χάρτη που το ’λεγαν Μπανανία. Όχι επειδή είχε μπανάνες, αλλά επειδή όσο πιο πολύ σάπιζε, τόσο πιο πολύ οι άρχοντές της επέμεναν πως ήταν… παράδεισος.Ο Μονάρχης των ΚαθρεφτώνΣτην κορυφή της Μπανανίας κατοικούσε ο Μονάρχης των Καθρεφτών. Ένας ηγέτης που μπορούσε να βλέπει μόνο το δικό του είδωλο και τίποτα άλλο. Έλεγε ότι ήταν εκλεγμένος. Μα κυβερνούσε σαν μονάρχης. Τα βράδια ανέβαινε στον Πύργο των Μυστικών Αυτιών για να ακούει τις ανάσες ολόκληρου βασιλείου. Κι όταν πιάστηκε να παρακολουθεί μισή χώρα, είπε: «Μα εγώ απλώς προστάτευα τον λαό μου!» Και άλλαξε τον νόμο με μια μονοκονδυλιά, λες και έβαζε χρώμα σε μουσαμά που δεν του άρεσε.Οι Άρχοντες της ΦάρσαςΟ Μονάρχης είχε δίπλα του μια παράξενη αυλή. Τους έλεγαν Άρχοντες της Φάρσας γιατί όπου κι αν πήγαιναν, έκαναν τον κόσμο να αναρωτιέται αν βλέπει πολιτική ή κακόγουστη φαρσοκωμωδία. Κάποιοι δεν ήξεραν τι δουλειά κάνουν τα παιδιά τους. Άλλοι είχαν κερδίσει το Μεγάλο Τυχερό Παιχνίδι τόσες φορές που ούτε οι ίδιοι το θυμούνταν. Μερικοί ερχόντουσαν με χρυσές άμαξες που έμοιαζαν με Πόρσε και Φεράρι, χωρίς να ξέρουν από πού τους ήρθε το χρήμα. Κι όταν ρωτιούνταν για τα εκατομμύρια που είχαν, έλεγαν: «Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι, το χάρισαν σε μένα.» Ήταν οι άνθρωποι που οι κάτοικοι της Μπανανίας αποκαλούσαν… Φραπέδες, Ποπάρες και Χασάπηδες, όχι για το επάγγελμά τους, αλλά για τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τη χώρα: με καφρίλα, με θράσος και με χέρια λερωμένα.Τα Τρένα που ΚλαίνεΣτη Μπανανία υπήρχαν και τρένα. Έμοιαζαν βουβά, σκουριασμένα, ξεχαρβαλωμένα. Και μια μέρα, η χώρα ξύπνησε με 57 σκιές στον ουρανό της. Όσοι έπρεπε να είχαν φτιάξει ράγες, τις είχαν πουλήσει για να γίνουν ευνοούμενοι του Μονάρχη. Όσοι έπρεπε να είχαν λάβει μέτρα ασφαλείας, είχαν βάλει έναν περίπτωση σταθμάρχη στη θέση ενός συστήματος. Όσοι έπρεπε να ζητήσουν συγγνώμη, σήκωναν το δάχτυλο και μιλούσαν με ύφος δάσκαλου που μαλώνει άτακτα παιδιά. Όταν τα μέλη των νεκρών βρέθηκαν πεταμένα στο χώμα, η Μπανανία έμεινε να αναρωτιέται: «Τι άλλο μπορεί να σάπισε τόσο βαθιά;» Οι γονείς, κουρασμένοι και πεινασμένοι, παρακαλούσαν δύο χρόνια μετά για το αυτονόητο: δικαιοσύνη. Μα η απάντηση ήταν η ίδια: σιωπή.Το Βασίλειο χωρίς ΝόμουςΣτη Μπανανία, οι νόμοι ήταν σαν από ζυμάρι. Όποιος είχε δύναμη τους έπλαθε στα δάχτυλα του όπως τον βόλευε. Το ακαταδίωκτο ήταν για τους ισχυρούς.Η τιμωρία ήταν για τους αδύναμους. Αν έκλεβες εκατομμύρια, μπορεί να σου έδιναν κι αξίωμα. Αν πλαστογραφούσες απολυτήριο Δημοτικού, μπορεί να σε περίμενε η φυλακή. Η Αστυνομία και το Λιμενικό είχαν γίνει σκιές που έμοιαζαν με τάγματα από άλλη εποχή. Κι οι δικαστές ψήφιζαν νόμους που οι ίδιοι μετά θα έβγαζαν… συνταγματικούς.Οι Μάγισσες των ΑγορώνΠάνω από το βασίλειο αιωρούνταν και τρεις μάγισσες: η Καρτέλεια, η Πινακολάντα και η Φουνταρουσία. Κρατούσαν στα χέρια τους το ψωμί, το ρεύμα, το σπίτι, το νερό. Κι όποιος είχε χρέος, έχανε το σπίτι του με ένα χτύπημα ραβδιού. Οι κάτοικοι της Μπανανίας δούλευαν 13 ώρες και πάλι δεν προλάβαιναν. Γιατί το σύστημα ήταν φτιαγμένο να τους έχει για πάντα κουρασμένους.Η Πόλη του Μεγάλου ΣπασίματοςΣτην καρδιά της χώρας υπήρχε μια πόλη όπου οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με τα νεύρα τους σφιγμένα σαν γροθιές. Έβλεπες μάχες στα φανάρια, παπάδες να φωνάζουν σαν ταλιμπάν, σημαίες στα μπαλκόνια ανθρώπων που ήθελαν συγχαρητήρια επειδή… υπήρχαν. Άνθρωποι σπιρτόκουτα — κούφιοι από μέσα, φωνακλάδες απέξω, έτοιμοι να ανάψουν φωτιές. Εκεί έβλεπες τις δύο Μπανανίες: των λίγων που ζούσαν σε παλάτια και των πολλών που ζούσαν σε μποτιλιάρισμα, θλίψη, άγχος και ανασφάλεια.Η Ψίχα της ΕλπίδαςΚι όμως, μέσα στη Μπανανία, υπήρχε κάτι που δεν είχε σαπίσει ακόμη. Μικρό, σχεδόν αόρατο. Μια φωνή. Ένα παιδί. Ή ίσως πολλοί άνθρωποι μαζί που είχαν ξεχάσει πόσο δυνατοί ήταν. Αυτή η φωνή έλεγε: «Όταν η αδικία γεμίσει τόσο, που δεν χωράει άλλο, τότε η σιωπή γίνεται κραυγή.»Και τότε, το βασίλειο ένιωσε κάτι να σείεται. Όχι από σεισμό. Αλλά από ανθρώπους που άρχισαν – σιγά σιγά - να καταλαβαίνουν ότι η Μπανανία δεν είναι κατάρα. Είναι κατασκευή. Και οι κατασκευές μπορούν να ξηλωθούν. Και το τέλος; Δεν έχει γραφτεί ακόμα. Γιατί, για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, κάποιοι στη Μπανανία ψιθυρίζουν ξανά μια απλή λέξη:«Οξυγόνο»Και ο ψίθυρος γίνεται ανάσα. Η ανάσα γίνεται φθόγγος. Ο φθόγγος γίνεται κραυγή.Και η Μπανανία τρέμει στο όνομα της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης που θέλει να ξανά φέρει…Εικόνα: Μαουρίτσιο Κατελάν , «Comedian». Η περίφημη μπανάνα με μονωτική ταινία πωλήθηκε σε δημοπρασία προς 5,8 εκ. ευρώ.
Κι αν καθόταν και φέτος ο Mr Post Fluxus στο κλιμακοστάσιο, πλάι στον Lucky, τον μόνο φίλο που δεν ζητά εξηγήσεις, θα έλεγε πως ο κόσμος πάει κατά διαόλου, αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Γιατί μόνο όταν φτάνεις στον πάτο της σκάλας, μαθαίνεις να ανεβαίνεις χωρίς να κρατιέσαι από τα κιγκλιδώματα που σου φόρεσαν για στήριγμα.Ο Lucky τον κοιτά με εκείνο το βλέμμα που ξέρει τα πάντα πριν ειπωθούν. Σκύβει το κεφάλι, στρίβει ελαφρά το αυτί, σημάδι ότι καταλαβαίνει πως η δυστοπία του σήμερα δεν είναι τίποτα άλλο από τη χρυσή αφορμή να κλωτσήσουν το αύριο σε μια καινούρια τροχιά.«Να μη φοβάσαι», θα έλεγε ο Mr Post Fluxus. «Ο φόβος είναι ο καλύτερος φύλακας του λάθους κόσμου». Κι ο Lucky θα γάβγιζε χαμηλά, σαν να συμφωνεί πως η ελευθερία δεν γράφεται σε μανιφέστα, μυρίζεται. Σε μια γωνία της πόλης που έχει ξεχάσει να είναι πόλη, οι δυο τους παρατηρούν τους ανθρώπους να σέρνουν ακόμη τα δεσμά που τους έμαθαν να αποκαλούν "κανονικότητα". Ο Mr Post Fluxus γελά πικρά: «Κοιτά να δεις, Lucky… ζητούν ουτοπία φορώντας ακόμα τα λουριά τους. Θέλουν αλλαγή, αλλά μην τους χαλάσεις το πρόγραμμα». Ο σκύλος σηκώνεται, τινάζεται, σαν να διώχνει απ’ το τρίχωμά του όλη τη σκόνη της λογικής. Κι εκεί, για μια στιγμή, ο αέρας στο κλιμακοστάσιο αλλάζει. Η δυστοπία μοιάζει να υποχωρεί. Η ουτοπία, ένα μικρό, θρασύ χαμόγελο, τρυπώνει ανάμεσα στα σκαλοπάτια.«Να θυμάσαι», ψιθυρίζει ο Mr Post Fluxus. «Η αλήθεια δεν χρειάζεται στολίδια. Μόνο χώρο». Και ο Lucky, σαν πραγματικός κυνικός φιλόσοφος, ξαπλώνει δίπλα του. Κρατάει την τελευταία κουβέντα για τον εαυτό του , όπως κάθε σοφός.
Ανάμεσα στο Έμβιο και το Άβιο
Η έκθεση «Ανάμεσα στο Έμβιο και το Άβιο» προσεγγίζει τη φύση όχι ως σκηνικό, αλλά ως τον αληθινό πρωταγωνιστή ενός κόσμου που δοκιμάζεται. Στο έργο αυτό η φύση δεν είναι μακρινή εικόνα∙ είναι ο συνομιλητής μας, ο μάρτυρας της εποχής και ταυτόχρονα το εύθραυστο θεμέλιο της ύπαρξής μας. Γιατί χωρίς αυτήν, κανένα αύριο δεν μπορεί να υπάρξει.Με βάση τη μακροχρόνια έρευνά μου στα εικαστικά, στην περιβαλλοντική ευαισθησία, στην πολιτική διάσταση της εικόνας και στη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό του υπόστρωμα, επιχειρώ να δημιουργήσω έναν χώρο όπου το έμβιο και το άβιο αλληλεξαρτώνται. Όπου η πέτρα «αναπνέει» και το φύλλο γίνεται σημάδι μνήμης. Όπου το υλικό μιλά πριν από τον άνθρωπο.Τα έργα είναι φτιαγμένα πάνω σε χαρτί, με διάτρητα πρότυπα και χρωματιστά σπρέι. Η διαδικασία, γρήγορη αλλά ελεγχόμενη, φέρει κάτι από τον ρυθμό της αστικής επιφάνειας, κάτι από την τρωτότητα της φύσης και κάτι από το σχολαστικό βλέμμα του ανθρώπου που παρατηρεί πριν καταστρέψει. Τα διάτρητα πρότυπα λειτουργούν σαν φίλτρα: άλλοτε περιορίζουν την εικόνα και άλλοτε την αφήνουν να διαχυθεί, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή — όπου η ελευθερία και ο περιορισμός συνυπάρχουν.Το σπρέι, από την άλλη, είναι χειρονομία: ένα ίχνος άμεσο, αέρινο, σχεδόν αναπνευστικό. Το χρώμα απλώνεται σαν νέφος, σαν ομίχλη που σκεπάζει και αποκαλύπτει. Το χαρτί το δέχεται όπως το χώμα δέχεται το νερό: με ανοχές, με απώλειες, με απρόβλεπτες διαδρομές.Η έκθεση, περισσότερο από αισθητική εμπειρία, είναι μια πρόσκληση σε προσοχή.Ζητά να παρατηρήσουμε πριν να είναι αργά.Να καταλάβουμε ότι η φύση δεν χρειάζεται εμάς.Εμείς χρειαζόμαστε εκείνη.Ανάμεσα στο έμβιο και το άβιο υπάρχει πάντα μια λεπτή γραμμή.Τα έργα προσπαθούν να δείξουν πως αυτή η γραμμή είναι ακόμη ορατή.Και πως το αύριο εξαρτάται από το αν θα την σεβαστούμε.Mr Chaos