Έχω καιρό να σας γράψω, σύντροφοι

 

Έχω καιρό να σας γράψω, σύντροφοι

Εύχομαι να είστε καλά. Να αντέχετε. Να θυμάστε. Να μην συνηθίσετε. Καλό καλοκαίρι στα μπάνια του λαού. Στις παραλίες με το ταπεράκι και τη σκιά κάτω απ’ το πεύκο. Στις βουτιές για να ξεχάσεις λίγο την πίεση, όχι τη ζωή σου. Εμείς εδώ. Δεν φύγαμε. Απλώς σωπάσαμε λίγο. Για να ακούμε πιο καθαρά. Για να μαζέψουμε κουράγιο. Για να μη ξεχάσουμε τι σημαίνει να θυμάσαι.

Κι εγώ τώρα θυμάμαι την έγκυο γυναίκα στην Ικαρία που μεταφέρθηκε με καΐκι στην Σάμο γιατί δεν υπήρχε γυναικολόγος στο νησί. Θυμάμαι το παιδί με άσθμα στη Νίσυρο, που περίμενε τρεις μέρες το ελικόπτερο για να τον πάνε στη Ρόδο. Θυμάμαι το ασθενοφόρο χωρίς οδηγό στη Σαντορίνη, και τη νοσηλεύτρια να το οδηγεί με ρίσκο για να σωθεί άνθρωπος. Θυμάμαι την ώρα που καιγόταν η Εύβοια. Θυμάμαι τους ανθρώπους στην Καρδίτσα που πνίγηκαν στα λασπόνερα του “Ιανού”, γιατί τα αντιπλημμυρικά είχαν μείνει στα λόγια. Θυμάμαι τον σεισμό στην Ελασσόνα, που έριξε σχολεία και σπίτια. Θυμάμαι τους ανθρώπους που περίμεναν 8, 10, 12 ώρες στα επείγοντα γιατί δεν υπήρχε γιατρός και οι διασώστες κοιμόντουσαν σε ράντζα, όχι από επιλογή. Θυμάμαι τα παιδιά που κάνουν μάθημα σε κοντέινερ και οι δάσκαλοι που δουλεύουν με μισθούς προσβολής, από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, κάθε Σεπτέμβρη. Θυμάμαι τη δασκάλα στη Δονούσα, που έμεινε χωρίς ρεύμα και νερό, αλλά δίδασκε για να μη μείνει το νησί χωρίς φως γνώσης. Θυμάμαι το παιδί με αναπηρία που έμεινε σπίτι, γιατί ο συνοδός δεν "προβλεπόταν" στον προϋπολογισμό. Θυμάμαι τους γονείς που κάνουν έρανο για να στείλουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό για μια ελπίδα θεραπείας. Θυμάμαι τους πρόσφυγες στη Μόρια, που κάηκαν ζωντανοί σ’ έναν τόπο χωρίς όνομα, χωρίς μέλλον, χωρίς φωνή. Θυμάμαι τις μάνες που γέννησαν στο δρόμο γιατί δεν πρόλαβαν να φτάσουν στο νοσοκομείο. Θυμάμαι τους δασοπυροσβέστες που πάνε σε μάχες με σαγιονάρες, με μάνικες σαπισμένες, με λόγια μεγάλα και άδεια. Θυμάμαι τον γερο τσοπάνο στον Γράμμο, που έμεινε τρεις μέρες με σπασμένο ισχίο, γιατί το ελικόπτερο πήγε σε πολιτικό για διάστρεμμα.

Θυμάμαι. Και όσο θυμάμαι, δεν μπορώ να συμφωνήσω πως “όλα καλά σύντροφοι”. Δεν ήταν όλα καλά. Δεν είναι. Αν ζούσαμε σε κράτος, δεν θα χρειαζόταν να τα θυμόμαστε. Θα τα είχαμε ήδη αλλάξει. Αν ζούσαμε σε κοινωνία, δεν θα έμενε κανείς πίσω. Αν ζούσαμε σε εποχή ανθρώπων και όχι συμφερόντων, δεν θα έγραφα τέτοια κείμενα. Αλλά είμαι ο Mr Post Fluxus και γράφω για να θυμούνται αυτοί που ξεχνούν και για να ξυπνήσουν αυτοί που κοιμούνται. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί σε λίστες. Ούτε βιογραφικά στατιστικών λαθών. Είναι φωνές που χάθηκαν. Σιωπές που δεν αντέχονται. Είναι η γιαγιά, ο Θωμάς, ο γιατρός στη Σέριφο, ο μαθητής της Γαύδου, ο πυροσβέστης της Ρόδου, ο πρόσφυγας της Μόρια, ο άστεγος στην Ομόνοια, η νοσηλεύτρια στο καράβι, ο φοιτητής που λιποθυμά στη Λέσχη.

Δεν είναι η Ελλάδα που αγάπησα αυτή, ούτε η Ευρώπη των λαών που ονειρεύτηκα. Είναι η Ευρώπη των αριθμών, των funds, των εκβιασμών και των γραβατωμένων υπαλλήλων της απανθρωπιάς. Είναι εκείνοι που, αφού μας ανάγκασαν να σφίξουμε το ζωνάρι μέχρι να σπάσει η μέση μας, τώρα μας πουλάνε κουλτούρα αντοχής και υποταγής, μέσα από οθόνες αφής και πολιτικές λήθης. Ζούμε σε έναν κόσμο που η αξία ενός ανθρώπου μετριέται με τις μονάδες κατανάλωσης. Μας πήραν τα σπίτια, μας πήραν την ησυχία, μας πήραν το μέλλον. Και τώρα, σαν να μην έφτανε η φτώχεια και ο φόβος, μας απειλούν με πόλεμο. Όχι γιατί απειλούμαστε, αλλά γιατί αυτοί πεινάνε για αίμα και κέρδος. Ένας νέος κύκλος καταστροφής ετοιμάζεται στα εργοστάσια του θανάτου, όχι για να νικήσουν έναν εχθρό, αλλά για να πουλήσουν όπλα σε όλους.

Όμως υπάρχει και κάτι άλλο. Υπάρχει ακόμα το δάκρυ που πέφτει χωρίς ντροπή. Η αγκαλιά που ανοίγει χωρίς όρους. Η τέχνη που ζωγραφίζει ελπίδα πάνω σε τοίχους γκρεμισμένων ονείρων. Υπάρχει το χέρι που απλώνεται, η γειτονιά που αντιστέκεται, το βλέμμα που λέει "όχι" χωρίς κραυγή. Υπάρχει ακόμη η μνήμη. Και μέσα στη μνήμη μας, υπάρχει μια Ευρώπη που κάποτε φτιάχτηκε με το όραμα της ειρήνης και της αλληλεγγύης. Δεν θα τους τη χαρίσουμε. Δεν είναι ρομαντισμός να ελπίζεις. Είναι επανάσταση. Γιατί όταν σου λένε ότι όλα τελείωσαν, εσύ οφείλεις να ξαναρχίσεις. Όχι με τα όπλα τους, αλλά με τις λέξεις σου, τις πράξεις σου, τον τρόπο που ζεις. Όταν ο κόσμος σου ζητάει να πολεμήσεις με σκοτεινές σκιές, άναψε το φως σου τόσο δυνατά που να τους κάψει το ψέμα, σύντροφε.

Mr Post Fluxus